ΨΗΦΙΣΤΕ ΤΩΡΑ!

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

 


Μάρτιος 2006                              

Τεύχος 319

ΑΠΟΤΙΜΗΣΕΙΣ ΕΤΑΙΡΙΩΝ: ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ


Γιατί προτιμάται η μέθοδος της προεξόφλησης των ταμιακών ροών και οι εννέα κυριότερες «παγίδες» που απειλούν τις προβλέψεις των αναλυτών


Μέθοδος των συντελεστών της αγοράς
Δημιουργούμε για την εξεταζόμενη εταιρία, δείκτες όπως οι παρακάτω: κέρδη ανά μετοχή, λογιστική αξία ανά μετοχή, μέρισμα ανά μετοχή για μια σειρά τριών ή και πέντε ετών. Για την εταιρία Α’ π.χ., οι σχετικές τιμές δίδονται από τον παρακάτω πίνακα.
> Υπολογίζουμε τις τρεις μέσες τιμές των δεικτών (1 ευρώ στα κέρδη ανά μετοχή, 0,3 ευρώ στο μέρισμα ανά μετοχή και 0,6 ευρώ στη λογιστική αξία ανά μετοχή)
>  Εκτιμούμε τους μέσους δείκτες P/E (τιμή προς κέρδη ανά μετοχή), P/BV (τιμή προς λογιστική αξία ανά μετοχή) και μερισματικής απόδοσης (μέρισμα ανά μετοχή προς τιμή μετοχής) των ανταγωνιστικών εταιριών της Α’, την αξία της οποίας καλούμεθα να εκτιμήσουμε. Εστω, ότι ο ανταγωνισμός «τρέχει» με μέσο P/E 10, με μέσο P/BV 8 και με μέση μερισματική απόδοση 3%.
> Τότε, με βάση το δείκτη P/E, η μετοχή της εταιρίας Α’ αποτιμάται στα 10 ευρώ (κέρδη ανά μετοχή εταιρίας επί μέσο P/E κλάδου), με βάση το δείκτη P/BV η μετοχή της εταιρίας Α’ αποτιμάται σε 4,8 ευρώ (λογιστική αξία ανά μετοχή εταιρίας επί το μέσο P/BV του κλάδου) και με βάση το δείκτη της μερισματικής απόδοσης σε 10 ευρώ (μέρισμα ανά μετοχή της εταιρίας Α’ επί τη μέση μερισματική απόδοση του κλάδου).
Συμπερασματικά λοιπόν, η μέση αποτίμηση της εταιρίας Α’ θα μπορούσε να προέλθει από το μέσο όρο των τριών επί μέρους αποτιμήσεων και να λάβει την τιμή:


Αποτίμηση μετοχής Α’ = = 8,25 ευρώ


Υπάρχουν πολλές παραλλαγές στην ακολουθούμενη μεθοδολογία, έτσι ώστε να υπάρχουν και πολλές διαφορετικές αποτιμήσεις ανάλογα με την εκάστοτε παραλλαγή που θα ακολουθηθεί, ακόμη και ότι εφαρμόζεται η ίδια η μεθοδολογία αποτίμησης μιας εταιρίας. Για παράδειγμα, εάν θεωρηθεί ότι οι τρεις δείκτες δεν είναι ισότιμοι, αλλά οι δύο πρώτοι θα πρέπει να σταθμιστούν από 40% και ο τρίτος με 20%. Τότε, η αποτίμηση της μετοχής της εταιρίας Α’ θα ελάμβανε την τιμή:
Αποτίμηση μετοχής Α’ =  = 7,92 ευρώ


Μεταξύ των άλλων παραλλαγών, θα μπορούσε να εντάσσεται η διαφορετική στάθμιση των επιδόσεων ανάλογα με το χρόνο: δηλαδή, οι δείκτες του πιο πρόσφατου έτους να σταθμίζονται με σαφώς υψηλότερο συντελεστή σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. Αν για παράδειγμα τα στοιχεία του πίνακα σταθμιστούν με 50% για το 2004 και από 25% για τα δύο προηγούμενα χρόνια, τότε οι δείκτες της εταιρίας είναι:


Το μέσο κέρδος ανά μετοχή στην τριετία είναι
(0,8χ25% + 1χ0,25% + 1,2χ50%)=1,05


Το μέσο μέρισμα ανά μετοχή στην τριετία είναι (0,2χ25% + 0,3χ25% +0,4χ50%)= 0,325


Η μέση λογιστική αξία μετοχής ανά μετοχή στην τριετία είναι (0,5χ25%+ 0,6χ25% +0,7χ50%)= 0,625


Η νέα αποτίμηση της μετοχής της εταιρίας Α’ είναι:


Αποτίμηση μετοχής Α’ = = 8,76 ευρώ



Μια ακόμη παραλλαγή, θέλει στους δείκτες αυτούς να μην συμπεριλαμβάνονται μόνο στοιχεία του παρελθόντος, αλλά και στοιχεία του μέλλοντος. Για παράδειγμα, θα πρέπει να υπολογίζονται όχι μόνο τα στοιχεία της τελευταίας τριετίας, αλλά και τα στοιχεία της φετινής χρονιάς, αφού φυσικά προβλέψουμε αυτά τα στοιχεία. Αυτονόητο είναι ότι ένας τέτοιος συνυπολογισμός στοιχείων του παρελθόντος και του μέλλοντος βελτιώνει την πιστότητα της αποτίμησης, στο βαθμό όμως που οι προβλέψεις των στοιχείων δεν θα απέχουν τελικά σε μεγάλο βαθμό από την πραγματικότητα.
Επιπλέον, η ενσωμάτωση στην ανάλυση και στοιχείων προβλέψεων (πέρα από τη δυνατότητα στάθμισης των δεικτών ανάλογα με τη σημασία τους) προσδίδει ένα ακόμη στοιχείο υποκειμενικότητας της αποτίμησης, με φυσικό επακόλουθο η αποτίμηση της μετοχής να επηρεάζεται από αναλυτή σε αναλυτή που εκπονεί τη μελέτη.
Ενα από τα μειονεκτήματα της μεθόδου αποτίμησης μιας μετοχής (άρα και μιας εταιρίας) με βάση τους συντελεστές της αγοράς, είναι το γεγονός ότι το αποτέλεσμα μπορεί να διαφέρει σημαντικά από έτος σε έτος, ή επίσης από μήνα σε μήνα, ή ακόμη και από ημέρα σε ημέρα. Με δεδομένες τις έντονες διακυμάνσεις που παρατηρούνται τελευταία στα διεθνή χρηματιστήρια, οι μέσοι δείκτες P/E, P/BV και μερισματικής απόδοσης διαφοροποιούνται σε μεγάλο βαθμό από έτος σε έτος. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Ελλάδας, όπου π.χ. στον ευρύτερο κλάδο της πληροφορικής το μέσο P/E κυμαίνεται σήμερα γύρω στις 20 φορές, όταν το 1999 το νούμερο αυτό ήταν τριψήφιο.


Μέθοδος της παρούσας αξίας
Μια άλλη μέθοδος αποτίμησης μιας επιχείρησης είναι αυτή της παρούσας αξίας (present value), μέσω της οποίας γίνεται προσπάθειες να αποτιμηθούν τα μελλοντικά προβλεπόμενα έσοδα του μετόχου από την επιχείρηση σε σημερινές τιμές. Διότι δεν έχει σημασία μόνο να βρεθούν τα συγκεκριμένα οφέλη, αλλά και να μεταφερθούν στο σήμερα, γιατί άλλη η αξία π.χ. ενός εκατομμυρίου ευρώ σε δέκα χρόνια από σήμερα και άλλη σήμερα. Κρίσιμο επίσης στοιχείο για την αξιολόγηση μιας οποιασδήποτε επένδυσης είναι και το πόσα χρόνια θα απαιτηθούν προκειμένου να επανεισπράξουμε τα κεφάλαια της επένδυσης (pay back period).


ΠΑ=+++++



όπου:
>  div1, div2, … div5 τα προβλεπόμενα μερίσματα που θα διανείμει η εξεταζόμενη εταιρία σε ένα, δύο,... πέντε έτη.


>  r είναι η πενταετής απόδοση των τίτλων του δημοσίου συν ένα επιπλέον επιτόκιο που αναζητά ο επενδυτής ως επασφάλιστρο του αυξημένου κινδύνου που αναλαμβάνει και της μειωμένης ρευστότητας που θα έχει λόγω της μακροπρόθεσμης τοποθέτησης που θα έχει στη συγκεκριμένη επιχείρηση. Το ύψος του r επηρεάζεται όχι μόνο από τη χρονική περίοδο (π.χ. εποχή υψηλών επιτοκίων έως το 1997, πολύ χαμηλότερων έως σήμερα), αλλά επίσης και από άλλους παράγοντες όπως το είδος της εταιρίας (πόσο σταθερή ή ευμετάβλητη είναι μια δραστηριότητα) και η αποστροφή κάθε επενδυτή προς τον κίνδυνο.


> (pr/s)A είναι τα προβλεπόμενα κέρδη της εταιρίας μετά από πέντε χρόνια και


> P/E είναι το μέσο P/E της αγοράς που προβλέπουμε να επικρατεί μετά από πέντε χρόνια.
Αν για παράδειγμα, προβλέπουμε ότι η εταιρία: 1) για τα επόμενα πέντε χρόνια θα διανείμει μερίσματα ύψους 2 ευρώ για τα τρία πρώτα χρόνια και 3 ευρώ για τα υπόλοιπα δύο χρόνια 2) Ορίσουμε το r στο 10% 3) Προβλέψουμε τα κέρδη ανά μετοχή της εταιρίας μετά από πέντε χρόνια στα 12 ευρώ και 4) Εκτιμήσουμε το μέσο P/E της χρηματιστηριακής αγοράς μετά από πέντε χρόνια στο 10, τότε ο τύπος της καθαρής παρούσας αξίας μετατρέπεται σε:


KΠΑ =+++++



Η συγκεκριμένη μέθοδος αποτίμησης είναι από θεωρητικής πλευράς ορθότερη σε σύγκριση με εκείνη των συντελεστών της αγοράς, πλην όμως μειονεκτεί στο ότι θα πρέπει να γίνουν προβλέψεις για μια σειρά από στοιχεία της επόμενης πενταετίας, με αποτέλεσμα η ασφάλεια των προβλέψεων αυτών να είναι από μέτρια έως και χαμηλή, ανάλογα με τον κλάδο δραστηριότητας της εταιρίας και τη γενικότερη οικονομική φάση της οικονομίας.


Η μέθοδος των προεξοφλημένων ταμιακών ροών
Κατά την τελευταία τριετία, στο χώρο του χρηματιστηρίου – λόγω και του γενικότερου κλίματος αβεβαιότητας που επικράτησε – μεταβλήθηκε η αντίληψη των αναλυτών και των θεσμικών επενδυτών γύρω από την αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων των επενδυτών.
Μέχρι ακόμη και το έτος 2001, οι αναλυτές έδιναν τη μεγαλύτερη σημασία σε παράγοντες όπως η κερδοφορία των εταιριών και οι προοπτικές των επιχειρήσεων. Τα περίφημα «growth stories» (μετοχές εταιριών που υπόσχονταν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης) ήταν εκείνα που «έκλεβαν την παράσταση», σε βάρος των «cash cows» («αγελάδων μετρητών») δηλαδή των εταιριών που είχαν φτάσει σε μια φάση ωριμότητας, αποφέροντας στους μετόχους τους ένα ικανοποιητικό μέρισμα.
Εδώ όμως και λίγα χρόνια, η μέση αντίληψη έχει αλλάξει και σ’ αυτό συνετέλεσαν αρκετοί παράγοντες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται:
1. Τα διάφορα ανά τον κόσμο χρηματιστηριακά σκάνδαλα, όπου φάνηκε ότι τα κέρδη των εταιριών ήταν «πλαστά» και αποτέλεσμα λογιστικών χειρισμών.
2. Η γενικότερη οικονομική δυσπραγία, που μετρίασε ή και «ισοπέδωσε» τα φιλόδοξα σχέδια πολλών επιχειρήσεων.
3. Ο καταποντισμός ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων που διέθεταν μεγάλης αξίας περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, συμμετοχές σε άλλες επιχειρήσεις), αλλά όχι και μετρητά, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσουν αυτές οι επιχειρήσεις προβλήματα ρευστότητας.


Μετά από αυτές λοιπόν τις διαπιστώσεις, οι αναλυτές θεωρούν σήμερα ως πρωταρχικής σημασίας επιδόσεις:
> Ένα κερδοφόρο αποτέλεσμα που συνοδεύεται από θετικό cash flow και όχι απλά ένα κερδοφόρο αποτέλεσμα (η χειραγώγηση του cash flow είναι πολύ πιο δύσκολη από την παραποίηση των κερδών). Αρνητικά cash flows δικαιολογούνται μόνο για περιορισμένα χρονικά διαστήματα και μάλιστα αφού εξηγηθούν επαρκώς οι λόγοι για τους οποίους προέκυψαν.
> Η μερισματική απόδοση – όταν αυτή εκτιμάται ότι είναι διατηρήσιμη - μετράει σήμερα περισσότερο από τις προοπτικές ανάπτυξης. Ένα ικανοποιητικό μέρισμα αποτελεί μια ασπίδα προστασίας για την τιμή της μετοχής, ιδίως σε περιόδους όπου το ύψος των επιτοκίων διατηρείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, πράγμα που συμβαίνει και σήμερα. Αντίθετα, οι χρηματιστηριακοί αναλυτές έχουν καταλάβει ότι οι αυξήσεις κερδών των τελευταίων ετών ήταν αποτέλεσμα κυρίως αναδιοργανώσεων των εισηγμένων στο Χ.Α. ομίλων και περικοπών κόστους, ενώ η επίδραση της λειτουργικής ανάπτυξης έπαιξε μάλλον δευτερεύοντα ρόλο. Κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2004 λοιπόν, η μέση αύξηση της κερδοφορίας των ελληνικών εισηγμένων εταιριών κυμάνθηκε γύρω στο 10%, παρά τη συμβολή των Ολυμπιακών Αγώνων και παρά τους μειωμένους συντελεστές απόσβεσης που ορισμένες εξ αυτών έκαναν χρήση. Οι πρώτες προβλέψεις για το ποσοστό αύξησης των εταιρικών κερδών κατά το 2005, μιλού για μικρότερο ποσοστό, αν εξαιρεθούν οι τράπεζες (μικρότερη αύξηση Α.Ε.Π., οι περικοπές κόστους έφτασαν στα όριά τους, κ.λπ.).


Υπολογίζοντας το cash flow:
Είδαμε λοιπόν τον αναβαθμισμένο ρόλο που παίζει πλέον στα χρηματιστηριακά πράγματα το cash flow (ταμιακές ροές) και στον παρατιθέμενο πίνακα, υπάρχει ένα παράδειγμα για τον τρόπο που βρίσκουμε το cash flow μιας επιχείρησης: 
Από τον κύκλο εργασιών, αφαιρούμε το κόστος πωληθέντων, τα λειτουργικά έξοδα και τους φόρους, προσθέτουμε τις αποσβέσεις, αφαιρούμε την αύξηση των απαιτήσεων και των αποθεμάτων (προσθέτουμε εφόσον υπάρχει μείωση απαιτήσεων και αποθεμάτων), αφαιρούμε την κεφαλαιακή δαπάνη (επενδύσεις), προσθέτουμε την αύξηση των υποχρεώσεων (αφαιρούμε σε περίπτωση μείωσης των υποχρεώσεων) και αφαιρούμε τους τόκους που καταβάλλουμε.


Τα τέσσερα βήματα:
H μέθοδος αποτίμησης εταιριών με τη μέθοδο των προεξοφλημένων ταμιακών ροών (Discounted Cash Flow, ή DCF) είναι η θεωρητικά αρτιότερη και – σήμερα – η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη.


Το πρώτο βήμα αυτής της μεθόδου είναι η πρόβλεψη των ταμιακών ροών της επόμενης πεντατίας (πράγμα που γίνεται στον παρατιθέμενο πίνακα) και η προεξόφλησή τους με βάση ένα προεξοφλητικό επιτόκιο, που συνήθως είναι το μέσο κόστος κεφαλαίου της εταιρίας (Weighted Average Cost of Capital, WACC). Αν υποθέσουμε ότι το WACC είναι 11,3%, τότε η προεξόφληση των ταμιακών ροών προκύπτει από τον παρακάτω τύπο:
++++=310 εκατ.


Το δεύτερο βήμα της μεθόδου είναι η εύρεση της υπολειματικής αξίας (continuing value) της μετοχής, μετά τη λήξη του πέμπτου έτους, για το οποίο έχουμε προβλέψει τις ταμιακές ροές και να την προεξοφλήσουμε. Αυτή η αξία προκύπτει από την προβλεπόμενη καθαρή ταμιακή ροή (έστω 50 εκατ. στο παράδειγμά μας), από το WACC (το ορίσαμε στο 11,3%) και από το μέσο προβλεπόμενο ρυθμό ανάπτυξης της εταιρίας από το έκτο έτος και μετά (έστω g=1,3%).


Yπολειματική αξία = = 500 εκατ.


Yπολειματική αξία = = 321εκατ.



Το τρίτο βήμα είναι να αφαιρέσουμε την προεξοφλημένη αξία του μακροπρόθεσμου και του βραχυπρόθεσμου δανεισμού. Αν οι δανειακές υποχρεώσεις ανέρχονται σε 100 εκατ. κατά την εκκίνηση του πρώτου έτους της υπολειματικής αξίας, τότε
Παρούσα αξία υποχρεώσεων= = 64,2εκατ.



Το τέταρτο βήμα μας οδηγεί στο τελικό αποτέλεσμα, καθώς η αποτίμηση της εταιρίας προκύπτει από τον παρακάτω τύπο:
Αποτίμηση εταιρίας = Προεξοφλημένη αξία ταμιακών ροών +προεξοφλημένη υπολειματική αξία – παρούσα αξία υποχρεώσεων
ή
Αποτίμηση εταιρίας = 310 + 321 – 64,2 = 557 εκατ.


Εννέα πιθανές παγίδες της αποτίμησης
Παρά τη μέχρι τώρα εντύπωση που πιθανόν να έχει δοθεί, η δυσκολία μιας αποτίμησης δεν εστιάζεται στον τρόπο εύρεσης και εφαρμογής των όποιων μεθόδων επιλέξαμε, όσο κυρίως στην ικανότητα πρόβλεψης του μέλλοντος.
Αυτό που αποτιμούμε στην πράξη είναι: το επιχειρηματικό concept, τις στρατηγικές επιλογές της εταιρίας, την τοποθέτηση των προϊόντων της στην αγορά, τις προοπτικές της και τους κινδύνους της. Όλα αυτά αποτυπώνονται με αριθμούς, που μάλιστα θα πρέπει να προβλεφθούν. 
Οι εταιρίες συνήθως παρουσιάζουν τις προοπτικές τους θετικές, προβλέποντας ανοδικές επιδόσεις για το μέλλον. Παρακάτω παρουσιάζονται εννέα πιθανές «παγίδες» στις οποίες πέφτουν οι αναλυτές και οι επιχειρηματίες και που κατά την τελευταία πενταετία έγιναν η αιτία για μεγάλες απώλειες στο Χρηματιστήριο της Αθήνας.


1) Διάψευση του growth της αγοράς:
Προβλέψεις για μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης της αγοράς, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να επιβεβαιωθεί στην πράξη. Κλασικό παράδειγμα αποτέλεσε η λεγόμενη νέα οικονομία, η ζήτηση της οποίας αυξήθηκε με μέτριους ρυθμούς την περίοδο 2000-2005, διαψεύδοντας τις αρχικά πολύ υψηλότερες προσδοκίες. Μεταξύ των «θυμάτων» της υπόθεσης, υπήρξαν κυρίως εταιρίες πληροφορικής και μέσων μαζικής ενημέρωσης.


2) Επέκταση εκτός του core business:
Η επιτυχία σε έναν τομέα δραστηριοποίησης, σε συνδυασμό με την εύκολη πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίου έδωσε κατά το παρελθόν τη δυνατότητα στις εταιρίες να επεκταθούν και σε νέους τομείς δραστηριότητας, κίνηση ωστόσο, που στις περισσότερες των περιπτώσεων συνοδεύτηκε από αποτυχία.
Εκτός από το real estate, οι εταιρίες επενδύσεων, οι κατασκευαστικές εταιρίες, τα venture capitals, αλλά και οι μειοψηφικές τοποθετήσεις σε άλλες εταιρίες, αποδείχτηκαν στην πλειονότητα των περιπτώσεων ως «ταμιακές τρύπες», που διεκόπησαν μέσω πωλήσεων σε πολύ χαμηλότερες τιμές.
3) Οι μικρές εταιρίες, που ατυχώς προσπάθησαν να μεγαλώσουν:
Πολλές εταιρίες μεγάλωσαν σε σύντομο χρονικό διάστημα, μετατρεπόμενες σε ομίλους, άλλοτε μέσω πλειοψηφικών εξαγορών άλλων επιχειρήσεων και άλλοτε μέσω συγχωνεύσεων. Κύριος στόχος ήταν η δημιουργία και εκμετάλλευση οικονομιών κλίμακας (μεγέθους) αλλά και η εκμετάλλευση συνεργιών κυρίως στα μέτωπα των προμηθειών και των σταυροειδών πωλήσεων. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι κινήσεις αυτές δεν ευτύχησαν, για διάφορους  λόγους: η έλλειψη ικανών στελεχών και η αδυναμία συνεννόησης μεταξύ των επιχειρηματιών που συνεργάζονταν, δεν έκανε δυνατή την αποκόμιση ωφελειών, με αποτέλεσμα οι περισσότερες συμμαχίες να διαλυθούν με την πάροδο του χρόνου.


4) Μαζική αύξηση της προσφοράς:
 Απέναντι σε μια σημαντική αύξηση της ζήτησης, η προσφορά αυξήθηκε πολύ περισσότερο, με αποτέλεσμα όχι μόνο οι εταιρίες να μην καρπωθούν επιπλέον οφέλη, αλλά και να υποχρεωθούν σε χαμηλότερες επιδόσεις. Κλασικό παραδείγματα των τελευταίων ετών ήταν ο κλάδος των ιδιωτικών κλινικών, (δημιουργία πάρα πολλών πολυτελών κλινών, σε μια περίοδο που η ζήτηση ήταν μεν αυξητική, αλλά ο μεγαλύτερος πελάτης των ιδιωτικών κλινικών – οι ασφαλιστικές εταιρίες – αντιμετώπισαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα). Αγορές όπου είχαμε συνδυασμό υπερβολικής αύξησης της προσφοράς με πτώση της ζήτησης ήταν αυτές των χρηματιστηριακών εταιριών, των media και των εταιριών διαχείρισης χαρτοφυλακίου.


5) Λάθος μοντέλο ανάπτυξης:
 Οι προβλέψεις για την ανάπτυξη της αγοράς επιβεβαιώνονται, αλλά το μοντέλο ανάπτυξης της εταιρίας αποδεικνύεται λανθασμένο, προκειμένου να εκμεταλλευτεί τις επιχειρηματικές ευκαιρίες που αναδύονται και να μετατρέψει την αυξημένη ζήτηση σε τζίρο και κέρδη. Ενδεικτική περίπτωση των τελευταίων ήταν η περίπτωση των αλυσίδων πληροφορικής, με το «ναυάγιο» αρκετών εξ αυτών, ή τις «περιπέτειες» άλλων (Microland, Multirama, One Way, Big City), σε αντίθεση με το Πλαίσιο που αναπτύχθηκε με αλματώδεις ρυθμούς. Το λάθος των αλυσίδων πληροφορικής ήταν η μεγαλύτερη έμφαση που έδωσαν στις πωλήσεις προς πελάτες (b2c) αντί στις πωλήσεις προς επιχειρήσεις (b2b) καθώς και η προσπάθεια εγγύτητας με τον πελάτη (πολύ μεγάλος αριθμός μικρών καταστημάτων) χωρίς όμως η εγγύτητα να συνδυάζεται με σωστό μίγμα εξυπηρέτησης και ποικιλίας. Ένα άλλο μοντέλο που συζητείται στις μέρες μας στο λιανικό εμπόριο (ηλεκτρικές συσκευές, super markets, καταστήματα παιχνιδιών, κ.λπ.), είναι το αν θα πρέπει να επιλέγονται τα μικρά καταστήματα σε κεντρικά σημεία μέσα στις πόλεις, ή τα υπερ-καταστήματα σε κομβικά σημεία εντός ή εκτός πόλης.


6) Δραστική συρρίκνωση των περιθωρίων κέρδους:
Οι προβλεπόμενοι ρυθμοί αύξησης της ζήτησης επιβεβαιώνονται, αλλά αυτό γίνεται με ταυτόχρονη συρρίκνωση των περιθωρίων κέρδους στον κλάδο, με αποτέλεσμα τα κέρδη να αυξηθούν πολύ λιγότερο από τις αρχικές προβλέψεις. Αυτό έγινε π.χ. στον κλάδο των κατασκευαστικών εταιριών, όπου ο συνδυασμός αύξησης έργων και συρρίκνωσης περιθωρίου κέρδους, ωφέλησε λίγες μόνο επιχειρήσεις του κλάδου κατά την τελευταία πενταετία και που όταν η ροή των έργων περιορίστηκε, πολλές εταιρίες του κλάδου αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα.
7) Προβλέψεις με βάση το ανοδικό σημείο μιας κυκλικής αγοράς:
Πολλοί κλάδοι χαρακτηρίζονται από κυκλική δραστηριότητα, όπου τριετείς έως πενταετείς περίοδοι ανάπτυξης διακόπτονται από περιόδους κάμψης, για να επακολουθήσει ανάκαμψη, κ.ο.κ. Η ατυχής επιλογή του αναλυτή είναι να θεωρήσει ως έτος βάσης μια χρονιά που η εταιρία διάγει την ανοδική φάση του κύκλου της, χωρίς να συνεκτιμήσει ότι επίκειται και η καθοδική πλερά της κυκλικής πορείας. 


8) Προβλέψεις με βάση λανθασμένη εικόνα του παρόντος:
Η εταιρία λειτουργεί ήδη με σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα και πολλές φορές μάλιστα, μέρος των κερδών της είναι αποτέλεσμα λογιστικών χειρισμών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι θέμα χρόνου η επιδείνωση των αποτελεσμάτων της εταιρίας και η απαξίωση της μετοχής της στο ταμπλό του χρηματιστηρίου.


9) Περιβάλλον οικονομικής δυσπραγίας:
Οι επιπτώσεις του άρχισαν να γίνονται ορατές, κυρίως μετά τη λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων. Όλα δείχνουν ότι θα υπάρξουν σαφείς επιπτώσεις στην εγχώρια οικονομία κατά την προσεχή διετία, με το ρυθμό ανάπτυξης να «προσγειώνεται» σε χαμηλότερα επίπεδα, το πραγματικό εισόδημα των μισθωτών να απειλείται και το επίπεδο ανεργίας να ανεβαίνει εκ νέου σε επίπεδα ανώτερα του 10%. Ο συνδυασμός των παραπάνω ενδεχομένως να φρενάρει τους ρυθμούς ανάπτυξης των εταιριών που κατά κύριο λόγο απευθύνονται στην εγχώρια αγορά.



Του Στέφανου Κοτζαμάνη

  Περιεχόμενα
Editorial: ΞΕΚΙΝΑ Η «ΚΟΙΝΗ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ» Χ.Α. ΚΑΙ Χ.Α.Κ.
Επενδύσεις: Σοφοκλέους: των φρονίμων (επενδυτών) τα παιδιά...
Αφιέρωμα: ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΚΛΑΔΟΣ: ΑΝΑΚΑΜΨΗ, ΚΥΡΙΩΣ ΛΟΓΩ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ: ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑ
Αφιέρωμα: ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ-ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ
Επενδύσεις: ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΓΟΡΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ : Ανασκόπηση για το Μήνα Φεβρουάριο του 2006
Αφιέρωμα: ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ: ΑΝΟΔΟΣ ΖΗΤΗΣΗΣ, ΑΛΛΑ...
Αφιέρωμα: ΔΑΝΕΙΑ : Το δανειακό «οπλοστάσιο» των τραπεζών
Αφιέρωμα: LOGISTICS: ΣΥΝΕΧΩΣ ΨΗΛΟΤΕΡΑ!
¶ρθρο: Οι “Insiders” η Σημασία των Κινήσεών τους σε μία Χρηματιστηριακή Αγορά
¶ρθρο: ΑΠΟΤΙΜΗΣΕΙΣ ΕΤΑΙΡΙΩΝ: ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ

 Όροι και προϋποθέσεις του site