Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Σεπτέμβριος 2011-τ.375                              

ΚΛΑΔΟΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΩΝ


ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΟΙ ΕΞΑΓΩΓΕΣ


Ο κλάδος τροφίμων και ποτών αποτελεί, παρά την κρίση, έναν από τους δυναμικότερους και ταχύτερα αναπτυσσόμενους κλάδους της ελληνικής μεταποίησης.


Ο κλάδος αντιστοιχεί στο 25% του κύκλου εργασιών, στο 24% της απασχόλησης, στο 25% του συνολικού επενδεδυμένου κεφαλαίου και σχεδόν στο 25% της προστιθέμενης αξίας της χώρας, ενώ οι εταιρείες τροφίμων και ποτών αποτελούν μερικούς από τους βασικούς εξαγωγείς μας. Οι πωλήσεις αντιπροσωπεύουν το 20% των συνολικών πωλήσεων από εξαγωγές και παρουσιάζουν έσοδα που ξεπερνούν τα 2 δισ. ευρώ. Βασικές αγορές για τα ελληνικά προϊόντα αποτελούν η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ.
Αλλά και εντός συνόρων, η Ελλάδα προσφέρει πολλαπλά οφέλη σε σημαντικό αριθμό πολυεθνικών επιχειρήσεων. Επιχειρηματικοί κολοσσοί, όπως οι Nestlé, Coca Cola, Kraft Foods, Barilla, Cadbury και General Mills παρασκευάζουν στην Ελλάδα μια ευρεία γκάμα προϊόντων, που γίνονται άμεσα αποδεκτά τόσο στην εγχώρια όσο και στις γειτονικές περιφερειακές αγορές.
Σημαντικό πλεονέκτημα αποτελεί το γεγονός ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις τροφίμων και ποτών έχουν αναπτύξει ένα εκτενές και δυναμικό δίκτυο πωλήσεων και διανομής στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Κύρια προϊόντα εξαγωγής αποτελούν τα λαχανικά, τα φρούτα, το ελαιόλαδο, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα φρέσκα θαλασσινά, οι κομπόστες φρούτων, οι ελιές, οι σταφίδες, το κρασί και τα προϊόντα τομάτας.
Η Ελλάδα προσφέρει σημαντικές επιχειρηματικές ευκαιρίες για δημιουργία προστιθέμενης αξίας σε πολλές κατηγορίες προϊόντων, ιδίως όσο αυξάνεται διεθνώς το ενδιαφέρον για προϊόντα υγιεινής διατροφής, σνακ και προ-μαγειρεμένα γεύματα. Οι συνταγές με μέλι και ξηρούς καρπούς, τα ζυμαρικά, οι μαρμελάδες, καθώς και τα προϊόντα θαλασσινών και κρέατος παρουσιάζουν επίσης σημαντικές προοπτικές. Παράλληλα, όσο αυξάνεται η κατανάλωση ελαιόλαδου, η Ελλάδα μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στον τομέα ως η τρίτη μεγαλύτερη ελαιοπαραγωγός χώρα στον κόσμο.
Κύρια πλεονεκτήματα για τους υποψήφιους επενδυτές είναι τα εξής:
• Χαμηλό λειτουργικό κόστος
• Άφθονες πρώτες ύλες
• Παραγωγή σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κανονιστικό και νομοθετικό πλαίσιο
• Πρόσβαση στις αναδυόμενες αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης όπου οι ελληνικές εταιρείες τροφίμων και ποτών έχουν εξαιρετικά ανεπτυγμένο δίκτυο παραγωγής και διανομής
• Τάση, ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες κοινωνίες, για υγιεινή διατροφή βασισμένη στα μεσογειακά διατροφικά χαρακτηριστικά.
•Υψηλά καταρτισμένο και εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό
• Εξοικείωση των Ελλήνων καταναλωτών με διεθνείς γεύσεις και διεθνή προϊόντα διατροφής.


Επενδυτικές ευκαιρίες παρουσιάζονται επίσης στα «μεσογειακά» προϊόντα διατροφής, καθώς και στον ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα των βιολογικών προϊόντων. Αγαθά όπως ο κρόκος Κοζάνης, η μαστίχα Χίου και η σπιρουλίνα, ως διατροφικό συμπλήρωμα, είναι διεθνώς αναγνωρισμένα για την εξαιρετικά υψηλή τους ποιότητα. Επιπλέον, φημισμένα προϊόντα, όπως το ούζο, η φέτα και τα φυστίκια Αιγίνης, κερδίζουν συνεχώς νέες αγορές σε παγκόσμιο επίπεδο.



ΚΡΕΑΣ
Αυξάνονται οι εισαγωγές


Το κρέας αποτελεί ένα βασικό είδος διατροφής στη χώρα μας και η ζήτησή του συνολικά χαρακτηρίζεται από χαμηλή ελαστικότητα ως προς την τιμή. Οι μεταβολές στην τιμή δεν επηρεάζουν δραστικά τη συνολική κατανάλωση κρέατος, ωστόσο μπορούν να καθορίζουν το βαθμό υποκατάστασης μεταξύ των διαφόρων ειδών κρέατος. Σύμφωνα με μελέτη της Icap οι παράγοντες που επηρεάζουν περισσότερο τη ζήτηση είναι η αντίληψη περί ποιότητας του κρέατος, η οποία συνδέεται συχνά με την προέλευσή του, οι διατροφικές συνήθειες των καταναλωτών, τα έθιμα και οι παραδόσεις, τα οποία ευνοούν την κατανάλωση συγκεκριμένης κατηγορίας κρέατος σε συγκεκριμένες περιόδους κ.λπ.
Κύριο γνώρισμα του κλάδου είναι η πληθώρα επιχειρήσεων στον παραγωγικό τομέα. Στην αγορά του κρέατος υπάρχουν λίγες μεγάλες βιομηχανίες που λειτουργούν και ως σύνθετες καθετοποιημένες μονάδες, πλήθος χοιροτροφικών εκμεταλλεύσεων-μονάδων παραγωγής χοιρινού κρέατος και πτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων-μονάδων παραγωγής κρέατος πουλερικών, βοοτροφικές μονάδες κ.ά. Επιπλέον, η επεξεργασία και η τυποποίηση κρέατος αποτελεί μόνη της το αντικείμενο πολλών εταιρειών, οι οποίες διευρύνουν την παρουσία τους στην αγορά. Οι μονάδες αυτές προμηθεύονται κρέας είτε από την εγχώρια αγορά είτε από το εξωτερικό και αναλαμβάνουν τον τεμαχισμό, την αποστέωση και την τυποποίηση σε συσκευασίες που προορίζονται είτε για «επαγγελματική» χρήση είτε για λιανική πώληση ή ακόμη για την παραγωγή κρεατοσκευασμάτων.
Κατά το διάστημα 1986-2008 η εγχώρια κατανάλωση αυξήθηκε, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 0,67%, αν και παρουσίασε διακυμάνσεις. Ωστόσο, την τελευταία δεκαετία η εξέλιξη ήταν φθίνουσα, όπως προαναφέρθηκε. Σε γενικές γραμμές, το μερίδιο της εγχώριας παραγωγής στην κατανάλωση μειώνεται διαχρονικά, ενώ ταυτόχρονα η εισαγωγική διείσδυση αυξάνεται (κυμάνθηκε μεταξύ 43%-48,5%) την τελευταία εξαετία. Η άνοδος αυτή των εισαγωγών αποδίδεται στις εγγενείς αδυναμίες της πρωτογενούς εγχώριας παραγωγής και στη μειωμένη ανταγωνιστικότητα των εγχώριων προϊόντων. Από την άλλη πλευρά, οι εξαγωγικές επιδόσεις της εγχώριας παραγωγής παραμένουν εξαιρετικά χαμηλές. Το μερίδιο της εγχώριας παραγωγής στην κατανάλωση μειώνεται διαχρονικά, ενώ ταυτόχρονα η εισαγωγική διείσδυση αυξάνεται (κυμάνθηκε μεταξύ 43%-48,5%) την τελευταία εξαετία.
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής αγοράς απέσπασε το χοιρινό κρέας (ποσοστό 32,8% το 2008). Στη συνέχεια ακολουθεί το κρέας πουλερικών (με ποσοστό 26,8% το 2008) και το βόειο κρέας (18,3%).
Ο τομέας της εκτροφής και παραγωγής κρέατος αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα όσον αφορά την παραγωγική διαδικασία, αλλά και τον ανταγωνισμό από τα εισαγόμενα προϊόντα. Βασικό χαρακτηριστικό του κλάδου είναι ο κατακερματισμός της πρωτογενούς αγροτικής παραγωγής εν γένει και η ύπαρξη μεγάλου αριθμού κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων, συνήθως μικρής παραγωγικής δυναμικότητας και χαμηλού ή μέτριου επιπέδου οργάνωσης. Η ελλιπής οργάνωση των περισσότερων εκτροφικών μονάδων δημιουργεί το επιπλέον πρόβλημα της χαμηλής απόδοσης του ζωικού κεφαλαίου σε κρέας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την καλή οργάνωση των εκτροφικών μονάδων και το χαμηλότερο κόστος παραγωγής σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημιουργεί έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των εγχωρίως παραγομένων και εισαγομένων προϊόντων, ο οποίος είναι εμφανής κυρίως στο επίπεδο των τιμών. Η εισαγωγική διείσδυση είναι μεγάλη στις κατηγορίες βοείου και χοιρινού κρέατος, ενώ στον τομέα της πτηνοτροφίας οι συνθήκες διαφέρουν και οι εισαγωγές παραμένουν σε περιορισμένα επίπεδα, λόγω του υψηλότερου επιπέδου οργάνωσης και του μεγάλου μεγέθους των κορυφαίων μονάδων.


ΒΙΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ
Συνεχίζεται η ανάπτυξη, αλλά με μειούμενους ρυθμούς


Η βιολογική γεωργία είναι ένα σύστημα ολοκληρωμένης παραγωγής, με μειωμένους βαθμούς ελευθερίας όσον αφορά στις εισροές θρεπτικών στοιχείων (λιπάνσεων) και φυτοπροστατευτικών ουσιών, σε σύγκριση με τα κλασικά συστήματα ολοκληρωμένης παραγωγής. Στόχος είναι η παραγωγή γεωργικών προϊόντων χωρίς χημικά κατάλοιπα, καθώς και η ανάπτυξη μεθόδων παραγωγής φιλικών προς το περιβάλλον, με έμφαση στη διατήρηση της γονιμότητας του εδάφους.
Ο κυριότερος παράγοντας που επηρεάζει τη ζήτηση για βιολογικά προϊόντα είναι η μέριμνα των καταναλωτών για την υγεία τους, σε συνδυασμό με την ασφάλεια των τροφίμων, στοιχείο το οποίο επηρεάζεται μεταξύ άλλων και από τα διάφορα διατροφικά «σκάνδαλα» που κατά καιρούς δημοσιοποιούνται.
Ο κλάδος των βιολογικών προϊόντων στη χώρα μας αποτελείται κατά πλειοψηφία από επιχειρήσεις μικρού μεγέθους, οικογενειακού χαρακτήρα, το δε επίπεδο πωλήσεών τους είναι σχετικά χαμηλό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από την κλαδική μελέτη, η συνολική αξία της εγχώριας αγοράς βιολογικών τροφίμων (σε τιμές λιανικής) παρουσίασε αύξηση της τάξης του 30% το 2008 σε σχέση με το 2007.
Ειδικότερα, τα εισαγόμενα βιολογικά τρόφιμα εκτιμάται ότι κάλυψαν περίπου το 57% της συνολικής αξίας για το 2008. Όσον αφορά σε τρία από τα κυριότερα βιολογικά προϊόντα, η εγχώρια κατανάλωση τυποποιημένου βιολογικού ελαιόλαδου παρουσίασε αύξηση της τάξης του 15% την περίοδο 2008/07, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής παραγωγής (περίπου 63% το 2008) έχει ως προορισμό χώρες του εξωτερικού. Η αγορά κρασιού από βιολογικά σταφύλια σημείωσε άνοδο της τάξης του 4% το 2008 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής παραγωγής του συγκεκριμένου προϊόντος (περίπου 79% το 2008) διοχετεύεται στην εγχώρια αγορά. Τέλος, η κατανάλωση βιολογικών εσπεριδοειδών παρουσιάζεται αυξημένη κατά 5% περίπου το 2008, με το ποσοστό των εξαγωγών να ξεπερνά το 68%.
Οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ, ως κανάλι διακίνησης, εκτιμάται ότι συγκέντρωσαν το 2008 συνολικά το 50% των πωλήσεων του κλάδου των βιολογικών τροφίμων. Το μερίδιο συμμετοχής τους αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια, καθώς όλο και περισσότερες αλυσίδες επεκτείνονται στην εμπορία βιολογικών τροφίμων δημιουργώντας στα καταστήματά τους «βιολογικές γωνιές». Τα καταστήματα αμιγώς βιολογικών τροφίμων (αλυσίδες και μεμονωμένα) εκτιμάται ότι κατέλαβαν ποσοστό 46% περίπου. Το υπόλοιπο 4% μοιράζονται λοιπά σημεία πώλησης (λαϊκές αγορές κ.λπ.).


ΑΡΤΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ
Αυξανόμενος ο ανταγωνισμός στην αγορά των τυποποιημένων
Η εγχώρια αγορά των τυποποιημένων αρτοπαρασκευασμάτων χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των μεγαλύτερων κυρίως βιομηχανιών, οι οποίες ελέγχουν σημαντικό τμήμα της αγοράς. Οι επιχειρήσεις του εξεταζόμενου κλάδου, προκειμένου να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν το μερίδιο που κατέχουν στην αγορά, προσπαθούν να παράγουν προϊόντα τα οποία να καλύπτουν τις συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις των καταναλωτών και τα διατροφικά τους πρότυπα για καλύτερης ποιότητας και υγιεινότερα προϊόντα. Επιπλέον, η διάθεση στην αγορά ποικιλίας υποκατάστατων ή παρεμφερών προϊόντων οξύνει τον υφιστάμενο ανταγωνισμό. Η εγχώρια αγορά τυποποιημένων αρτοπαρασκευασμάτων εμφανίζει υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, με την ύπαρξη λίγων μεγάλων βιομηχανιών και μικρού αριθμού μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι περισσότερες εκ των οποίων είναι τοπικού χαρακτήρα.
Οι μεγάλες αρτοβιομηχανίες διαθέτουν ανεπτυγμένα δίκτυα διανομής που καλύπτουν όλη τη χώρα, καθώς και σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό που τους δίνει τη δυνατότητα να προσφέρουν προϊόντα σε ανταγωνιστικές τιμές. Παράλληλα, η διευρυνόμενη τάση για πραγματοποίηση μαζικών αγορών από τους καταναλωτές μέσω των σούπερ μάρκετ ευνοεί τη ζήτηση των εξεταζόμενων προϊόντων και συμβάλλει στην αύξηση του μεριδίου αγοράς των μεγάλων βιομηχανιών. Επίσης, οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ διαθέτουν από τα καταστήματά τους και προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (private label).
Η συνολική εγχώρια κατανάλωση βιομηχανοποιημένου ψωμιού παρουσίασε διαχρονική αύξηση την περίοδο 1995-2008, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανόδου 5,6%. Την κυριότερη κατηγορία αποτελεί το ψωμί για τοστ, το οποίο συμμετείχε με ποσοστό 61% στο σύνολο της κατανάλωσης (σε τόνους) το 2008. Ακολουθεί το ψωμί σε μορφή φρατζόλας ή καρβελιού, το οποίο κάλυψε το 26% της συνολικής αγοράς, ενώ τα rolls για hamburgers και sandwiches και το ψωμί γερμανικού τύπου απέσπασαν μερίδιο 7% και 6% αντίστοιχα, το ίδιο έτος. Το μέγεθος της εγχώριας κατανάλωσης των συσκευασμένων φρυγανιών παρουσίασε μικρές ετήσιες διακυμάνσεις τη χρονική περίοδο 1995-2008, ενώ η κατανάλωση παξιμαδιών σουηδικού τύπου ακολούθησε πτωτική πορεία, εμφανίζοντας μέσο ετήσιο ρυθμό μείωσης 6%. Αντιθέτως, σημαντική αύξηση παρουσιάζει η ζήτηση για παξιμάδια παραδοσιακού τύπου, τα τελευταία χρόνια. Τέλος, αυξητικές τάσεις εμφανίζει και η εγχώρια κατανάλωση τυποποιημένων κριτσινιών, την ίδια χρονική περίοδο.
Η ζήτηση τυποποιημένων αρτοπαρασκευασμάτων καλύπτεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα και σε μικρό ποσοστό από εισαγόμενα. Σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων δεν πραγματοποιούνται εισαγωγές, λόγω της μικρής διάρκειας συντήρησής τους, η οποία δεν επιτρέπει τη μεταφορά τους σε μεγάλες αποστάσεις.


ΑΓΟΡΑ ΠΑΓΩΤΟΥ
Τη χαρακτηρίζουν η εποχικότητα και η περιορισμένη κατανάλωση
Σύμφωνα με τη Μελέτη της ICAP, ο αριθμός των επιχειρήσεων οι οποίες δραστηριοποιούνται στον κλάδο του παγωτού είναι μεγάλος, ωστόσο η αγορά ελέγχεται από λίγες επιχειρήσεις (υψηλός βαθμός συγκέντρωσης), οι οποίες διαθέτουν κυρίως επώνυμα προϊόντα και καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης. Οι μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις διαθέτουν ανεπτυγμένα δίκτυα διανομής σε όλη τη χώρα και, επιπλέον, διατηρούν σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό τον οποίο ανανεώνουν τακτικά, ώστε να ανταποκρίνονται καλύτερα στις απαιτήσεις και τα νέα δεδομένα που προκύπτουν στην αγορά. Παράλληλα επενδύουν στον τομέα του marketing και στην προβολή, προκειμένου να ενισχύσουν την αναγνωρισιμότητα των εμπορικών τους σημάτων. Επίσης, μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου, σε ορισμένες περιπτώσεις, προβαίνουν σε συνεργασίες, εξαγορές και συγχωνεύσεις με άλλες εταιρείες ειδών διατροφής.
Στον κλάδο του παγωτού, εκτός από τις μεγάλου μεγέθους παραγωγικές μονάδες δραστηριοποιούνται και πολλές μεσαίου και μικρού μεγέθους επιχειρήσεις. Το πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις αυτές εστιάζεται στην έλλειψη κεφαλαίων για την πραγματοποίηση επενδύσεων σε μηχανολογικό εξοπλισμό, για την αναβάθμιση των παραγωγικών τους εγκαταστάσεων και την τυποποίηση των προϊόντων που παράγουν. Κυρίως όμως αντιμετωπίζουν δυσχέρειες στην ανάπτυξη ενός εκτεταμένου δικτύου διανομής, με αποτέλεσμα να διοχετεύουν τα προϊόντα τους, κυρίως ή αποκλειστικά, σε τοπικές αγορές.
Αγορά με διακυμάνσεις
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της κλαδικής μελέτης, η συνολική εγχώρια αγορά παγωτού παρουσίασε διακυμάνσεις την περίοδο 1997-2008. Το 2007 εμφάνισε άνοδο 3,4% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ το 2008 παρουσίασε υποχώρηση περίπου 2%. Τα τυποποιημένα παγωτά (ατομικά και οικογενειακά) κάλυψαν το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κατανάλωσης το 2008, με ποσοστό της τάξης του 76%. Τα ατομικά παγωτά απέσπασαν μερίδιο 49% και τα οικογενειακά απέσπασαν μερίδιο της τάξης του 27%, ενώ το μη τυποποιημένο (χύμα παγωτό) κάλυψε το 24% του συνόλου.
Η εισαγωγική διείσδυση στην αγορά παγωτού τη διετία (2007-2008) κυμάνθηκε μεταξύ 25%-28% και η αντίστοιχη εξαγωγική δραστηριότητα κυμάνθηκε μεταξύ 16%-18%, μειωμένη όμως το 2008 σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
 Σημαντική εξέλιξη στον τομέα του παγωτού αποτελούν τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (private label), τα οποία εμφανίζουν ανοδικές πωλήσεις τα τελευταία χρόνια και κατέχουν αξιόλογη θέση στις προτιμήσεις των καταναλωτών. Άλλη μια τάση που διαπιστώνεται τελευταία είναι εκείνη της αύξησης της κατανάλωσης παγωτού στο σπίτι, ανεξαρτήτως καναλιού διανομής. Η τάση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι τα παιδιά, και γενικά οι νέοι, που αποτελούν μια σημαντική κατηγορία καταναλωτών για τις εταιρείες του κλάδου, αφιερώνουν όλο και μεγαλύτερο μέρος του ελεύθερου χρόνου τους στο σπίτι, ενώ παράλληλα ο ελεύθερος χρόνος του μέσου ανθρώπου συνεχώς και περιορίζεται.
Σύμφωνα με την ανάλυση του ομαδοποιημένου ισολογισμού (βάσει δείγματος 14 εταιρειών), οι πωλήσεις των παραγωγικών επιχειρήσεων παγωτού για το 2007 αυξήθηκαν κατά 9,25% σε σχέση με το 2006, ενώ το μικτό κέρδος αυξήθηκε με εντονότερο ρυθμό (13,2%). Συνέπεια των παραπάνω ήταν η δραστική βελτίωση του λειτουργικού αποτελέσματος και η εμφάνιση σημαντικού ύψους καθαρών κερδών το 2007. Το περιθώριο EBITDA διαμορφώθηκε σε 30,73% το 2007 και η αποδοτικότητα ίδιων κεφαλαίων σε 24,34%.


ΑΛΚΟΟΛΟΥΧΑ ΠΟΤΑ
Φθίνουσα η κατανάλωση την τελευταία πενταετία


Ο κλάδος των αλκοολούχων ποτών γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη στα μέσα της δεκαετίας του '80, όταν οι Έλληνες καταναλωτές, ακολουθώντας τα ευρωπαϊκά πρότυπα, άρχισαν να υποκαθιστούν σταδιακά τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα με άλλα, εισαγόμενα αλκοολούχα ποτά. Κάτω από συνθήκες έντονου ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο, αρκετές ελληνικές παραγωγικές και εισαγωγικές εταιρείες περιήλθαν μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων στον έλεγχο μεγάλων διεθνών οίκων, οι οποίοι, πέραν των δικών τους καθιερωμένων εμπορικών σημάτων, απέκτησαν και αρκετά γνωστά σήματα ποτών.
Η ζήτηση των αλκοολούχων ποτών επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις καταναλωτικές συνήθειες, οι οποίες τα τελευταία χρόνια στρέφονται προς έναν πιο υγιεινό τρόπο διατροφής και διαβίωσης, γεγονός που ευνοεί τη ζήτηση μη αλκοολούχων ποτών και ποτών χαμηλού αλκοολικού βαθμού. Η τιμή πώλησης των αλκοολούχων ποτών, σε συνδυασμό με το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, αποτελούν επίσης σημαντικούς παράγοντες που επιδρούν στη ζήτηση. Η ειδική φορολογία στην οποία υποβάλλονται τα αλκοολούχα, επιδρά στη διαμόρφωση της τελικής τους τιμής και ενισχύει την υποκατάστασή τους από άλλα ποτά, χαμηλότερης περιεκτικότητας σε αλκοόλ και κατ' επέκταση και χαμηλότερης τιμής. Επίσης, η ζήτηση των εξεταζόμενων προϊόντων επηρεάζεται και από κοινωνικούς παράγοντες, καθώς επίσης και από δημογραφικούς παράγοντες.
Η εγχώρια παραγωγή αλκοολούχων ποτών αφορά κυρίως το ούζο, τα λικέρ και το μπράντυ. Οι μεγάλες παραγωγικές μονάδες παρουσιάζονται αρκετά διαφοροποιημένες σε σχέση με τις λοιπές επιχειρήσεις του κλάδου ως προς τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας και το δίκτυο διανομής τους. Οι μικρές παραγωγικές μονάδες έχουν κυρίως βιοτεχνικό χαρακτήρα και το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους αφορά συνήθως το ούζο. Σχεδόν στο σύνολό τους, οι μεγάλες παραγωγικές μονάδες διαθέτουν εκτεταμένο δίκτυο διανομής των προϊόντων τους, που καλύπτει τη «ζεστή» και «κρύα» αγορά. Οι εξαγωγικές επιδόσεις του κλάδου αφορούν κυρίως το ούζο.
Ο εισαγωγικός τομέας ελέγχεται από λίγες, μεγάλου μεγέθους, επιχειρήσεις, που είναι θυγατρικές πολυεθνικών εταιρειών. Διαθέτουν πανελλαδικά δίκτυα διανομής, μέσω των οποίων διοχετεύουν στην αγορά τα προϊόντα τους, καθώς και τα προϊόντα άλλων επιχειρήσεων του κλάδου. Το μεγαλύτερο δε μέρος των εισαγωγών προέρχεται από χώρες της Ε.Ε.
Η συνολική εγχώρια αγορά αλκοολούχων ποτών κινείται πτωτικά τα τελευταία χρόνια. Το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας αγοράς καλύπτεται από εισαγόμενα προϊόντα, ενώ η εγχώρια παραγωγή συνίσταται κυρίως σε ούζο, τσίπουρο, μπράντυ και λικέρ. Στο σύνολο της αγοράς, το ουίσκι καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος, καταλαμβάνοντας ποσοστό περίπου 40% το 2008, ενώ ακολουθεί το ούζο με μερίδιο της τάξης του 25%. Στην τρίτη θέση, με αρκετά μικρότερη ζήτηση, βρίσκεται η βότκα και ακολουθούν τα λικέρ και τα μπράντυ, ενώ τη μικρότερη ζήτηση συγκεντρώνουν το τζιν και το ρούμι.
Το ούζο αποτελεί αποκλειστικά εγχωρίως παραγόμενο προϊόν και το κυριότερο εξαγόμενο αλκοολούχο ποτό, ενώ από το 2000 παρατηρείται και σε αυτό πτωτική τάση της κατανάλωσης. Από τα λοιπά αλκοολούχα ποτά, ελαφρά αυξητική τάση χαρακτηρίζει τα λεγόμενα «λευκά» ποτά (βότκα, τζιν), ενώ εντυπωσιακή ήταν η ανάπτυξη των ποτών χαμηλού αλκοολικού βαθμού (RtD's).



ΑΓΟΡΑ ΜΠΥΡΑΣ
Υψηλός βαθμός συγκέντρωσης


Έντονος ανταγωνισμός και πολύ υψηλός βαθμός συγκέντρωσης χαρακτηρίζουν την αγορά μπύρας στην Ελλάδα. Στην αγορά κυριαρχεί ουσιαστικά μία μεγάλη ζυθοβιομηχανία, η οποία παράγει, εισάγει και διακινεί ισχυρά εμπορικά σήματα, ενώ δραστηριοποιούνται επίσης λίγες ακόμη παραγωγικές επιχειρήσεις, καθώς και αρκετές εισαγωγικές εταιρείες του ευρύτερου κλάδου των ποτών και ειδών διατροφής. Πολύ πρόσφατα παρατηρείται και τάση ανάπτυξης επιχειρήσεων μικρο-ζυθοποιίας στην εγχώρια αγορά. Από επιχειρηματική σκοπιά, δυνατό σημείο του κλάδου είναι κατ’ αρχήν η υψηλή κερδοφορία των εδραιωμένων εταιρειών. Επίσης, δυνατό σημείο από πλευράς προϊόντος θεωρείται η χαμηλότερη τιμή του σε σχέση με τα ανταγωνιστικά οινοπνευματώδη ποτά, η ανεπτυγμένη παραγωγική βάση, οι κατάλληλες συνθήκες παραγωγής (διαθεσιμότητα κατάλληλου νερού) και η προσφορά προϊόντων υψηλής ποιότητας, κυρίως δε η πληθώρα-ποικιλία των τελικών σημείων διάθεσης και η «εύκολη» πρόσβαση στην κατανάλωση μπύρας σε πολλές διαφορετικές περιστάσεις.
Το βασικότερο χαρακτηριστικό της ζήτησης μπύρας στην Ελλάδα είναι η εποχικότητα. Η περίοδος ουσιαστικής κατανάλωσης μπύρας στη χώρα μας αρχίζει το Μάρτιο και διαρκεί 8 μήνες περίπου, με την κατανάλωση να κορυφώνεται μεταξύ των μηνών Μαΐου και Σεπτεμβρίου. Το στοιχείο της εποχικότητας συνδυάζεται και με την τουριστική κίνηση προς τη χώρα μας, η οποία έχει σαφώς θετική επίδραση στην εγχώρια κατανάλωση μπύρας. Επίσης, παράγοντας που επηρεάζει τη ζήτηση μπύρας είναι και η τιμή της σε σχέση και με τις τιμές των άλλων οινοπνευματωδών ποτών, καθώς επίσης και η χαμηλή περιεκτικότητά της σε αλκοόλ, που ευνοεί την κατανάλωσή της σε μεγαλύτερες ποσότητες.
Από την έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών που διενεργεί ή ΕΣΥΕ προκύπτει ότι η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών για μπύρα καλύπτει το 28,5% των αντίστοιχων δαπανών για αγορά οινοπνευματωδών ποτών γενικά. Όσον αφορά τα υποκατάστατα προϊόντα, η εμφάνιση στην αγορά νέων ποτών χαμηλού αλκοολικού βαθμού (ready to drink) ασκεί έντονο ανταγωνισμό στον κλάδο, καθώς τα εν λόγω προϊόντα αποσπούν μερίδιο αγοράς από την μπύρα.


Μετατόπιση από την «κρύα» στη «ζεστή» αγορά


Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται κάποια τάση μετατόπισης της ζήτησης μπύρας από την «κρύα» αγορά (εστιατόρια, μπαρ κ.λπ.) στη «ζεστή» (οικιακή κατανάλωση), ωστόσο η κατανάλωση στην «κρύα» αγορά εξακολουθεί να κυριαρχεί, καλύπτοντας τα 2/3 του συνόλου.
Η ζήτηση μπύρας στην ελληνική αγορά καλύπτεται κυρίως από την εγχώρια παραγωγή, το μέγεθος της οποίας παρουσίασε διακυμάνσεις την περίοδο 1996-2008. Συγκεκριμένα, η εγχώρια παραγωγή μπύρας μετά από μείωση
(-6,8%) που σημειώθηκε κατά το 2007, παρουσίασε οριακή αύξηση (κατά 1,3%) το 2008.
Η εγχώρια φαινομενική κατανάλωση μπύρας αυξήθηκε κατά 2,7% το 2008 έναντι του 2007. Τα τελευταία χρόνια η εισαγωγική διείσδυση στην αγορά μπύρας παρουσιάζει ανοδική τάση. Τη διετία 2007-2008 ο βαθμός εισαγωγικής διείσδυσης κυμάνθηκε μεταξύ 11%-12%. Από την άλλη, η εξαγωγική επίδοση παρουσιάζει διακυμάνσεις, ενώ το 2008 οι εξαγωγές κάλυψαν το 6,4% της παραγωγής.
Στα πλαίσια της μελέτης έγινε εκτεταμένη χρηματοοικονομική ανάλυση των επιχειρήσεων του κλάδου βάσει επιλεγμένων αριθμοδεικτών. Επίσης, συνετάχθη ομαδοποιημένος ισολογισμός βάσει αντιπροσωπευτικού δείγματος οκτώ παραγωγικών επιχειρήσεων, για τις χρήσεις 2006 και 2007. Όπως προέκυψε από την εν λόγω ανάλυση, το σύνολο του ενεργητικού των επιχειρήσεων ζυθοποιίας παρουσίασε μικρή μόνο μεταβολή (1,4%) το 2007 σε σχέση με το 2006, προερχόμενη κυρίως από την αύξηση των αποθεμάτων. Το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων παρέμεινε στα ίδια επίπεδα με το 2006, ενώ οι συνολικές βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις αυξήθηκαν κατά 9,6% το 2007. Οι συνολικές πωλήσεις των οκτώ (8) επιχειρήσεων διαμορφώθηκαν σε 517 εκατ. ευρώ το 2007, αυξημένες κατά 10% έναντι του προηγουμένου έτους. Τα μικτά κέρδη αυξήθηκαν κατά 37,4%, γεγονός που οδήγησε σε σημαντική βελτίωση τόσο το λειτουργικό αποτέλεσμα (+19,5%) όσο και τα κέρδη προ φόρου (+18,4%). Τα κέρδη EBITDA αυξήθηκαν το τελευταίο έτος κατά 11,7%. Η αποδοτικότητα ιδίου κεφαλαίου διαμορφώθηκε σε 27,9% το 2007, ενώ εντυπωσιακή βελτίωση εμφανίζει το περιθώριο μικτού κέρδους.
Σύμφωνα με τις ισχύουσες συνθήκες και τάσεις, η συνολική εγχώρια αγορά της μπύρας αναμένεται να επηρεαστεί από τις συνθήκες πίεσης του διαθέσιμου οικογενειακού εισοδήματος και τη μείωση των τουριστικών αφίξεων κατά τη θερινή περίοδο του 2009, με συνέπεια παράγοντες του κλάδου να μην αποκλείουν πιθανή μείωση της ζήτησης, χωρίς όμως μεγάλη απόκλιση από τα δεδομένα του έτους 2008. Η διαφαινόμενη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος μέρους των καταναλωτών και ο συνεπαγόμενος περιορισμός της συχνότητας εξόδου για διασκέδαση, αναμένεται να εντείνει τη σταδιακή αύξηση του ποσοστού της «ζεστής» αγοράς.



ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ
Τα αγοράζει η πλειονότητα των καταναλωτών


Σημαντικά ευρήματα προέκυψαν από έρευνα, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, πάνω στη συμπεριφορά του σύγχρονου Έλληνα καταναλωτή απέναντι στα ελληνικά παραδοσιακά τρόφιμα και ποτά, στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος της Αγροτικής Οικονομίας, της Γεωπονικής Σχολής του Α.Π.Θ.
Περίπου οι μισοί από τους ερωτώμενους (48,8%) απάντησαν ότι συχνά καταναλώνουν παραδοσιακά τρόφιμα και ποτά, το 29,5% ότι τα καταναλώνουν περιστασιακά, το 16,9% ότι τα καταναλώνουν πολύ συχνά, το 4,3% των ερωτηθέντων τα καταναλώνουν σπάνια, ενώ μόνο το 0,5% δεν καταναλώνουν ποτέ παραδοσιακά τρόφιμα και ποτά. Αναφορικά με τα διάφορα είδη των παραδοσιακών τροφίμων και ποτών, τα δημοφιλέστερα στην κατανάλωση είναι το γιαούρτι, το μέλι, τα τοπικά τυριά, οι μαρμελάδες, τα γλυκά κουταλιού, ο τραχανάς, οι χυλοπίτες και το κρασί. Η πλειονότητα των καταναλωτών αγοράζει παραδοσιακά τρόφιμα και ποτά, κυρίως γιατί θεωρεί ότι είναι φτιαγμένα με αγνά υλικά χωρίς χημικά πρόσθετα, είναι πιο υγιεινά από τα βιομηχανοποιημένα και έχουν ωραία γεύση και άρωμα.
Ο σημαντικότερος λόγος, για τον οποίο ένα μικρό ποσοστό του δείγματος δεν αγοράζει παραδοσιακά τρόφιμα και ποτά, είναι το γεγονός ότι τα φτιάχνουν μόνοι τους, ενώ δεύτερο σημαντικό εμπόδιο είναι το ότι δεν τα βρίσκουν εύκολα στην αγορά.
Αναφορικά με τον τόπο αγοράς των παραδοσιακών τροφίμων και ποτών η πλειονότητα των καταναλωτών προτιμά να τα προμηθεύεται από το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, από ειδικά καταστήματα πώλησης παραδοσιακών τροφίμων και ποτών και από τη λαϊκή αγορά.
Οι περισσότεροι καταναλωτές (87%), κατά την επίσκεψή τους στους τόπους παραγωγής των παραδοσιακών τροφίμων και ποτών, θα αγοράσουν οπωσδήποτε κάποια παραδοσιακά τρόφιμα και ποτά, διότι κατά κύριο λόγο είναι τοπικά και φτιαγμένα με τοπικές πρώτες ύλες και συνταγές.
Σχεδόν οι μισοί καταναλωτές του δείγματος φαίνεται ότι φτιάχνουν μόνοι τους κάποια από τα παραδοσιακά τρόφιμα και ποτά.
Το 82% των καταναλωτών προτιμά τα συσκευασμένα παραδοσιακά τρόφιμα και ποτά. Το 58% διαβάζει πολύ συχνά τις πληροφορίες που αναγράφονται στην ετικέτα των συσκευασμένων παραδοσιακών τροφίμων και ποτών και ενδιαφέρεται να μάθει κυρίως για την ημερομηνία λήξης, τα συστατικά και τον τόπο προέλευσής τους.
Όσον αφορά στις τιμές των παραδοσιακών τροφίμων και ποτών, το 49% τις βρίσκει υψηλές, αλλά οι περισσότεροι δήλωσαν ότι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν επιπλέον για την αγορά των παραδοσιακών τροφίμων και ποτών με τιμή προσαυξημένη έως 10% συγκριτικά με αυτή των βιομηχανοποιημένων τροφίμων και ποτών.
Το 52% των καταναλωτών δεν θεωρεί ικανοποιητική τη διάθεση των παραδοσιακών τροφίμων και ποτών.
Σχετικά με την ενημέρωση των καταναλωτών για τα παραδοσιακά τρόφιμα και ποτά, η πλειονότητα των καταναλωτών (76%) δήλωσε ότι δεν είναι ικανοποιημένοι από την ενημέρωσή τους. Οι περισσότεροι καταναλωτές έχουν ενημερωθεί για την κατηγορία αυτή των τροφίμων κυρίως από συγγενείς και φίλους, από τα περιοδικά και από την τηλεόραση. Για την καλύτερη ενημέρωσή τους θεωρούν ότι το Κράτος θα πρέπει να στηρίξει οικονομικά τους γυναικείους συνεταιρισμούς, για τη μεγαλύτερη προβολή τους, ώστε να μπορέσουν να προβληθούν και να υπάρχουν περισσότερες ενημερωτικές εκπομπές στην τηλεόραση.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, το προφίλ του καταναλωτή των παραδοσιακών τροφίμων και ποτών μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι το ακόλουθο: καταναλωτής ηλικίας άνω των 41 ετών, έγγαμος με περισσότερα από 2 ενήλικα μέλη στο νοικοκυριό του και σχετικά υψηλό εισόδημα (2500-3000).
Επιπλέον, παρατηρήθηκε ότι η κατανάλωση των παραδοσιακών τροφίμων και ποτών εξαρτάται πρωτίστως από την περιοχή στην οποία διαμένουν οι καταναλωτές (30%), από το μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα (26%) και από τον αριθμό των ενήλικων μελών του νοικοκυριού τους (21%).
Να σημειωθεί ότι ο όρος «παραδοσιακά τρόφιμα» αναφέρεται σε τρόφιμα φτιαγμένα από ιδιαίτερες πρώτες ύλες, με μια συνταγή γνωστή για μεγάλο χρονικό διάστημα και /ή με μια συγκεκριμένη διαδικασία. Τα παραδοσιακά τρόφιμα συσχετίζονται, επίσης, συχνά με τα τοπικά και τα χειροποίητα τρόφιμα που αναφέρονται στα συγκεκριμένα συστατικά, τον τόπο παραγωγής και την τεχνογνωσία.
Ως παραδοσιακά ορίζονται τα τρόφιμα που έχουν αποδεδειγμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που τα κάνουν να ξεχωρίζουν από άλλα παρόμοια προϊόντα της ίδιας κατηγορίας όσον αφορά στη χρήση παραδοσιακών συστατικών (πρώτη ύλη ή πρωτογενή προϊόντα) ή την παραδοσιακή σύσταση ή τον παραδοσιακό τρόπο παραγωγής ή/και μεταποίησής τους.
Διακρίνονται σε:
α) Παραδοσιακά προϊόντα δημητριακών (τραχανάς, χυλοπίτες, κουσκούσι, περέκ κ.ά.),
β) Παραδοσιακά προϊόντα κρέατος (χωριάτικα λουκάνικα, καβουρμάς, παστουρμάς κ.ά.),
γ) Παραδοσιακά προϊόντα λαχανικών και φρούτων (κομπόστες, μαρμελάδες, γλυκά κουταλιού, τουρσιά κ.ά.),
δ) Άλλα παραδοσιακά τρόφιμα (παστέλι, λουκούμια, αμυγδαλωτά, μουστοκούλουρο κ.ά.) και
ε) Παραδοσιακά ποτά (λικέρ, κρασί, τσίπουρο, τσικουδιά).


CRETA FARMS
Συνεργασία στο τυρί με τη Μεβγάλ


Σημείο-σταθμός αποτελεί η εξέλιξη της Creta Farms από εταιρεία αλλαντικών σε εταιρεία τροφίμων, επιβεβαιώνοντας τη δέσμευσή της για συνεχή ανάπτυξη και καινοτομία. Το όχημα μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η «νέα σελίδα» στην ιστορία της εταιρείας είναι το νέο προϊόν «Εν Ελλάδι Μεσογειακή», που συνδυάζει αρμονικά δύο αγαπημένα υλικά των Ελλήνων, το γάλα και το ελαιόλαδο. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται ένα μοναδικό προϊόν σε γεύση και διατροφική αξία, ανατρέποντας τα, μέχρι σήμερα, δεδομένα στα αντίστοιχα προϊόντα της κατηγορίας του. Η νέα κατηγορία τροφίμων στην οποία εισέρχεται η Creta Farms επιλέχθηκε γιατί προσφέρει σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης: έχει μέγεθος ισοδύναμο με αυτό της αγοράς των αλλαντικών και σχεδόν καθημερινή συχνότητα κατανάλωσης. Με την «Εν Ελλάδι Μεσογειακή», η συνολική αγορά στην οποία μέχρι σήμερα απευθύνεται η εταιρεία, διπλασιάζεται!
Η «Εν Ελλάδι Μεσογειακή» είναι αποτέλεσμα του κοινού φιλόδοξου εγχειρήματος που ξεκίνησε η Creta Farms με τη ΜΕΒΓΑΛ, μία επίσης αναγνωρισμένη στον κλάδο της εταιρεία.
Για πρώτη φορά στην πλέον δημοφιλή κατηγορία τυριού στην Ελλάδα διατίθεται στην αγορά ένα προϊόν βασισμένο στη μοναδική συνταγή «Εν Ελλάδι», όπου το 50% των ζωικών λιπαρών έχει αντικατασταθεί από το ελαιόλαδο, καλύπτοντας την ανάγκη όσων αναζητούν εκλεκτή ποιότητα, πλούσια γεύση και ισορροπημένη διατροφή με καλά λιπαρά. Η «Εν Ελλάδι Μεσογειακή» παράγεται με 11% ελαιόλαδο και ελληνικό ημιάπαχο αιγοπρόβειο γάλα, σε αναλογία 90% πρόβειο και 10% γίδινο, ακολουθώντας μια διαδικασία παραγωγής ανάλογη της παραδοσιακής.
O Πρόεδρος της Creta Farms, κ. Εμμανουήλ Δομαζάκης, εστίασε στην προϊοντική καινοτομία της εταιρείας και στην παραγωγική διαδικασία «Εν Ελλάδι», δηλώνοντας σχετικά: «Όραμά μας αποτελεί να αντικαταστήσουμε το ζωικό λίπος με ελαιόλαδο, σε όσο περισσότερες κατηγορίες τροφίμων, ώστε το ελαιόλαδο να μπει σε προϊόντα καθημερινότητας, προσφέροντας στους ανθρώπους γευστική απόλαυση, με καλύτερα όμως λιπαρά. Στην περίπτωση της «Εν Ελλάδι Μεσογειακής», αξιοποιήσαμε την καινοτόμο ιδέα που πρώτοι εμείς έχουμε εισαγάγει στην παγκόσμια αγορά, δηλαδή την αντικατάσταση του ζωικού λίπους με εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο στα αλλαντικά. Την προσαρμόσαμε στην πιο δημοφιλή κατηγορία προϊόντων στην ελληνική οικογένεια. Έτσι, δημιουργήσαμε ένα μοναδικό προϊόν σε γεύση, θρεπτική αξία και ποιότητα… μια αυθεντική απόλαυση, αλλά με λιγότερα ζωικά λιπαρά».
O Αντιπρόεδρος της Creta Farms, κ. Κωνσταντίνος Δομαζάκης, έδωσε έμφαση στις προκλήσεις που παρουσιάζονται στις διεθνείς αγορές, με αφορμή την είσοδο της εταιρείας στην αγορά του τυριού: «Αντιλαμβάνεστε ότι καλούμαστε να κερδίσουμε ένα δύσκολο στοίχημα. Ειδικότερα, όσον αφορά στις διεθνείς αγορές, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε επιμερίζονται σε δύο άξονες: Ο πρώτος αφορά στη σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα που καταγράφεται στην προϊοντική κατηγορία της φέτας. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, το 2009 οι εξαγωγές ανήλθαν σε 30 χιλ. τόνους, ποσό το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 1/3 της ετήσιας συνολικής παραγωγής και με αξία 160 εκατ. ευρώ. Η δεύτερη, και ακόμη πιο σημαντική, πρόκληση αφορά στην εξαιρετική δυνατότητα που προβάλλει μπροστά μας με την είσοδό μας στην κατηγορία των τυριών, να επαναλάβουμε στο εξωτερικό το ίδιο μοντέλο ανάπτυξης με αυτό που εφαρμόζουμε στην κατηγορία των αλλαντικών. Ακολουθώντας το motto “Think Globally, Act locally”, θα εστιάσουμε στη μετέπειτα εισχώρηση και ανάπτυξη στις σημαντικές κατηγορίες των εκάστοτε ντόπιων τυριών, ως επόμενο στάδιο ανάπτυξης της δραστηριότητάς μας στις χώρες όπου ήδη έχουμε ή θα έχουμε λανσάρει τα αλλαντικά με την παραγωγική διαδικασία Εν Ελλάδι».


ΚΡΙ ΚΡΙ:
Αύξηση κερδών στο εξάμηνο


Κέρδη σημείωσε στο α' εξάμηνο ο όμιλος ΚΡΙ ΚΡΙ, τα οποία διαμορφώθηκαν σε 2.667 χιλ. ευρώ, από 2.330 χιλ. ευρώ το 2010 (αύξηση 14,5%). Αναφορικά με τα μεγέθη της κερδοφορίας παρουσιάζεται μείωση των κερδών προ φόρων του ομίλου κατά 8,1% (3.193 χιλ. ευρώ, έναντι 3.473 χιλ. ευρώ) στο εξάμηνο του 2011, έναντι του εξαμήνου του 2010. Ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών ανήλθε σε 25.927 χιλ. ευρώ, έναντι 26.497 χιλ. ευρώ το εξάμηνο του 2010, ενώ τα μεγέθη της κερδοφορίας του ομίλου διαμορφώνονται ως εξής:
-Τα λειτουργικά κέρδη (EBITDA) ανήλθαν σε 4.686 χιλ., έναντι 4.724 χιλ. το εξάμηνο 2010.
-Τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε 3.193 χιλ., έναντι 3.473 χιλ. το εξάμηνο του 2010.
-Τέλος, τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους, που αντιστοιχούν στους ιδιοκτήτες της μητρικής, ανήλθαν σε 2.667 χιλ., έναντι 2.330 χιλ. της αντίστοιχης προηγούμενης περιόδου.
 Σε εταιρικό επίπεδο, ο κύκλος εργασιών της ΚΡΙ ΚΡΙ ανήλθε σε 25.353 χιλ. ευρώ, έναντι 25.749 χιλ. ευρώ το εξάμηνο του 2010. Αντίστοιχα, τα κέρδη προ φόρων της εταιρείας διαμορφώθηκαν στα επίπεδα των 3.668 χιλ., από 3.533 χιλ. το εξάμηνο του 2010.
Συνολικά ο κύκλος εργασιών του ομίλου παρουσίασε μείωση κατά 2,2% (25.927 χιλ., έναντι 26.497 χιλ. ευρώ) στο εξάμηνο του 2011, έναντι του εξαμήνου του 2010. Οι πωλήσεις παγωτού του ομίλου παρουσίασαν μείωση κατά 11,1% και διαμορφώθηκαν σε 13.976 χιλ., έναντι 15.716 χιλ. στην αντίστοιχη προηγούμενη περίοδο. Η μεταβολή αυτή προέρχεται, κυρίως, από τη μείωση των πωλήσεων προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, στην εγχώρια αγορά, μετά την υπογραφή της συμφωνίας συνεργασίας με τη MARS HELLAS, βάσει της οποίας η ΚΡΙ ΚΡΙ ανέλαβε την αποκλειστική διανομή των παγωτών MARS σε πανελλαδικό επίπεδο, προωθήθηκε η ενοποίηση των δύο χαρτοφυλακίων κωδικών παγωτού και η συνένωση των δικτύων διανομής. Παράλληλα, συνεχίστηκε η επέκταση του εγχώριου δικτύου με νέα σημεία πώλησης παγωτού, ενώ ενισχύθηκε η παρουσία της και στις αγορές των Βαλκανίων, δραστηριοποιούμενη με ίδιο δίκτυο πωλήσεων στην αγορά παγωτού της ΠΓΔΜ, της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας.
Οι πωλήσεις γαλακτοκομικών του ομίλου παρουσίασαν αύξηση 10,6% και διαμορφώθηκαν σε 11.835 χιλ. ευρώ, έναντι 10.699 χιλ. ευρώ στην αντίστοιχη προηγούμενη περίοδο, παρουσιάζοντας ανάπτυξη σε όλες τις αγορές. Στον κλάδο των γαλακτοκομικών, λόγω της άσχημης οικονομικής συγκυρίας, η εταιρεία ακολούθησε πολιτική ανταγωνιστικών τιμών, προωθώντας τις πωλήσεις με «προσφορές» προς τον καταναλωτή.
Αναφορικά με την επενδυτική δραστηριότητα, συνεχίζεται η υλοποίηση του επενδυτικού προγράμματος για το παγωτό, που έχει ενταχθεί στις διατάξεις του ν 3299/04. Το συνολικό ύψος του εγκεκριμένου προγράμματος είναι 8.710 χιλ. ευρώ και με την ολοκλήρωση του, η εταιρεία αναμένεται να λάβει επιχορήγηση συνολικού ύψους 3.484 χιλ. ευρώ. Μέχρι στιγμής, έχει ολοκληρωθεί περισσότερο από το 50% του συνολικού προϋπολογισμού. Συνολικά, το α’ εξάμηνο του 2011 οι επενδύσεις του ομίλου σε πάγιο εξοπλισμό ξεπέρασαν τα 1.700 χιλ. ευρώ.
Επίσης, στο πλαίσιο της ενδυνάμωσης της παρουσίας της στο εξωτερικό, και ιδιαίτερα στις αραβικές χώρες, πρόσφατα προχώρησε στην ίδρυση θυγατρικής εταιρείας με την επωνυμία «KRI KRI DLBA MIDDLE EAST LTD» και έδρα το Ερμπίλ του Ιράκ. Η νεοιδρυθείσα εταιρεία, μόλις τακτοποιηθούν ορισμένα θέματα αδειοδοτήσεων και οριστικοποιηθούν οι λεπτομέρειες του business plan, θα ξεκινήσει την κατασκευή εργοστασίου γαλακτοκομικών.
 Η διοίκηση της ΚΡΙ ΚΡΙ διατηρεί επιφυλακτική στάση αναφορικά με την κατάσταση και τις εξελίξεις στο εγχώριο και ευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον. Η παρούσα οικονομική κρίση δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα αναφορικά με τα μακροοικονομικά μεγέθη της «πραγματικής» οικονομίας και τη ζήτηση καταναλωτικών προϊόντων. Έτσι, υπό τις παρούσες συνθήκες υποχώρησης της πιστωτικής επέκτασης, καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική η διατήρηση υψηλής ρευστότητας και χαμηλού καθαρού δανεισμού για τον όμιλο. Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσεται και η πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου, που έγινε δεκτή από τη Γενική Συνέλευση της 29ης/6/2011, για τη μη διανομή μερίσματος χρήσης 2010.


NUTRIART
Συμφωνία για χρηματοοικονομική αναδιάρθρωση


Στην υπογραφή της συμφωνίας για τη χρηματοοικονομική αναδιάρθρωση της Nutriart, προχώρησαν η τελευταία και οι 14 τράπεζες που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις, σηματοδοτώντας τη νέα εποχή που ανοίγεται για την εταιρεία, με την παροχή νέας χρηματοδότησης και την αναχρηματοδότηση των υφιστάμενων χρεών της.
Οι βασικοί όροι της συμφωνίας περιλαμβάνουν την παροχή νέας χρηματοδότησης έως το ύψος των 15 εκατ. ευρώ, η οποία θα καλυφθεί εξ ολοκλήρου από τράπεζες και το βασικό μέτοχο της Nutriart. Επιπλέον της νέας χρηματοδότησης, τα υπάρχοντα δάνεια μετατρέπονται σε μακροπρόθεσμα, δημιουργώντας έτσι τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την άμεση εφαρμογή του λειτουργικού πλάνου της Nutriart.
Καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, καθοριστικό ρόλο έπαιξε τόσο η βούληση των τραπεζών να βρεθεί η «χρυσή τομή» για τη θετική έκβαση των διαπραγματεύσεων όσο και η συνεχής και έμπρακτη υποστήριξη του βασικού μετόχου της εταιρείας. Η υπογραφή της συμφωνίας για τη χρηματοοικονομική αναδιάρθρωση διασφαλίζει την απρόσκοπτη συνέχιση της λειτουργίας της και την περαιτέρω ανάπτυξή της. Στο αμέσως επόμενο διάστημα, η Nutriart θα είναι σε θέση να ξεκινήσει την υλοποίηση του επιχειρηματικού πλάνου ανάπτυξης, επενδύσεων και καινοτομίας.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Nutriart, κ. Μιχάλης Οικονομάκης, δήλωσε σχετικά: «Σε αυτή τη δυσμενή συγκυρία που διανύει η ελληνική οικονομία, η υπογραφή της συμφωνίας χρηματοοικονομικής αναδιάρθρωσης της εταιρείας, αποτελεί ελπιδοφόρο μήνυμα για το μέλλον της ελληνικής επιχειρηματικότητας και την επιβίωση ιστορικών ελληνικών σημάτων, όπως αυτά των «Κατσέλης» και «Αλλατίνη». Η θετική έκβαση των διαπραγματεύσεων δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς τη συνεχή υποστήριξη των προμηθευτών μας, τη σημαντική συμβολή των εργαζομένων και της διοίκησης και την εμπιστοσύνη των τραπεζών στο όραμα και τις προοπτικές της εταιρείας, που τυγχάνουν της διαρκούς υποστήριξης του βασικού μετόχου. Είμαστε πεπεισμένοι ότι η ισχυρή αναγνωρισιμότητα, η ιστορία, η ποιότητα των προϊόντων μας, η προσήλωση και η υψηλή δέσμευση που έχουν επιδείξει οι εργαζόμενοί μας όλο αυτό το διάστημα, σε συνδυασμό με ένα στοχευμένο επιχειρηματικό πλάνο, θα οδηγήσει τη Nutriart στην επίτευξη των στόχων της προς όφελος όλων των ενδιαφερομένων μερών και των καταναλωτών».



ΚΑΝΑΚΗΣ
Καθαρά κέρδη 608,963 χιλ. ευρώ στο εξάμηνο


Αύξηση 2,15% στον κύκλο εργασιών και πτώση 0,28% στα καθαρά κέρδη παρουσίασαν τα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας «Στέλιος Κανάκης» στο α' εξάμηνο του 2011, σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις δημοσιευμένες λογιστικές καταστάσεις, ο κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε σε 8,557 εκατ. ευρώ, από 8,377 εκατ. ευρώ στο εξάμηνο του 2010, σημειώνοντας αύξηση 2,15%.
Τα κέρδη μετά από φόρους διαμορφώθηκαν σε 608,963 χιλ. ευρώ, από 610,712 χιλ. ευρώ, σημειώνοντας πτώση 0,28%.



 

  Περιεχόμενα
ΕΝ ΑΡΧΗ
ΟΔΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΓΟΡΑΣ
ΣΧΕΔΙΟ ΜΑΡΣΑΛ
ΚΛΑΔΟΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΩΝ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΑΓΚΗΣ
ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ALPHA BANK-EUROBANK
76η ΔΕΘ
ΕΝΕΡΓΕΙΑ: ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΣΕ ΕΝΑ ΝΕΟ ΤΟΠΙΟ
ΠΕΙΡΑΙΩΣ WEALTH MANAGEMENT
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ
ΦΑΚΕΛΟΣ RILKEN
ΜΕΛΕΤΗ MCKINSEY & COMPANY
ΕΡΕΥΝΑ ICAP
ΦΑΚΕΛΟΣ ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ
ΦΑΚΕΛΟΣ ΚΑΡΑΜΟΛΕΓΚΟΣ
ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ EUROMONEY
ΣΤΑ ΕΝΔΟΤΕΡΑ ΤΟΥ ΧΑ
ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΕ ΜΟΡΦΗ EBOOK

 Όροι και προϋποθέσεις του site