Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Φεβρουάριος 2006                               Τεύχος 318

Γαλακτοβιομηχανίες: Σκληρές μάχες χωρίς θύματα!


> Η όξυνση του ανταγωνισμού διαταράσσει τις σχέσεις      των εταιριών και μεταβάλλει τα μερίδια αγοράς, «ανακατεύοντας την τράπουλα». Ωστόσο, οι περισσότερες εταιρίες του κλάδου φαίνεται ότι βελτίωσαν τις επιδόσεις τους
> Οι αλλαγές του 2005 ήταν τόσες πολλές, όσες ποτέ στο παρελθόν: παλαιές συμμαχίες διαλύθηκαν, νέες συνεργασίες ξεκίνησαν και σε ορισμένες περιπτώσεις τη λύση έδωσαν τα δικαστήρια


Oξυνση του ανταγωνισμού χαρακτηρίζει την εγχώρια γαλακτοβιομηχανία τους τελευταίους μήνες, με στόχο την αύξηση του μεριδίου σε μία «πίτα» που εκτιμάται περί τα 2,5 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Hellastat, ο ανταγωνισμός έχει ως κύριες παραμέτρους τον υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, το μεγάλο αριθμό μικρών περιφερειακών παικτών, με κυρίαρχο ρόλο στις τοπικές αγορές, την τάση εισόδου σε νέες αγορές από τους μεγάλους παίκτες (η Friesland στο γιαούρτι, η Δέλτα στο γάλα εβαπορέ) και την είσοδο στην αγορά αλυσίδων λιανεμπορίου (DIA, Βερόπουλος). Παράλληλα, νέες διαστάσεις στην αγορά έχουν δώσει οι κινήσεις της «Δέλτα Συμμετοχών».
Μόνο τυχαίος δεν είναι, εξάλλου, ο πόλεμος που ξέσπασε μεταξύ γαλακτοβιομηχανιών, παραγωγών αλλά και Yπουργείου Ανάπτυξης σχετικά με την τιμή, την προέλευση, αλλά και την ασφάλεια των γαλακτοκομικών προϊόντων. Ακόμη και στις δικαστικές αίθουσες οδηγήθηκαν εταιρίες του κλάδου (Βίγλα Ολύμπου, θυγατρική της Δέλτα και Όλυμπος) σχετικά με το λανσάρισμα προϊόντος της πρώτης με αναγραφή στη συσκευασία τον Όλυμπο ως πηγή προέλευσης. Η «Όλυμπος» προσέφυγε στη δικαιοσύνη και τελικά κατάφερε να διατηρήσει τα... κεκτημένα.
Η «μάχη» των επιχειρήσεων εκτιμάται ότι θα εξακολουθήσει να δίνεται πάνω σε δύο βασικούς άξονες:
1. Απόκτηση μεριδίου σε νέες αγορές, με σημαντικές επενδύσεις σε εξοπλισμό, έρευνα και marketing, συμφωνίες συνεργασίας και εξαγορές.
2. Διατήρηση και αύξηση του μεριδίου στις υφιστάμενες αγορές, με ανταγωνιστικές τιμές, διαφοροποίηση προϊόντων, νέους κωδικούς και γεύσεις (ενίσχυση της γκάμας προϊόντων), βελτίωση της ποιότητας και της συσκευασίας.
Ειδικότερα, ξεκινώντας από τον αδιαμφησβήτητο πρωταγωνιστή του 2005, τη «Δέλτα Συμμετοχών», αφού πρώτα διέκοψε τη συνεργασία της με τη Danone, στη συνέχεια εξαγόρασε το Βλάχας Εβαπορέ από τη Nestle. Με αυτή την κίνηση ο όμιλος της Δέλτα από τη μια πλευρά απέκτησε ισχυρή παρουσία στην αγορά του γάλακτος εβαπορέ – αυξάνοντας σημαντικά το μερίδιό της - και από την άλλη πλευρά ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη θέση του στη ζώνη παραγωγής γάλακτος.
Όμως το μεγάλο «μπαμ» το έκανε στο τέλος του 2005, ανακοινώνοντας τη δημιουργία ενός κολοσσού στον ευρύτερο κλάδο των τροφίμων, την BrandCo με την εξαγορά της Chipita και την ταυτόχρονη πώληση της Δέλτα Παγωτού στη Nestle.
Η ενοποιημένη εταιρία, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας θα είναι η 1η εταιρία στον κλάδο των τροφίμων στην Ελλάδα, η 2η στον κλάδο των τροφίμων και ποτών στην Ελλάδα, η 7η μεγαλύτερη ελληνική βιομηχανική εταιρία, η 16η μεγαλύτερη ελληνική εταιρία και η 35η εταιρία τροφίμων στην Ευρώπη.
Στο εννιάμηνο του 2005, τα κέρδη μετά από φόρους και δικαιώματα μειοψηφίας του ομίλου της Δέλτα Συμμετοχών σημείωσαν αύξηση 48%, καθώς ανήλθαν σε 37 εκατ. ευρώ, έναντι 25 εκατ. ευρώ το 9μηνο του 2004. Οι πωλήσεις του Ομίλου της ανήλθαν σε 548,2 εκατ. ευρώ, έναντι 545,6 εκατ. ευρώ, αντιστρέφοντας την τάση του πρώτου εξαμήνου 2005, ενώ μέχρι τέλος έτους εκτιμάται ότι θα συνεχίσει η ανοδική πορεία για ετήσιο ρυθμό που θα ξεπερνά το 1,5%. Τα κέρδη προ φόρων τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) ανήλθαν σε 111,6 εκατ. ευρώ έναντι 90,1 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 24%. Τα κέρδη προ φόρων και τόκων (EBIT) ανήλθαν σε 86,9 εκατ. ευρώ έναντι 62,7 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 38,4%.Τα κέρδη προ φόρων και προ δικαιωμάτων μειοψηφίας διαμορφώθηκαν σε 75,8 εκατ. ευρώ έναντι 56,7 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 34%. Εκτός από τη Δέλτα, σημαντικές επιχειρηματικές κινήσεις σημειώθηκαν μέσα στο 2006 τόσο από τη ΦΑΓΕ όσο και από την Friesland Hellas.
Η «ΦΑΓΕ», η οποία πέρυσι  εγκαινίασε το νέο της εργοστάσιο γάλακτος στο Αμύνταιο της Φλώρινας, έχει στρέψει το ενδιαφέρον της προς την αγορά παραδοσιακών τυριών. Επιπλέον έχει επενδύσει σημαντικά ποσά για την εξαγορά τυροκομείων σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, τα οποία έχει εκσυγχρονίσει με στόχο την παραγωγή υψηλής ποιότητας παραδοσιακών τυριών. Μέσα στο 2005 λανσάρισε τη «Βανίλια» και το «Cheesecake» (στις Γλυκοκουταλιές), το ξινόγαλα Αριάνι σε φιάλη PET των  450ml και το ανθότυρο.
Αυτό όμως που δημιουργεί εντύπωση είναι η στροφή της εταιρίας προς τις αγορές του εξωτερικού. Στο εννεάμηνο του 2005, οι διεθνείς πωλήσεις της αυξήθηκαν κατά 9,1% σε όγκο και 12,2% σε αξία. Η αμερικανική αγορά αποδεικνύεται ιδιαίτερα υποσχόμενη για τη ΦΑΓΕ, με τις πωλήσεις στο ίδιο διάστημα να «τρέχουν» με άνοδο 53,2%, ενώ ακολουθούν η Ιταλία (36,3%) και η Βρετανία (6,5%). Τα θετικά μηνύματα από τις ΗΠΑ αλλάζουν τα αρχικά πλάνα και τώρα η εταιρία σχεδιάζει να κατασκευάσει μεγαλύτερη μονάδα παραγωγής γιαουρτιού απ' ό,τι αρχικά σχεδίαζε, επενδύοντας 45 εκατ. δολάρια και έχοντας στόχο η μονάδα να λειτουργήσει στις αρχές του 2007.
Η «Friesland» έχει αποφασίσει να επενδύσει στην Ελλάδα, στοχεύοντας στην περαιτέρω ενδυνάμωση της θέσης της, αλλά και στην επέκταση σε νέους τομείς που μέχρι τώρα δεν είχε ισχυρή παρουσία, αποσκοπώντας στην κατάκτηση της πρώτης θέσης στη συνολική αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων στην Ελλάδα. Την προηγούμενη χρονιά, ολοκληρώθηκε και η δεύτερη φάση της επένδυσης της εταιρίας, συνολικού ύψους 20 εκ. ευρώ, για τη δημιουργία σύγχρονου εργοστασίου παραγωγής γιαούρτης στην Πάτρα.  Με την επένδυση αυτή, η εταιρία επεκτάθηκε και στην εγχώρια παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων.  Στόχος της διοίκησης είναι η παραγωγική δυνατότητα του εργοστασίου να φτάσει τους 20.000 τόνους γιαούρτης ετησίως μέχρι το 2007.  Στην αγορά Λευκού Γάλακτος, κύριος στόχος είναι η διατήρηση και ενίσχυση της ηγετικής θέσης, με έμφαση στις κατηγορίες του εβαπορέ και των γαλάτων υψηλής παστερίωσης. Το ΝΟΥΝΟΥ κατέχει το 65% της αγοράς γάλακτος εβαπορέ. Στην αγορά του γάλακτος υψηλής παστερίωσης, την οποία δημιουργήσε με την ανάπτυξη του ΝΟΥΝΟΥ Family, στοχεύει στη διατήρηση της πρώτης θέσης, παρά τον έντονο ανταγωνισμό μετά την είσοδο ανταγωνιστών στην κατηγορία. Ωστόσο «έχουν τα μάτια τους ανοιχτά» για τυχόν ευκαιρίες κερδοφόρας δραστηριοποίησης στην αγορά του παστεριωμένου γάλακτος.
Αναφορικά με τον κλάδο του γιαουρτιού, η εταιρία εκτιμά ότι έχει σήμερα μερίδιο πάνω από 10% της συνολικής αγοράς βιομηχανικού γιαουρτιού.  Προγραμματίζεται η επέκταση της γκάμας των προΐόντων της τους επόμενους μήνες με στόχο την κατάκτηση μεριδίου 15% της συνολικής αγοράς το 2006 και 20% μέχρι το τέλος του 2007. Παράλληλα, προωθούνται οι εξαγωγές ελληνικών γιαουρτιών ΝΟΥΝΟΥ, τόσο στην Κύπρο, όσο και στην Ολλανδία, αξιοποιώντας το ισχυρό δίκτυο της μητρικής εταιρίας.
Τέλος στο τυρί, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 50% της αγοράς γαλακτοκομικών στην Ελλάδα, στα πλάνα της διοίκησης περιλαμβάνεται η εντονότερη δραστηριοποίησή της στην ελληνική αγορά τυροκομικών στο άμεσο μέλλον, κατ’ αρχήν με τη διεύρυνση της γκάμας ολλανδικών τυριών.  Αναφορικά με τη  γαλακτοβιομηχανία «Μεβγάλ», οι επενδύσεις της το 2005, οι οποίες αφορούσαν την ανάπτυξη πρωτοποριακών προϊόντων, τον εκσυγχρονισμό του τεχνολογικού εξοπλισμού, τη βελτίωση της οργανωτικής λειτουργίας της εταιρίας σε όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας και την ενίσχυση του δικτύου διανομών, εκτιμάται ότι έφθασαν τα 7,5 εκατ. ευρώ. Μέσα στο 2005 η εταιρεία λανσάρισε πάνω από 20 νέους κωδικούς, σε όλες τις κατηγορίες των προϊόντων της, φρέσκο γάλα, γιαούρτια, τυροκομικά προϊοντα και χυμούς. Κυκλοφόρησε τη νέα κατηγορία προϊόντων «Vita Χωρίς Χοληστερίνη», που περιλαμβάνει λευκό έδεσμα με 5% λιπαρά, κίτρινο τυρί και λευκό τυρί, τα οποία δεν επιβαρύνουν τον οργανισμό, καθώς είναι χωρίς χοληστερόλη. Επίσης τα επιδόρπια «Dolce Di Coco», καθώς και τα παιδικά γιαούρτια «Μεβγαλίτο» με παιχνίδι στον πυθμένα της συσκευασίας. Ακόμη εμπλούτισε την κατηγορία των χυμών και φρουτοποτών με νέες γεύσεις όπως «Βερίκοκο» και «Λεμονάδα». Τέλος ακολουθώντας πάντα της νέες τάσεις στη συσκευασία, σύμφωνα με τις ανάγκες των καταναλωτών και τις επιταγές της αγοράς ανανεώνει διαρκώς τις υπάρχουσες συσκευασίες, και επιπλέον κυκλοφόρησε παραδοσιακά προϊόντα σε πρωτοποριακές συσκευασίες όπως για παράδειγμα το ξινόγαλο «Vita Fresh» σε συσκευασία PET 330 ml ή το «Κατσικίσιο τυρί» σε συσκευασία τάπερ 400 γρ. Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρίας για το Α’ οκτάμηνο του 2005, τα μερίδιά της στο φρέσκο λευκό γάλα αυξήθηκαν στο 14,6% (από 13,6%), στο σοκολατούχο γάλα στο 7,5% (από 6,4%) ενώ υποχώρησαν ελαφρώς τα μερίδια στα γιαούρτια (14,2% από 14,5%).
Σημαντική είναι και η παρουσία της «Δωδώνης» στον κλάδο. Η εταιρία, έχοντας σαν πρωταρχικούς στόχους τη στήριξη της κτηνοτροφίας στην Ήπειρο αλλά και τη διατήρηση μακροπρόθεσμα της αναπτυξιακής της προοπτικής, προχώρησε το 2004 στην παροχή σημαντικά υψηλότερων βασικών και συμπληρωματικών τιμών γάλακτος προς όφελος των παραγωγών κτηνοτρόφων. Επίσης προχώρησε στον ανασχεδιασμό της εμπορικής της πολιτικής και στην ανάπτυξη νέου επενδυτικού προγράμματος για την τριετία 2005-2007 συνολικού ύψους 4.315.000 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 1.815.000 ευρώ αναμένεται να απορροφηθεί εντός του 2005, που περιλαμβάνει τον διπλασιασμό της παραγωγικής δυναμικότητας υποσυσκευασμένων τυριών, τη βελτίωση των υποδομών στη ζώνη γάλακτος και τον εκσυγχρονισμό παραγωγικών τμημάτων του εργοστασίου. Τη χρονιά που έφυγε έγιναν κινήσεις με στόχο την ισχυροποίηση της εικόνας και του εταιρικού ονόματος ως και την υλοποίηση καινοτομικών προγραμμάτων ζωτικής σημασίας για την εταιρία όπως είναι το πρόγραμμα ανανέωσης και ανάπτυξης του πληθυσμού των ζωικών μονάδων, η συνεργασία με μικρές τοπικές τυροκομικές μονάδες για παραγωγή κυρίως εξειδικευμένων προϊόντων και το πρόγραμμα βελτίωσης και περαιτέρω ανάπτυξης του ιδίου δικτύου διανομών της εταιρίας στην Ήπειρο.
Σχετικά, τέλος, με μία εισηγμένη του κλάδου, την «Κρι-Κρι», η εταιρεία έχει γνωστοποιήσει το ενδιαφέρον της για επέκταση της εμπορικής της δραστηριότητας στη Βουλγαρία, αλλά και τη μεταφορά του κύριου όγκου παραγωγής από τη ΠΓΔΜ KRI KRI DOO στη μονάδα των Σερρών. Στόχος των συγκεκριμένων ενεργειών αποτελεί η εκμετάλλευση της γειτνίασης της μονάδας της εταιρίας με τη βουλγαρική αγορά, εν όψει μάλιστα και της επικείμενης ένταξης της Βουλγαρίας στην Ε.Ε. το 2007.
Αναφορικά με τα μεγέθη της εταιρίας, στο εννεάμηνο του 2005, εμφάνισε αύξηση 28,4% στα κέρδη προ φόρων, τα οποία ανήλθαν σε 5,07 εκατ. ευρώ, συγκριτικά με 3,95 εκατ. ευρώ της αντίστοιχης περυσινής περιόδου.
Τα κέρδη μετά φόρων σημείωσαν αύξηση 13%, λόγω μεγαλύτερης φορολογικής επιβάρυνσης την τρέχουσα περίοδο, ενώ τα λειτουργικά κέρδη (EBITDA) έφτασαν στα 6,43 εκατ. ευρώ εμφανίζοντας αύξηση 26,7%. Η άνοδος της κερδοφορίας οφείλεται κατά βάση στην αύξηση των εσόδων από πωλήσεις και τη βελτίωση των περιθωρίων κέρδους. Την ίδια περίοδο ο κύκλος εργασιών, σε εταιρικό επίπεδο, ανήλθε στα 22,93 εκατ. ευρώ, ενισχυμένος κατά 16,9% σε σχέση με το 2004.
Στην άνοδο αυτή συνετέλεσε η επέκταση του δικτύου πωλήσεων παγωτού και γιαούρτης, ο εμπλουτισμός της γκάμας των γαλακτοκομικών προϊόντων και οι νέες συμφωνίες για πωλήσεις προϊόντων private label.
Η διοίκηση της Κρι-Κρι στοχεύοντας στην υλοποίηση του στρατηγικού της σχεδιασμού προγραμματίζει επενδύσεις 10 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2005-2007. Το πλάνο αποσκοπεί στην ενίσχυση και εκσυγχρονισμό του κλάδου παγωτού της εταιρίας. Η επένδυση αφορά στον εκσυγχρονισμό και αυτοματοποίηση των γραμμών παραγωγής παγωτού, στη δημιουργία νέων αποθηκών κατάψυξης και στον εκσυγχρονισμό του εργαστηρίου ποιοτικού ελέγχου και του τμήματος ανάπτυξης νέων προϊόντων.


Ο κλάδος
Αναφορικά με τα οικονομικά μεγέθη του κλάδου – τα αποτελέσματα για το 2005 δεν έχουν ανακοινωθεί ακόμη – αναφέρουμε ότι το 2004, σύμφωνα με στοιχεία της Hellastat, στο σύνολό της η αγορά παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων διαμορφώθηκε περίπου στα 2 δισ. ευρώ, εμφανίζοντας αύξηση της τάξης του 6,4% σε σύγκριση με το 2004.
Η πορεία των εσόδων είναι αυξητική την τελευταία 4ετία, τα πρώτα όμως σημάδια της κόπωσης γίνονται εμφανή, αφού το 2002 η αύξηση διαμορφώθηκε στο 12,4%, διπλάσια σχεδόν μεταβολή σε σύγκριση με αυτήν που καταγράφηκε το 2004.
Αντίστοιχα, ο μέσος ρυθμός αύξησης της τελευταίας 4ετίας εκτιμάται στο 9% ετησίως, δηλαδή 2,5 μονάδες υψηλότερα της μεταβολής 2004/2003.
Από τα μεγέθη των 93 παραγωγικών μονάδων που συμπεριλαμβάνονται στη μελέτη της Hellastat, προκύπτει η σημαντική ενίσχυση των μικρότερων παικτών της αγοράς, με το μερίδιο των 10 μεγαλύτερων παικτών να περιορίζεται στο 77,4% το 2004 έναντι 80,3% το 2001, με μέση ετήσια πτώση της τάξης του 1,2%.
Η κερδοφορία των επιχειρήσεων του κλάδου βελτιώνεται διαχρονικά και το καθαρό περιθώριο εκτιμάται στο 2,4% (1,9% το 2002), στα ίδια επίπεδο με τη μέση βιομηχανική επιχείρηση το 2004 (με πτωτική όμως τάση έναντι του 2002 όπου άγγιζε το 3%).
Αντίστοιχα, η σταθερή κεφαλαιακή δομή (ξένα προς ίδια στο 1,7 προς 1) οδηγεί σε βελτίωση της αποδοτικότητας των ιδίων κεφαλαίων, στο 4,4% (4% στο σύνολο της βιομηχανίας), έναντι 4,2% το 2002 (4,8% στο σύνολο της βιομηχανίας). Η μεγάλη πλειοψηφία των επιχειρήσεων (77) είναι κερδοφόρες το 2004 και από αυτές οι 42 εμφανίζουν υψηλότερη κερδοφορία σε σύγκριση με το 2003, ενώ ακόμη 10 επιχειρήσεις πέρασαν σε κερδοφορία έναντι περυσινής ζημιογόνου χρήσης. Συνολικά, μόλις 16 επιχειρήσεις εμφανίζονται το 2004 ζημιογόνες, από τις οποίες ωστόσο οι μισές κατάφεραν να μειώσουν τις ζημίες τους σε σύγκριση με το 2003.
Οι 5 μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου εμφανίζουν συνολική κερδοφορία ύψους 69,8 εκατ. ευρώ συγκεντρώνοντας το 77% των κερδών, με συμμετοχή στις πωλήσεις ύψους 58,3%, αποκαλύπτοντας τη σημαντική συγκέντρωση της κερδοφορίας.
Η συνολική κερδοφορία των 5 μεγαλύτερων παικτών αυξήθηκε το 2004 κατά 10,5% (έναντι 31,5% στο σύνολο), με μέση αύξηση την τελευταία 3ετία της τάξης του 12,2% ετησίως (έναντι 17,4% στο σύνολο).
Η ταχύτερη βελτίωση στο σύνολο του δείγματος περιορίζει το άνοιγμα της ψαλίδας στην κερδοφορία μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων. Ειδικότερα, η συγκέντρωση της κερδοφορίας το 2004 είναι χαμηλότερη σε σύγκριση με το 2003, όπου οι 5 επιχειρήσεις δημιούργησαν το 91% της συνολικής κερδοφορίας του δείγματος.
Η Hellastat επισημαίνει ότι η βελτίωση της bottom-line εικόνας, προέρχεται κυρίως από την αναστροφή (ΦΑΓΕ, Friesland) ή τον περιορισμό (ΑΓΝΟ) αρνητικών εκτάκτων αποτελεσμάτων, αφού σε λειτουργικό επίπεδο τα ΚΠΤΦΑ αυξάνονται μόλις κατά 5,3% ετησίως την τελευταία 3ετία.
Το σημαντικότερο κομμάτι του ενεργητικού των επιχειρήσεων του κλάδου συντίθεται από πάγια στοιχεία, αντανακλώντας τις σημαντικές επενδύσεις σε εγκαταστάσεις και εξοπλισμό. Η συμμετοχή των παγίων ανέρχεται στο 39,5% στο σύνολο του ενεργητικού έναντι 38,8% το 2002.
Τα συνολικά ίδια κεφάλαια αυξάνονται με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 11,1% την περίοδο 2004-2002, αντανακλώντας τη βελτίωση της κερδοφορίας και το χαμηλό pay-out ratio (44% το 2002, 25% το 2004).
Η μέση δανειακή επιβάρυνση ως ποσοστό επί του ενεργητικού -62% είναι σε σχετικά υψηλά επίπεδα συγκρινόμενη με το 53,8% που είναι η αντίστοιχη μέση κεφαλαιακή διάρθρωση στο σύνολο της ελληνικής μεταποίησης, το 2004.
Σημαντικό ποσοστό των υποχρεώσεων είναι τοκοφόρο, με τον μακροπρόθεσμο δανεισμό να διαμορφώνεται στο 16,4% του παθητικού και τον βραχυπρόθεσμο στο 20%, παρουσιάζοντας ετήσιους ρυθμούς αύξησης της τάξης του 12,2% και 17% αντίστοιχα, την τελευταία 3ετία. Η ικανότητα κάλυψης των χρηματοοικονομικών εξόδων βελτιώνεται διαχρονικά, από 3,6 φορές το 2002 στις 5,1 το 2004.
Οι επιχειρήσεις του κλάδου λειτουργούν σε ικανοποιητικά επίπεδα γενικής ρευστότητας (1,2), λιγότερο όμως όσον αφορά το δείκτη άμεσης ρευστότητας (0,7). Ωστόσο, δεν συγκρίνονται ευνοϊκά με τον αντίστοιχο μέσο στο σύνολο της μεταποίησης όπου οι αριθμοδείκτες ρευστότητας εκτιμώνται στο 1,3 (γενική) και 0,96 (άμεση).
Η βελτίωση της ταχύτητας είσπραξης των απαιτήσεων (113 ημέρες το 2004 από 123 το 2002) σε συνδυασμό με την οριακή επέκταση στο μέσο διάστημα εξόφλησης των προμηθευτών κατά 2 ημέρες (στις 126 ημέρες το 2004 από 124) βελτιώνει τον εμπορικό κύκλο κατά 12 ημέρες, στις 58.


Του Μάκη Αποστόλου


 

  Περιεχόμενα
Editorial: Έξι χρόνια μετά...
Επενδύσεις: «ΜΑΧΕΣ ΓΙΓΑΝΤΩΝ» ΣΤΗΝ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
Επενδύσεις: Ανοχή στον κίνδυνο δείχνουν οι επενδυτές
Αφιέρωμα: Γαλακτοβιομηχανίες: Σκληρές μάχες χωρίς θύματα!
Θέμα: ΤΡΑΠΕΖΕΣ: ΣΤΡΟΦΗ ΠΕΛΑΤΩΝ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΚΕΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ
Αφιέρωμα: ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ: ΑΓΩΝΑΣ ΔΡΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ
Αφιέρωμα: Μαζική Εστίαση: Σε φάση περισυλλογής
¶ρθρο: H Ελληνική Επενδυτική Δραστηριότητα και η διείσδυση των Ελληνικών Τραπεζών στα Βαλκάνια
¶ρθρο: Coca-Cola 3Ε: Συνδυασμός αμυντικού τίτλου και growth story
Θέμα: ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΓΟΡΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ : Ανασκόπηση για το Μήνα Ιανουάριο του 2006
Θέμα: H Αγορά του Aλουμινίου
¶ρθρο: Από το 1999... έως σήμερα
Θέμα: «Μάχες» στην αγορά του ψωμιού

 Όροι και προϋποθέσεις του site