Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Μάρτιος 2012-τ.380                              

ΠΕΙΡΑΙΩΣ WEALTH MANAGEMENT


Η ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ
ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ


του Δημήτριου Χριστόπουλου*


Το τραπεζικό απόρρητο κάμπτεται στις περιπτώσεις όπου υπάρχει βάσιμη υποψία τέλεσης αδικημάτων φοροδιαφυγής και ποινικών διατάξεων για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος.


Η έννοια του τραπεζικού απορρήτου των καταθέσεων προστατεύεται από ένα ευρύ φάσμα νομοθετικών διατάξεων. Βασικό νομοθέτημα της προστασίας του τραπεζικού απορρήτου είναι το ίδιο το Σύνταγμα, οι διατάξεις του οποίου συνδέουν άμεσα την έννοια του τραπεζικού απορρήτου με την αρχή της προστασίας της προσωπικότητας του ατόμου. Εκτός των διατάξεων του Συντάγματος, η προστασία του τραπεζικού απορρήτου προβλέπεται στις διατάξεις του αστικού και του ποινικού δικαίου.
Αντικείμενο του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων αποτελούν μόνο οι χρηματικές καταθέσεις και όχι οι καταθέσεις μετοχών, ομολογιών ή άλλων χρεωγράφων, παρά την ευρεία διατύπωση του άρθρου. Απόρρητες είναι οι καταθέσεις σε όλες τις τράπεζες, ημεδαπές και αλλοδαπές, που διατηρούν υποκαταστήματα στην Ελλάδα.
Το πρόσωπο υπέρ του οποίου καθιερώνεται το απόρρητο είναι ο καταθέτης και όχι η τράπεζα. O όρος «καταθέτης» δεν πρέπει να εκληφθεί ότι δηλώνει το πρόσωπο που καταθέτει τα χρήματα, αλλά το πρόσωπο που αντλεί δικαιώματα από τη σύμβαση της κατάθεσης, γιατί δεν προστατεύεται ο εκάστοτε καταθέτων χρήματα σε ένα λογαριασμό, αλλά ο δικαιούχος αυτού.
Το τραπεζικό απόρρητο κάμπτεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει βάσιμη υποψία τέλεσης αδικημάτων φοροδιαφυγής και ποινικών διατάξεων για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος.
Ιστορικά, στη φορολογική νομοθεσία, η άρση του τραπεζικό απορρήτου περιλήφθηκε σε ποικίλα νομοθετήματα.
 Tο πρώτο νομοθετικό κείμενο για το τραπεζικό απόρρητο ανάγεται στις αρχές του 20ού αιώνα. Tο άρθρο 10 εδάφ. ε' του ν. ΓYMΣT'/1909 «Περί Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου» απαγορεύει στους ταχυδρομικούς υπαλλήλους να παρέχουν πληροφορίες σε τρίτους σχετικά με τα ονόματα των καταθετών και του ποσού των καταθέσεων, εκτός και αν αυτό ζητούνταν από την ανωτέρα αρχή.
Με το π.δ. 6/10 Σεπτ. 1929 «περί κώδικος φορολογίας καθαρών προσόδων», ο οικονομικός έφορος μπορούσε να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με τις καταθέσεις του φορολογουμένου, προκειμένου να προσδιορίσει το φορολογητέο του εισόδημα.
Tο δικαίωμα άρνησης των τραπεζών να παρέχουν πληροφορίες στις φορολογικές αρχές καταργήθηκε όσον αφορά στους πλουτήσαντες κατά την πολεμική περίοδο, από τον α.ν. 182/1945 «περί ειδικής φορολογίας των κατά την πολεμικήν περίοδον πλουτισάντων».
Στη σύγχρονη φορολογική νομοθεσία η άρση του τραπεζικού απορρήτου συνεχίζει να προβλέπεται σε διάσπαρτες φορολογικές διατάξεις, όπως αυτές του κώδικα κληρονομιών και του φόρου προστιθέμενης αξίας .
Ευθέως η άρση του τραπεζικού απορρήτου προβλέπεται στο άρθρο 14 του Ν. 2523/1997, που επιτρέπει την άρση του τραπεζικού απορρήτου και τη δέσμευση του 50% των τραπεζικών καταθέσεων και μάλιστα προληπτικά, σε περιπτώσεις που βάσιμα στοιχειοθετείται υποψία παράβασης των διατάξεων του «Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων» για τη λήψη εικονικών τιμολογίων, όταν η αξία αυτών ξεπερνά το ποσό των 300.000,00 ευρώ.
Επιπλέον, στο πλαίσιο φορολογικού ελέγχου, οι υπάλληλοι της υπηρεσίας ειδικών ελέγχων έχουν πρόσβαση και λαμβάνουν οποιαδήποτε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή σχετίζεται με την άσκηση του έργου και της αποστολής τους, ύστερα από σχετική υπηρεσιακή εντολή, μη υποκείμενοι σε περιορισμούς διατάξεων περί απορρήτου, υποχρεούμενοι όμως στην τήρηση των διατάξεων περί εχεμύθειας του άρθρου 26 του Υπαλληλικού Κώδικα (άρθρο 30 Ν.3296/2004).
Στην περίπτωση αυτή, για την άρση του απορρήτου απαιτείται η κοινή απόφαση του επιθεωρητή της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, οι οποίοι είναι αρμόδιοι για το συγκεκριμένο φορολογικό έλεγχο (άρθρο 66 του Ν. 2238/1994 περί Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος - Κ.Φ.Ε.).
Πρόσφατα δε με την τροποποίηση των διατάξεων της φορολογίας εισοδήματος επιτρέπεται η άρση του τραπεζικού απορρήτου χωρίς να υπάρχει η ένδειξη τέλεσης αδικήματος και η ανάγκη άδειας του εισαγγελέα. Συγκεκριμένα στο άρθρο 82 του Κ.Φ.Ε, προβλέπεται ότι οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, οι δικαστικές αρχές, οι δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί και λοιποί φορείς του δημοσίου, οι οργανισμοί κοινής ωφελείας, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, τα επιμελητήρια, οι συμβολαιογράφοι, οι υποθηκοφύλακες, οι προϊστάμενοι των κτηματολογικών γραφείων, οι οικονομικοί ή κοινωνικοί ή επαγγελματικοί φορείς ή οργανώσεις, τα πιστωτικά ιδρύματα, οι εταιρείες παροχής πιστώσεων, οι εταιρείες μεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων, τα ιδρύματα πληρωμών, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα και τα ελληνικά ταχυδρομεία, οι συνεταιρισμοί και οι ενώσεις αυτών, οι ενώσεις προσώπων, καθώς και κάθε άλλος επαγγελματικός φορέας ή οργάνωση, υποχρεούνται να υποβάλουν ηλεκτρονικά στο Υπουργείο
Οικονομικών κάθε στοιχείο και πληροφορία οικονομικού και φορολογικού ενδιαφέροντος που τους ζητείται, όπως αμοιβές, αποζημιώσεις, οικονομικές ενισχύσεις, επιδοτήσεις, απαιτήσεις από δικαστικές διεκδικήσεις, στοιχεία για την παροχή αδειών άσκησης επαγγέλματος, στοιχεία λογαριασμών ενεργών ή μη, που άνοιξαν ή χρησιμοποιούνται ή έκλεισαν, στοιχεία για μεταφορές πίστωσης, εμβάσματα, άμεσες χρεώσεις, τραπεζικές επιταγές, εισπράξεις μέσω πιστωτικών καρτών, καθώς και δάνεια προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις, κατ' εξαίρεση των διατάξεων για το επαγγελματικό και τραπεζικό απόρρητο, καθώς και στοιχεία και πληροφορίες για ακίνητη και κινητή περιουσία, ιδίως ακίνητα, αυτοκίνητα, αεροσκάφη, πλοία ή σκάφη αναψυχής και λοιπά περιουσιακά στοιχεία, καθώς και κάθε άλλου στοιχείου αναγκαίου στις διαδικασίες βεβαίωσης και είσπραξης του φόρου, καθώς και στις διαδικασίες του ελέγχου και των διασταυρώσεων.
 Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων για τους σκοπούς της διάταξης αυτής δεν προϋποθέτει ενημέρωση και συγκατάθεση του φυσικού προσώπου του οποίου τα δεδομένα διαβιβάζονται, ούτε άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.
Βάσει της από 29/2/2012 πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, οι τράπεζες στο εξής θα διασταυρώνουν στοιχεία για τις συναλλαγές φυσικών αλλά και νομικών προσώπων, επαληθεύοντας εάν το Ε1 των προσώπων αυτών δικαιολογεί τις κινήσεις των εν λόγω ποσών. Παράγοντες που πρέπει να ελέγχονται, βάσει της πράξης είναι τα εξής:
•πηγή εισοδήματος φυσικού προσώπου (π.χ. ελεύθερο επάγγελμα, μισθωτές υπηρεσίες, επιτήδευμα κ.λπ.)
•κλάδος ή είδος επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας πελάτη
•νομική μορφή και χώρα που εδρεύει το νομικό πρόσωπο
•αριθμός και ύψος των καταθέσεων και αναλήψεων σε μετρητά στους λογαριασμούς του πελάτη
•σημαντική απόκλιση από το οικονομικό/συναλλακτικό προφίλ του πελάτη σε σύγκριση με το μέσο δηλούμενο εισόδημα αντίστοιχων επαγγελμάτων ή δραστηριοτήτων
•πελάτες για τους οποίους έχει ληφθεί από φορολογικές, τελωνειακές, δικαστικές ή διωκτικές αρχές, αίτημα παροχής στοιχείων ή επιβολής
προσωρινών μέτρων, καθώς και τους άμεσους συγγενείς τους και τους στενούς συνεργάτες τους
Συμπερασματικά, είναι αυτονόητο ότι η διατήρηση του τραπεζικού απορρήτου είναι ένας από του βασικότερους τρόπους προσέλκυσης καταθετών και αύξησης του ποσού των καταθέσεων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σε χώρες όπου ή άρση του τραπεζικού απόρρητου είναι σενάριο απίθανο, έως και αδύνατο, οι τραπεζικές καταθέσεις να παρουσιάζουν αυξημένα ποσοστά σε σχέση με τον πληθυσμό τους. Ενδεικτικά παραδείγματα είναι η Κύπρος και μέχρι πρόσφατα η Ελβετία. Στην περίπτωση δε της τελευταίας, η κατάργηση του τραπεζικού απορρήτου οδήγησε στη μαζική μεταφορά καταθέσεων από τις τράπεζές της σε τράπεζες ευρωπαϊκών και μη χωρών.
 Η αντίληψη ωστόσο της φορολογικής αρχής ότι το τραπεζικό απόρρητο αποτελεί ένα από τα κυριότερα μέσα φοροδιαφυγής, με αποτέλεσμα τη θεσμοθέτηση νομοθετημάτων και την υιοθέτηση σπασμωδικών τακτικών, οδηγεί πολλές φορές σε πλήρη καταστρατήγηση του δικαιώματος προστασίας της προσωπικότητας των φορολογούμενων, ακόμα και όταν
αυτοί αποδεικνύονται συνεπείς στις υποχρεώσεις τους έναντι του δημοσίου.
Η κρίση ωστόσο ότι όλοι οι καταθέτες φοροδιαφεύγουν και οι αντίληψη στους καταθέτες ότι τα πιστωτικά ιδρύματα είναι συνεργοί των φορολογικών αρχών ενδεχομένως να δημιουργήσει μεγαλύτερη ζημία στην κρατική οικονομία σε σχέση με τα έσοδα που θα δημιουργηθούν από την τυχόν φορολόγηση των καταθέσεων.
Σε κάθε περίπτωση, ο νόμος προβλέπει τη δυνατότητα, τόσο προληπτικώς όσο και κατασταλτικώς, της νομικής προστασίας σε περιπτώσεις κατάχρησης εξουσίας και καταστρατήγησης των ανωτέρω.



*της «Δ.Χ. Χριστόπουλος & Συνεργάτες», εταιρείας - συμβούλου της Πειραιώς Wealth Management επί φορολογικών θεμάτων


 

  Περιεχόμενα
ΕΝ ΑΡΧΗ
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΠΥΡΟΣ ΔΕΛΕΝΔΑΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΑΓΟΡΑ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ
ΑΓΟΡΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΙΤΑΝ
ΠΕΙΡΑΙΩΣ WEALTH MANAGEMENT
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗ ΣΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΠΟΛΥΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ
ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΒΛΑΠΤΕΙ ΣΟΒΑΡΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ
TA ΠΙΟ ΑΚΡΙΒΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
ΜΕΙΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΟΙ ΙΑΠΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΖΥΘΟΠΟΙΙΑ
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΖΥΘΟΠΟΙΙΑ
ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ EUROMONEY
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΕ ΜΟΡΦΗ EBOOK

 Όροι και προϋποθέσεις του site