Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Οκτώβριος 2005                               Τεύχος 314

ΚΛΑΔΟΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ  «Mάχες σε πολλά μέτωπα»


Η έντονη όξυνση του ανταγωνισμού, η διεθνοποίηση των ελληνικών ομίλων και
οι προσπάθειες περαιτέρω διείσδυσης των ξένων πολυεθνικών στην εγχώρια αγορά, δημιουργούν ένα «εκρηκτικό» επιχειρηματικό μίγμα.


Της Πένης Κούτρα


Συγχωνεύσεις, εξαγορές, συνεργασίες, επικέντρωση σε κύριες δραστηριότητες, προσπάθεια για μείωση των λειτουργικών εξόδων είναι μερικές από τις επιχειρηματικές κινήσεις που πραγματοποιούν– ή έχουν ήδη πραγματοποιήσει–αρκετές από τις εισηγμένες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο κλάδο που ασχολείται με τη βιομηχανία των τροφίμων. H «μάχη» μεταξύ των επιχειρήσεων δίνεται στο επίπεδο της συγκέντρωσης μεριδίων στην ελληνική και σχετικά ώριμη αγορά, γεγονός εμφανές στον κλάδο της γαλακτοβιομηχανίας αλλά και στον τομέα της ιχθυοκαλλιέργειας. Μια άλλη πτυχή της επιχειρηματικής ανάπτυξης των βιομηχανιών τροφίμων είναι η διεθνής επέκταση αλλά και «ανακάλυψη» νέων αγορών μέσα από νέες σειρές προϊόντων. Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να σημειωθεί ότι η βιομηχανία των τροφίμων αντιπροσωπεύει το περίπου 2,3% του ΑΕΠ, ενώ η βιομηχανία των ποτών το 1,6%.


ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ
Πόλεμος για το φρέσκο γάλα μεταξύ ΔΕΛΤΑ και μικρότερων παραγωγών, είσοδος του ομίλου στην αγορά του εβαπορέ γάλακτος, σκέψεις για την τύχη του κλάδου παγωτού και τα σενάρια συνεργασιών του ομίλου–οποίος μετά τη διοικητική ενίσχυση και το refinancing των υποχρεώσεων εμφανίζεται δυναμικός- δίνουν και παίρνουν. Από την άλλη πλευρά η ΦΑΓΕ ανακοινώνει μέσα στο καλοκαίρι τις επενδύσεις και τους στόχους της για την αγορά γιαουρτιού και γάλακτος με έμφαση στις εξαγωγές. Ανακατατάξεις επίσης στις πολυεθνικές όπως η Nestle και η Friesland. Στην ιχθυοκαλλιέργεια, ήδη η συγκέντρωση μεριδίων εμφανίζεται με την ανάδειξη δύο πόλων στα «χέρια» Νηρέα και Σελόντα. Στην αγορά κρέατος, η οποία δείχνει σημάδια σταθερής ανάπτυξης, τα μερίδια μοιράζονται οι Νίκας, Υφαντής και Creta Farm. Στα μη αλκοολούχα ποτά, η κατάσταση έχει ξεκαθαρίσει από νωρίς με ηγέτιδα την Coca Cola, η οποία όμως επιδίδεται σε εξαγορές μικρών εταιριών εμφιαλωμένων νερών και φυσικών ποτών προκειμένου να εξασφαλίσει νέους ρυθμούς ανάπτυξης αφού η αγορά αναψυκτικών εμφανίζει κόπωση. Στην αγορά των αρτοσκευασμάτων εκτός από τη διείσδυση στο εξωτερικό, οι εταιρίες ελπίζουν σε διεύρυνση μεριδίων από τα κατεψυγμένα αρτοσκευάσματα που εισέρχονται στα super market. Τέλος σημαντική ενίσχυση μεγεθών αλλά και παρουσία στην αγορά ξηρών καρπών έχει η Cradico μετά τις συμφωνίες προμηθειών με μεγάλα λιανικά δίκτυα του εξωτερικού.


ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
Η κατάκτηση της πρώτης θέσης στη συνολική αγορά γάλακτος για τη ΔΕΛΤΑ Συμμετοχών περνά μέσα από την εξαγορά του εργοστασίου της Nestle Ελλάς στο Πλατύ Ημαθίας, των προϊόντων με το εμπορικό σήμα Βλάχας, καθώς και μέσω της απόκτησης της ζώνης γάλακτος της Nestle Ελλάς στη Βόρεια Ελλάδα. Αφενός για τον όμιλο ΔΕΛΤΑ, ο οποίος με την «προίκα» της Nestle θα «ξεκολλήσει» το μερίδιό του στην αγορά λευκού γάλακτος, από 22% που ήταν στο πρώτο εξάμηνο του έτους και θα αγγίξει το 30% όταν προστεθεί και το μερίδιο της Nestle το οποίο στο σύνολο της συγκεκριμένης αγοράς ανέρχεται βάσει αξίας στο 6,9%. Επί πλέον αφήνει πίσω του τη Friesland, το μερίδιο της οποίας ανήλθε το εξεταζόμενο διάστημα στο 22,1%, ενώ την «απειλεί» και στην παραδοσιακή της κατηγορία το εβαπορέ όπου κατέχει σε αξία μερίδιο 64,7%, αφού η Nestle ελέγχει το 28,2% και η ΔΕΛΤΑ η οποία εισήλθε πρόσφατα το 3%. Παράλληλα η απόκτηση της ζώνης γάλακτος αναμένεται ότι θα δώσει επιπλέον οφέλη στον όμιλο ο οποίος εκτός από την ενίσχυση της παραγωγικής του βάσης στη Βόρειο Ελλάδα –διαθέτει ήδη ένα εργοστάσιο– θα συμβάλει σημαντικά στην αύξηση της παραγωγικής του δυναμικότητας σε μια δύσκολη και με ιδιαιτερότητες εμπορικά περιοχή. Ωστόσο, αδιευκρίνιστο παραμένει ποια θα είναι η «σχέση» με τη Nestle Ελλάς, σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα σήματα - προϊόντα, που διαθέτει η εταιρία στην ελληνική αγορά. Σύμφωνα με πληροφορίες, εκτιμάται ότι θα συνεχισθεί η διάθεση των προϊόντων Neslac, Nestle Mon Ami/Junior, Nestle Omega, ενώ δεν αποκλείεται η ΔΕΛΤΑ να δίνει royalties στη Nestle γι’ αυτά. Κερδισμένη από τη συμφωνία βγαίνει και η Nestle Ελλάς αφού όπως επισημαίνεται σε χθεσινή ανακοίνωση στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής του ομίλου Nestlé, η Nestlé Ελλάς αποφάσισε να αποσυρθεί από τη συγκεκριμένη αγορά και να εστιάσει τη δραστηριότητά της σε άλλους τομείς στρατηγικής σημασίας γι’ αυτήν. Παράγοντες της αγοράς θεωρούν ότι η συμφωνία αυτή είναι μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιριών, ενώ εκτιμούν ότι το επόμενο βήμα θα αφορά τη ΔΕΛΤΑ Βιομηχανία Παγωτού. Σημειώνουν δε ότι η Nestle για την οποία το παγωτό αποτελεί κλάδο στρατηγικής σημασίας, δεν αποκλείεται να προχωρήσει στην αποκτήσει του 49% ή ακόμη και του συνόλου της ΔΕΛΤΑ Παγωτού. Η γενική εικόνα της αγοράς σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία δείχνει πως οι μεγάλου μεγέθους βιομηχανικές επιχειρήσεις καλύπτουν σημαντικό μέρος της συνολικής αγοράς γαλακτοκομικών προϊόντων, ενώ οι μικρές παραγωγικές μονάδες, οι οποίες ασχολούνται κυρίως με τα παραδοσιακά προϊόντα εξυπηρετούν την τοπική αγορά στην οποία δραστηριοποιούνται, συμπληρώνει η ίδια έρευνα. Παράλληλα, σημειώνεται πως στη συνολική αγορά γάλακτος κατανάλωσης, το γάλα υψηλής παστερίωσης παρουσίασε τον υψηλότερο ρυθμό μεταβολής, καθώς το μέγεθος κατανάλωσης υπερδιπλασιάστηκε την πενταετία 1998-2002. Η εγχώρια κατανάλωση φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος, με διαχρονική αύξηση την περίοδο 1994-2002, εμφάνισε μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής της τάξεως του +3%, ενώ το γάλα εβαπορέ σε κονσέρβα, σε πτωτική πορεία παρουσίασε αντίστοιχο ρυθμό μεταβολής της τάξης του -3%. Επίσης, ετήσιο ρυθμό μεταβολής κατά -1% παρουσίασε το γάλα μακράς διαρκείας, την ίδια περίοδο. Όσον αφορά την εξέλιξη του κλάδου τα προσεχή χρόνια, σύμφωνα με την έρευνα της ICAP εκτιμάται ότι θα παρουσιάσει ανοδική πορεία. Ιδιαίτερες προοπτικές εξέλιξης παρουσιάζουν τα προϊόντα υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας όπως το γάλα υψηλής παστερίωσης, το φρέσκο παστεριωμένο γάλα, το γιαούρτι ευρωπαϊκού τύπου και ειδικότερα το γιαούρτι με πρόσθετα και το παιδικό, τα επιδόρπια γάλακτος και το εμπλουτισμένο συμπυκνωμένο γάλα. Σε επίπεδο επιχειρήσεων, αναμένεται συνεργασία μεταξύ των επιχειρήσεων του κλάδου, με σκοπό την παραγωγή ποικιλίας προϊόντων, την επέκταση των δικτύων διανομής τους, και γενικότερα την περαιτέρω ενίσχυσή τους στην ελληνική αγορά.Ανοδική τάση, αν και σε ηπιότερο βαθμό, αναμένεται να παρουσιάσει και η αγορά παγωτού τα ερχόμενα χρόνια. Ειδικότερα, διαφορετική έρευνα της ICAP που σχολιάζει τη αγορά παγωτού αναφέρει πως τη διετία 2003-2004 ο προβλεπόμενος μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής του όγκου της κατανάλωσης θα διαμορφωθεί σε περίπου 2%. Τέλος, σημειώνεται ότι η βιομηχανία παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων αποτελεί σημαντικό τμήμα της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων και ποτών με μερίδια σε βασικά μεγέθη που ξεπερνούν το 15% του συνόλου, ενώ καταλαμβάνει σημαντικό μέρος του συνολικού μεταποιητικού τομέα της χώρας. Με ετήσιο τζίρο που ανέρχεται σε 2,5 δισ. ευρώ και διαρκώς αυξάνεται, η ελληνική αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων αλλάζει ραγδαία, καθώς νέοι παίκτες και τοπικές γαλακτοβιομηχανίες «ανεβάζουν ταχύτητες».


ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ
Οι μεγάλες επενδύσεις, αποτέλεσμα και της ευκολίας χορήγησης δανείων τα προηγούμενα χρόνια, είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργήσουν υπερβάλλουσα παραγωγική ισχύ που παρά τις εξαγορές διαχεόταν σε πολλές εταιρίες. Έτσι υπό το βάρος ενός οξύτατου ανταγωνισμού, ο κλάδος είδε τα προηγούμενα χρόνια τα περιθώρια κέρδους να συμπιέζονται, υπέρ των ιταλικών κυρίως μεταποιητικών μονάδων, και τη δανειακή έκθεση της πλειοψηφίας των επιχειρήσεων να γιγαντώνεται. Η κατάρρευση της Sea Farm Ionian και τα προβλήματα που εμφάνισε το σύνολο σχεδόν του κλάδου οδήγησε Νηρεύς και Σελόντα σε σταδιακή συγκέντρωση μονάδων, κίνηση που ευνοήθηκε βέβαια από την ενίσχυση των τελικών τιμών, ενώ σταδιακά λύνεται και το κουβάρι των αλληλοσυμμετοχών υπό την πίεση και των πιστωτριών τραπεζών. Έτσι η Νηρεύς εισήλθε ως στρατηγικός επενδυτής στην Sea Farm, αποκτώντας μετά την ρύθμιση του δανεισμού της (διαγραφή και μετοχοποίηση του μεγαλύτερου μέρους των δανείων) το 15,5% του μετοχικού της κεφαλαίου καθώς και το management για 15 χρόνια, ενώ υλοποιείται η συμφωνία με τους βασικούς μετόχους της Ελληνικές Ιχθυοκαλλιέργειες για ανταλλαγή της μετοχικής θέσης που κατείχε στην τελευταία ο Όμιλος Νηρέα με 8-9 μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας. Η ανταλλαγή των συμμετοχών που διατηρούσαν ο ένας στον άλλο, οι όμιλοι Νηρεύς και Σελόντα, εξασφάλισε τέλος κεφάλαια που πήγαν για τη μείωση δανεισμού στον πρώτο (Sea Farm) και για λειτουργική ανάπτυξη στο δεύτερο. Πέρα από τις επιχειρηματικές εξελίξεις είναι χαρακτηριστικό πως οι Έλληνες ιχθυοκαλλιεργητές εκεί που πριν από μερικά χρόνια έκαναν εισαγωγή τεχνογνωσίας και τεχνολογίας αναπτύχθηκαν τόσο πολύ ώστε σήμερα έχουν καταφέρει να εξάγουν την τεχνογνωσία τους, ενώ παράλληλα έχουν γίνει και ο μεγαλύτερος παραγωγός εκτρεφόμενης τσιπούρας και λαβρακιού στην Νότια Ευρώπη. Εξάλλου, η επιτυχής παραγωγή και η ταχύτατη ανάπτυξη τσιπούρας και λαβρακιού με το σύστημα των θαλάσσιων ιχθυοκλωβών, θεωρείται μοντέλο για μίμηση στο διεθνή υδατοκαλλιεργητικό κόσμο. Σήμερα, ο κλάδος είναι κυρίαρχος στις αγορές της Ιταλίας, Ισπανίας, Γαλλίας και Πορτογαλίας, πρωταγωνιστεί στις αναδυόμενες αγορές Μ. Βρετανίας, Γερμανίας, Benelux, Αυστρίας, Καναδά, ΗΠΑ, ενώ μεταφέρει τεχνογνωσία στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Ασία. Πάντως ο κλάδος, «θύμα» από τον πόλεμο των τιμών, βρέθηκε τα τελευταία χρόνια πολλές φορές στο επίκεντρο ποικίλλων συζητήσεων. Στο πολύ πρόσφατο παρελθόν οι τιμές πώλησης των ψαριών πολλές φορές έφτασαν να είναι χαμηλότερες από το κόστος παραγωγής. Γεγονός στο οποίο εντοπίζονται και τα περισσότερα προβλήματα του κλάδου. Σε ό,τι αφορά τις «αδυναμίες» του χώρου, αυτές εντοπίζονται στην υπερβάλλουσα παραγωγή, τη μη τήρηση των αδειών δυναμικότητας των μονάδων, τα περιορισμένα ή μη οργανωμένα κανάλια προώθησης των προϊόντων στο εξωτερικό, τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα αφενός τις χαμηλές τιμές εξαγωγής όσο και τη μη εκμετάλλευση νέων αγορών. Σημειώνεται ότι ο τζίρος των εξαγωγών που πραγματοποιούν οι εταιρίες του κλάδου ανέρχεται στα 300 εκατ. ευρώ, ενώ εξάγεται το 77% της συνολική του παραγωγής, ήτοι 57.750 τόνοι.


ΑΝΑΨΥΚΤΙΚΑ – ΠΟΤΑ
Οι βιομηχανίες του ευρύτερου κλάδου των ποτών, των χυμών, των αναψυκτικών και του εμφιαλωμένου νερού εμφανίζονται σταθερά αναπτυσσόμενες με βάσει τα δεδομένα του 2004 αλλά και τις ενδείξεις του 2005. Σύμφωνα με έρευνα της Stat Bank για τις μεγαλύτερες βιομηχανίες του κλάδου συνολικά οι πωλήσεις των 28 ισχυρότερων παραγωγικών επιχειρήσεων σημειώνει πτώση κατά 2,4%. Για το κύκλωμα διακίνησης «υγιεινών» προϊόντων (χυμών) ωστόσο, οι πωλήσεις ήταν αυξημένες κατά 5,09%, ενώ αντίθετα βιομηχανίες εμφιάλωσης μπύρας και κρασιού είδαν τον τζίρο του «παγωμένο». Ουσιαστική συμβολή σε αυτή την διαφοροποίηση διαδραμάτισε η μεγαλύτερη εταιρία του κλάδου των αναψυκτικών, η Coca Cola 3Ε. Συνεπικουρήθηκε όμως και από μικρότερου μεγέθους εταιρίες. Χήτος, Ηπειρωτική Βιομηχανία Εμφιαλώσεως και Σουρωτή πέτυχαν αύξηση πωλήσεων από 18% έως και 50% και ταυτόχρονα αύξηση προ φόρου κερδών που στην περίπτωση της Χήτος υπερέβησαν το 89%. Στην αγορά των χυμών υπάρχει υψηλός βαθμός συγκέντρωσης με αποτέλεσμα να καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη η δραστηριοποίηση νέων επιχειρήσεων ή η εντυπωσιακή ανάπτυξη των ήδη υπαρχουσών μικρότερων εταιριών. Coca Cola Eλληνική Eταιρεία Eμφιαλώσεως, ΔEΛTA, EBΓA και Pepsico Ivi κυριαρχούν με συνολικό μερίδιο που ξεπερνά το 80% στη συνολική αγορά των χυμών. Kυριότερο κανάλι διανομής είναι τα σούπερ μάρκετ, τα οποία την τελευταία διετία ενδυνάμωσαν το μερίδιό τους. Στα αναψυκτικά η κατάσταση στην αγορά έχει παγιωθεί εδώ και χρόνια. Coca Cola Tρία Eψιλον και Pepsico Ivi κυριαρχούν με συντριπτική διαφορά μεριδίου υπέρ της πρώτης. Yπάρχουν ωστόσο και αρκετές τοπικής εμβέλειας κυρίως επιχειρήσεις, όπως άλλωστε και στην αγορά των χυμών. Mε την κατά κεφαλήν κατανάλωση να κυμαίνεται σε επίπεδα χαμηλότερα του μέσου ευρωπαϊκού όρου, η συνολική κατανάλωση αναψυκτικών βελτιώθηκε την τελευταία διετία κατά 2,7%. Tα αναψυκτικά που κυριαρχούν στην αγορά είναι τα τύπου cola, αφού το μερίδιό τους διατηρείται σταθερά σε υψηλά επίπεδα και υπολογίζεται ότι προσεγγίζει το 57% περίπου. Η εγχώρια παραγωγή εμφιαλωμένου νερού παρουσιάζει από το 1998 και έπειτα άνοδο μεγαλύτερη του 12% και διαμορφώθηκε το 2002 σε 870 εκατ. λίτρα. Ανάλογους ρυθμούς παρουσιάζει και τη διετία 2003 - 2004. Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής αφορά μη ανθρακούχα εμφιαλωμένα νερά. Το υψηλότερο μερίδιο κατέχουν τα φυσικά μεταλλικά νερά (71%) και ακολουθούν τα επιτραπέζια εμφιαλωμένα νερά με μερίδιο 24%. Στα ανθρακούχα ανήκει μερίδιο της τάξης του 5%. Από τις εταιρίες που εμπλέκονται στη διακίνηση εμφιαλωμένων νερών την πρώτη θέση κατέχει η Coca Cola με μερίδιο της τάξης του 18,5%-19%. Ακολουθεί η Χήτος με 14,5%. Η Ηπειρωτική Βιομηχανία Εμφιαλώσεως και η Pepcico HBH ακολουθούν με μερίδια της τάξης του 10% - 12%. Η μείωση των συνολικών κερδών των επιχειρήσεων παραγωγής ζαχαρωδών προϊόντων δεν εμπόδισε επιμέρους επιχειρήσεις να παρουσιάσουν αύξηση μεγεθών και ανάπτυξη τζίρου. Κυρίαρχη είναι η παρουσία της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης ενώ σημαντική παρουσία εξακολουθεί να διατηρεί η Chipita με τη σημαντική διεθνή παρουσία και τα ηγετικά μερίδια στην ελληνική αγορά. Σημαντικές επιδόσεις εμφανίζουν στον τομέα των snack, οι Σοκολατοποιία Παυλίδου, Ίον, Κουκουτάρης, Αττική Μελισσοκομική Εταιρία Πίττας, Κρεντίν και Χαϊτογλου. Στον τομέα του κρέατος και των τυποποιημένων αλλαντικών, πλήγμα στη συνολική εικόνα έχει επιφέρει η κρίσιμη κατάσταση στη βιομηχανία Θράκη. Η Νίκας μετά την είσοδο στρατηγικού επενδυτή, αναδιαρθρώνεται και θέτει στόχους για αύξηση μεριδίων.


ΛΙΑΝΕΜΠΟΡΙΟ
Έντονη ενίσχυση του ανταγωνισμού στον κλάδο των αλυσίδων super market προβλέπει το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για τα επόμενα χρόνια. Σε μελέτη του για τον κλάδο το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η επικείμενη είσοδος ξένων μεγάλων αλυσίδων όπως η Wal Mart, η Tesco, η Aldi, η Tengelmann – Plus κ.ά. θα εντείνουν τον ανταγωνισμό. Ωστόσο αυτή η εξέλιξη δεν θα επηρεάσει στον ίδιο βαθμό όλες τις κατηγορίες καταστημάτων λιανικού εμπορίου τροφίμων (super market).


Εκτιμήσεις ΙΟΒΕ
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ την ισχυρότερη πίεση θα δεχθούν οι μεσαίες και κυρίως οι μικρές αλυσίδες, καθώς θα υποστούν τον ισχυρό ανταγωνισμό τόσο των ξένων υπεραγορών, όσο και των μεγάλων ελληνικών αλυσίδων super market, οι οποίες θα υιοθετήσουν επιθετική πολιτική έναντι των ξένων αλυσίδων, ώστε να διατηρήσουν τα μερίδια τους στην ελληνική αγορά. Σημαντική εξέλιξη για τον κλάδο είναι οι πρόσφατες αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στο θεσμικό πλαίσιο για το εμπόριο. Με στόχο να καταστούν περισσότερο διαφανείς οι κανόνες λειτουργίας στην αγορά, ιδίως σε ό,τι αφορά στον τομέα του λιανικού εμπορίου, η Κυβερνητική Επιτροπή εισηγήθηκε νέες ρυθμίσεις που μεταξύ των άλλων δίνουν τη δυνατότητα πωλήσεων κάτω του κόστους ενώ επίσης καθιερώνεται ενιαίο εθνικό πλαίσιο για το ωράριο λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων. Στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι το νέο θεσμικό πλαίσιο μπορεί να οδηγήσει στην τόνωση της αγοραστικής ζήτησης. Από την μελέτη του ΙΟΒΕ προκύπτει ότι οι προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης του κλάδου είναι ιδιαίτερα θετικές. Οι πωλήσεις των αλυσίδων super market αυξήθηκαν από 4.419 εκατ. ευρώ το 1996, σε 8.943 εκατ. ευρώ το 2003, που αντιστοιχεί σε μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 10,6%. Ο καταναλωτής σήμερα στρέφεται στα super market, κυρίως λόγω της δυνατότητας που αυτά του δίνουν για αγορές πολλών ειδών προϊόντων σε έναν ενιαίο χώρο. Επιπλέον, αυτή η «στροφή» του καταναλωτή σε συνδυασμό με την ανάπτυξη οργανωμένων τμημάτων ζαχαροπλαστείων - αρτοπωλείων - κρεοπωλείων - οπωροπωλείων εντός των καταστημάτων των αλυσίδων super market οδηγούν στην ενίσχυση της θέσης του κλάδου έναντι των μεμονωμένων καταστημάτων. Στη μελέτη του ΙΟΒΕ επισημαίνεται ότι ο κλάδος των super market αποτελεί έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους τομείς του ελληνικού εμπορίου. Ο αριθμός των καταστημάτων super market παρουσιάζει ικανοποιητική μέση ετήσια αύξηση, που αγγίζει το 3,9%, με αποτέλεσμα ο αριθμός τους να ενισχυθεί από 2.740 το 1999 στα 3.187 καταστήματα το 2003. Αυτή η ενίσχυση οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στους υψηλούς μέσους ετήσιους ρυθμούς αύξησης των καταστημάτων αλυσίδων super market που ξεπερνούν το 5%, σε αντίθεση με το ρυθμό αύξησης των καταστημάτων των μεμονωμένων super market που κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα (0,8%). Αυτές οι εξελίξεις είχαν ως αποτέλεσμα την υποχώρηση του ποσοστού της κατηγορίας «μεμονωμένα super market» στο σύνολο των εγχώριων super market από 37,3% το 1999 σε 33,1% το 2003, με αντίστοιχη ενίσχυση του ποσοστού της κατηγορίας «Αλυσίδες super market» στο 66,9% από 62,7% το 1999. Όσον αφορά τις επιμέρους γεωγραφικές περιοχές διαπιστώνεται ότι στις τουριστικές περιοχές λειτουργεί μεγάλος αριθμός μεμονωμένων super market, εξαιτίας του μικρού χρονικού διαστήματος που λειτουργούν οι αγορές των τουριστικών περιοχών (κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες) και της στροφής των τοπικών οικονομιών στον τουρισμό, παράγοντες που δεν ευνοούν την ανάπτυξη των δικτύων μεγάλων αλυσίδων στα νησιά και γενικότερα στις τουριστικές περιοχές, με εξαίρεση ίσως τις μεγάλες πόλεις (αστικά κέντρα) των περιοχών αυτών.


Επίπεδα κάλυψης
Αντίθετα, στα μεγάλα πολεοδομικά κέντρα παρατηρείται έντονη κινητικότητα για εγκατάσταση και ίδρυση αλυσίδων super market, προκειμένου να καλυφθούν οι απαιτήσεις των καταναλωτών - εργαζόμενων. Το μέσο επίπεδο κάλυψης του πληθυσμού της χώρας από Super market βελτιώνεται την περίοδο 2000-2003. Ειδικότερα, οι κάτοικοι ανά super market το 2000 ανέρχονταν κατά μέσο όρο στους 4.016, ενώ το 2003 στους 3.317, εξέλιξη που επιβεβαιώνει τον υψηλό βαθμό διείσδυσης των καταστημάτων super market στην εγχώρια αγορά. Στις Περιφέρειες του Βορείου και Νοτίου Αιγαίου, της Ηπείρου και των Ιονίων Νήσων, της Δυτικής Μακεδονίας, της Πελοποννήσου και δευτερευόντως της Στερεάς Ελλάδας ο αριθμός των κατοίκων ανά κατάστημα super market ακολουθεί φθίνουσα πορεία, τάση που υποδηλώνει ήδη υψηλή διείσδυση των επιχειρήσεων super market και ίσως σε βραχυχρόνιο ορίζοντα μία τάση κορεσμού. Από την άλλη πλευρά, οι υψηλοί θετικοί λόγοι κατοίκων προς super market δείχνουν ότι υφίστανται περιθώρια επέκτασης των επιχειρήσεων super market στις περιφέρειες της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, της Δυτικής Μακεδονίας και του Νομού Αττικής. Για το λόγο αυτό εκτιμάται ότι οι επιχειρήσεις του κλάδου αλυσίδων super market θα εντείνουν τις στρατηγικές επέκτασης τους σε αυτές τις περιοχές. Οι πωλήσεις των 10 μεγαλύτερων λιανοπωλητών του κόσμου το 2003 ανήλθαν στα 740 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που αντιπροσωπεύει το 28,4% των πωλήσεων του συνόλου των 250 μεγαλύτερων εκπροσώπων του λιανικού εμπορίου.


Γεωγραφική κατανομή κατά χώρα
Η γεωγραφική κατανομή κατά χώρα προέλευσης των μεγαλύτερων εκπροσώπων super market και πολυκαταστημάτων αποδεικνύει τον κυρίαρχο ρόλο των αμερικανικών αλυσίδων λιανικού εμπορίου τροφίμων, οι οποίες το 2003 αποτελούσαν το 41,6% του συνόλου των 250 μεγαλύτερων λιανέμπορων τροφίμων παγκοσμίως, ενώ ταυτόχρονα απέσπασαν το 47,7% των παγκόσμιων λιανικών πωλήσεων. Σημαντική, άλλωστε, ήταν η διείσδυση των αμερικανικών και ιαπωνικών επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου τροφίμων, καθώς στη λίστα των 250 μεγαλύτερων εταιριών «μπήκαν» 19 και 9 νέες εταιρίες, αντίστοιχα. Επομένως, σε διεθνές επίπεδο παρατηρείται ενίσχυση της παρουσίας επιχειρήσεων που προέρχονται από χώρες με υψηλά επίπεδα ανάπτυξης. Η γεωγραφική κατανομή των πωλήσεων των μεγαλύτερων εταιριών λιανικού εμπορίου τροφίμων δείχνει ακόμη ότι, οι ιαπωνικές επιχειρήσεις, ενώ το 2000 βρίσκονται στη δεύτερη θέση κατέχοντας μερίδιο της τάξης του 8,1% επί των συνολικών πωλήσεων, το 2003 πέφτουν στην πέμπτη θέση (7,4%). Έτσι, το 2003 στη δεύτερη θέση περνούν οι γερμανικές αλυσίδες super market με μερίδιο επί του συνόλου των παγκόσμιων πωλήσεων 11%. Έπονται η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, με αντίστοιχα μερίδια 9,7% και 8,5% για το 2003. Οι Καναδοί έμποροι λιανικής τροφίμων παραμένουν σταθερά στην ίδια θέση, με ποσοστό συμμετοχής επί του συνόλου των πωλήσεων λιανικού εμπορίου 1,5% και για τα δύο εξεταζόμενα έτη. Σύμφωνα με την μελέτη η ανάπτυξη νέου τύπου καταστημάτων και κυρίως των αλυσίδων discount δεν οφείλεται τόσο στο δυσμενές οικονομικό κλίμα, τον πληθωρισμό και την ανεργία - παράγοντες που επηρεάζουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών - όσο στην ανάδυση ενός νέου τύπου καταναλωτή, που μετατοπίζει το βάρος των αγορών του στα κινητά τηλέφωνα, στους υπολογιστές, το διαδίκτυο καθώς και σε ό,τι σχετίζεται με τον ελεύθερο χρόνο. Η φιλοσοφία αυτή έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζεται σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών και κατά συνέπεια να περικόπτονται οι υπόλοιπες δαπάνες και ειδικότερα εκείνες που αφορούν στην αγορά τροφίμων και ειδών supermarket. Κύριο, λοιπόν, χαρακτηριστικό των νέων συνθηκών, που τείνουν πλέον να παγιοποιηθούν, αποτελεί η εξοικονόμηση χρόνου και χρήματος, με την ταυτόχρονη αποφυγή των πολύπλοκων επιλογών. Σημαντικό στοιχείο που εξετάζεται είναι οι αναδυόμενες αγορές, όπως αυτές διαμορφώνονται μετά τις γεωπολιτικές αλλαγές που συντελέστηκαν κυρίως την τελευταία δεκαπενταετία. Η Πολωνία, η Ουκρανία και η Ρουμανία ήδη έχουν συγκεντρώσει επάνω τους το ενδιαφέρον των επιχειρηματιών λιανικού εμπορίου ειδών super market. Επίσης, η Βραζιλία, η Ινδία, η Ινδονησία και η Κίνα αποτελούν σημαντικό στόχο διείσδυσης του λιανεμπορίου και ειδικότερα του λιανικού εμπορίου τροφίμων. Για την επόμενη τετραετία διαφαίνεται μια πιο δυναμική τάση για συγκεντροποίηση του κλάδου. Ωστόσο παρά τη συγκεκριμένη τάση πολλές θα είναι οι τοπικές επιχειρήσεις και όμιλοι που θα κατορθώσουν να επεκταθούν και να κρατήσουν τις θέσεις τους, αφού η ανάπτυξη νέου τύπου καταστημάτων δίνει ώθηση ανάπτυξης στα μικρότερης εμβέλειας καταστήματα λιανικού εμπορίου τροφίμων και ειδών super market. Ουσιαστικά η κάλυψη καταναλωτικών κενών και αγορών τις οποίες οι μεγάλες επιχειρήσεις λιανικής δεν μπορούν να καλύψουν, δίνει περιθώρια ανάπτυξης και άλλων σχημάτων. Μια πολύ σημαντική παράμετρος που θα αλλάξει, όχι όμως καταλυτικά, τον τρόπο αγορών, είναι το ηλεκτρονικό εμπόριο. Πολλές είναι οι διεθνείς αλυσίδες που εντάσσουν το διαδίκτυο στο σχεδιασμό τους, ως τρόπο πώλησης των προϊόντων και των υπηρεσιών τους. Οι νέες τεχνολογίες αναμένεται να παρουσιαστούν πιο δυνατές στο χώρο του λιανικού εμπορίου μετά το 2010 (εκτίμηση της M+M Planet Retail - 2003), οπότε θα έχει αυξηθεί ακόμα πιο πολύ η χρήση του Internet παγκοσμίως. Σε ό,τι αφορά τα μικρά super market στην ελληνική αγορά εκτιμάται ότι θα μειωθούν σε απόλυτο αριθμό και θα κληθούν να παίξουν το ρόλο των corner-shops της Αγγλίας. Δηλαδή θα δραστηριοποιούνται στη λιανική πώληση ειδών τροφίμων, θα λειτουργούν και σε ώρες που τα μεγάλα super market θα είναι κλειστά, θα ικανοποιούν καταναλωτικές ανάγκες της γειτονιάς και θα πραγματοποιούν κέρδη, που θα εξασφαλίζουν τη λειτουργία τους. Ήδη στην εγχώρια αγορά έχουν διεισδύσει νέου τύπου καταστήματα (από το 2003), τα convenience stores. Αναφέρεται ότι, το 2003 εμφανίστηκαν τα πρώτα καταστήματα αυτού του τύπου (βλ. OLA STORES και ΤΟ ΜΙΚΡΟ), ενώ αναμένεται και περαιτέρω ανάπτυξη με τη συμβολή των μεγάλων ομίλων (Α-Β City). Από την άλλη πλευρά, τα μεσαία super market θα επιχειρήσουν να μεταπηδήσουν στην κατηγορία των μεγάλων super market, κάτι το οποίο εάν δεν καταφέρουν να επιτύχουν μεμονωμένα, θα το προσπαθήσουν μέσω συγχωνεύσεων, προκειμένου να ανταποκριθούν στον ανταγωνισμό των ξένων και των ελληνικών υπεραγορών. Ακόμα, αναμένεται ενίσχυση της ανάπτυξης των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας με στόχο την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων κυρίως σε επίπεδο τιμών. Παρά την ανάπτυξη των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας στην εγχώρια αγορά κατά τα τελευταία χρόνια, η συμμετοχή τους στις πωλήσεις των επιχειρήσεων υπολείπεται αυτής των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (private label) παρουσίασαν ιδιαίτερη ανάπτυξη τα τελευταία τέσσερα χρόνια, κυρίως διότι οι τιμές τους είναι χαμηλότερες (κατά μέσο όρο 10%-40%) από εκείνες των «επώνυμων» προϊόντων.

  Περιεχόμενα
Editorial: Περί διαφθοράς ο λόγος...
Επενδύσεις: Σοφοκλέους: Eπί «Ξυρού Ακμής» τα Χρηματιστήρια;
Επενδύσεις: Aναζητώντας το «Μίτο της Αριάδνης»
Επενδύσεις: Αγορά ακινήτων: Το «αόρατο δηλητήριο» των χαμηλών επιτοκίων
Αφιέρωμα: ΚΛΑΔΟΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ «Mάχες σε πολλά μέτωπα»
Αφιέρωμα: Τηλεπικοινωνίες: Ενόψει ραγδαίων αλλαγών
¶ρθρο: Ο Τραπεζικός Κλάδος στην Ελλάδα
Εμπορεύματα: Διεθνείς Αγορές Εμπορευμάτων: Ανασκόπηση για το Μήνα Σεπτέμβριο 2005

 Όροι και προϋποθέσεις του site