Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Οκτώβριος 2013-τ.396                              

25 ΧΡΟΝΙΑ «ΧΡΗΜΑ» - 25 ΧΡΟΝΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ: ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΚΑΙ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ... ΚΕΡΔΗ



Ο Αντρέ Κοτσολάνι, ένας κοσμοπολίτης που διήνυσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στις αίθουσες των χρηματιστηρίων, στην αρχή κερδοσκοπώντας και στη συνέχεια, για περίπου 40 χρόνια, σχολιαστής της παγκόσμιας οικονομικής και χρηματιστηριακής εξέλιξης, τόνιζε ότι για να καταλάβεις τι «παίζει» στα χρηματιστήρια, θα πρέπει να τα παρακολουθείς για τουλάχιστον 20 χρόνια.
Το Χρήμα κλείνει εφέτος 25 χρόνια παρουσία στην οικονομική, επιχειρηματική και χρηματιστηριακή ζωή της Ελλάδας και σε αυτά τα χρόνια έδωσε στους φανατικούς του αναγνώστες τις απαραίτητες πληροφορίες , τις «συμβουλές» των ειδικών για την διαμόρφωση της καλύτερης επενδυτικής πολιτικής.
Μέσα σε 25 χρόνια βλέπει κανείς ότι δεν κάνει μόνο κύκλους η ζωή αλλά και το Χρηματιστήριο. Όλα τα είδαμε!
Κραχ και αγοραστικό αμόκ. Είδαμε τρελά κέρδη, αλλά και πλήρη απαξίωση των χαρτιών.
Είδαμε το Χ.Α από τις αναπτυσσόμενες αγορές  να ανεβαίνει στις ανεπτυγμένες αγορές και να επιστρέφει και πάλι πίσω στις αναδυόμενες.
Η πορεία τους Χρηματιστηρίου, ήταν αναμφίβολα δεμένη με την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Από τη δραχμή στο ευρώ και από το ευρώ στο… Μνημόνιο. Και τώρα ο στόχος να βγούμε από το Μνημόνιο, όπως ήταν στόχος η είσοδος στην ΟΝΕ.
Και τώρα πάλι από την αρχή κάπου δηλαδή στο 1988 όταν κυκλοφορούσε για πρώτη φορά το «Χρήμα»;
Η περίοδος 1988 – 2013 χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ιστορία του Ελληνικού Χρηματιστηρίου και ταυτόχρονα περικλείει την εντονότερη φάση ανάπτυξης της εγχώριας κεφαλαιαγοράς, αλλά και γενικότερα της εθνικής οικονομίας. Η συγκεκριμένη χρονική περίοδος επεφύλαξε ιδιαίτερα έντονες συγκινήσεις στους Έλληνες θεσμικούς και ιδιώτες επενδυτές, οδηγώντας στη διεθνοποίηση της Ελληνικής αγοράς μετοχών και στην αναβάθμισή της σε ένα ώριμο Ευρωπαϊκών προδιαγραφών Χρηματιστήριο.
Σήμερα η χρηματιστηριακή αγορά υποβαθμίζεται και πάλι σε «αναδυόμενη» αγορά και αναζητά ένα νέο story για να κινηθεί κα πάλι ανοδικά. Αυτό θα είναι το στοίχημα της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, μετά από έξι χρόνια βαθιάς ύφεσης, η αποδέσμευση της χώρας από τα μνημόνια και επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές.
Σε όλη την εξεταζόμενη χρονική περίοδο δεν έλειψαν τα ακραία φαινόμενα και οι εξάρσεις – τόσο σε επίπεδο ανόδου όσο και σε επίπεδο πτώσης – των τιμών των μετοχών, επιβεβαιώνοντας διαρκώς τον ιστορικό κανόνα της εναλλαγής των χρηματιστηριακών κύκλων και τη μετάβαση της επενδυτικής ψυχολογίας από την αστείρευτη αισιοδοξία στην απόλυτη απαισιοδοξία.
Η άνοδος και η πτώση των τιμών των μετοχών συνιστούν τον απαράβατο νόμο των διεθνών χρηματιστηρίων οδηγώντας τους ανά τον κόσμο επενδυτές σε έντονη εναλλαγή συναισθημάτων και προσδοκιών.
Το 1992 ο Γ.Δ. υποχώρησε σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, κοντά στις 550 μονάδες. Επίπεδα που είδαμε και πάλι το 20 χρόνια μετά το 2012.
Μένει να αποδειχθεί, αυτό που αναφέρουν οι παλιοί επενδυτές ότι τα υψηλά που «βλέπει» ένας δείκτης τα διασπά ανοδικά μακροπρόθεσμα.
Μένει να αποδειχθεί λοιπόν στα επόμενα χρόνια, τις επόμενες δεκαετίες ότι είναι προδιαγεγραμμένο να σημειώνει ξανά τα ιστορικά υψηλά του (6.335 μονάδες) και να τα ξεπερνά, ανεξαρτήτως της έκτασης ή του μεγέθους της πτώσης που έχει λάβει χώρα στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα.
΄Ολα αυτά βεβαίως, όπως λένε οι ειδικοί μακροπρόθεσμα. Αλλά ποιος νοιάζεται τι θα  γίνει μακροπρόθεσμα, αφού όπως επισημαίνει ο Κέϋνς «μακροπρόθεσμα θα είμαστε όλοι νεκροί».
Η χρηματιστηριακή αγορά σήμερα μπορεί να πει κανείς ότι έχει … επιστρέψει στα χρόνια που ξεκινούσε το «Χρήμα», το 1988. Τότε που στο ελληνικό χρηματιστήριο εφορμούσε ο γκουρού των αναδυομένων αγορών Μαρκ Μόμπιους της Τέμπλετον ήταν την εποχή εκείνη εδώ και η Σοφοκλέους πέτυχε τη δεύτερη καλύτερη απόδοση παγκοσμίως. Σήμερα, 27 χρόνια μετά ο ίδιος ισχυρός «παίκτης» αναζητά ευκαιρίες στο ελληνικό χρηματιστήριο, το οποίο υποβαθμίσθηκε από τις ανεπτυγμένες στις αναπτυσσόμενες αγορές από τον οίκο MSCI. Και η χρηματιστηριακή ιστορία ξαναρχίζει από την αρχή…
Η χρηματιστηριακή αγορά όπως και η ζωή κάνει κύκλους και με την προηγούμενη εμπειρία μπορούμε να «διαβάσουμε το μέλλον» και να κερδίσουμε…..



ΑΠΟ ΤΑ ΨΗΛΑ ΣΤΑ ΧΑΜΗΛΑ


Τα τελευταία 25 χρόνια, πολλές εταιρείες μεσουράνησαν στην επιχειρηματική και χρηματιστηριακή ζωή, αλλά με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τέθηκαν εκτός διαπραγμάτευσης, ενώ νέες δυνάμεις ήλθαν στο προσκήνιο.
Ο γνωστός επιχειρηματίας Θωμάς Λαναράς είδε στην πράξη έξι εταιρείες του να τίθενται εκτός διαπραγμάτευσης (Κλωστήρια Ναούσης, Δούδος, Γιαννούσης, Lannet, Lantec, Fanco), ο κ. Φίλιππος Βρυώνης τρεις (ΓΕΝΕΡ, Alma Ατέρμων, Εμπορικός Δεσμός), όσες και ο κ. Απόστολος Αλλαμανής (Alfa-Alfa Holdings, ΑΛΤΕ, Alfa Energy). Από δύο εταιρείες τους είδαν να τίθενται εκτός διαπραγμάτευσης οι κ. Γ. Μπατατούδης (Εργάς, Intersat), Αθ. Πουλιάδης (Πουλιάδης, Despec Hellas), Ανδρέας Κορασίδης (Κορασίδης, Micromedia-Μπριτάννια), Βασίλης Ζούλοβιτς (Μακεδονικά Κλωστήρια, Κορφίλ) και τέλος το δίδυμο Μάσχα - Λιάμπεη (ΕΤΜΑ, Ελλατέξ).
Με πολλές εισηγμένες είχε βρεθεί στο Χ.Α. και ο επιχειρηματίας κ. Αθ. Αθανασούλης, ο οποίος είδε τη Microland να τίθεται εκτός διαπραγμάτευσης και τις υπόλοιπες εισηγμένες του (Altec, Sysware, Unisoft) να συγχωνεύονται.
Εκτός από τις εταιρείες που αναφέρθηκαν, στις κατασκευές δεν είναι διαπραγματεύσιμες πλέον στο ταμπλό του Χ.Α. αρκετές επιχειρήσεις, όπως Ευρωπαϊκή Τεχνική, Γνώμων, ΓΕΚΑΤ, Betanet, ΔΙΕΚΑΤ, Αφοί Μεσοχωρίτη, Σιγάλας, Θεμελιοδομή κ.ά.
Στην πληροφορική, εκτός διαπραγμάτευσης τέθηκαν και οι Informatics, Emphasis, Ipirotiki, Hitec κ.ά., στις κλωστές η Maxim-Περτσινίδης, ενώ επίσης είχαμε τα «ναυάγια» των Ασπίς Πρόνοια, Promota, Sex Form, Μουριάδης, Connection, Αλυσίδα, Νηματεμπορική, Βερνίκος-Λεβεντάκης, Δάριγκ, ΣΑΟΣ κ.λπ.
Όλα αυτά συνδυάστηκαν και με ραγδαίες αλλαγές στο επιχειρηματικό πεδίο, καθώς μάλιστα σε ορισμένους κλάδους «ήρθαν τα πάνω κάτω». Ο ισχυρός τότε κλωστοϋφαντουργικός τομέας δεν έχει σήμερα ούτε μία κερδοφόρο εταιρεία, τουλάχιστον από αυτές που είναι διαπραγματεύσιμες στο ταμπλό της Σοφοκλέους.
Ο πολυπληθέστατος κλάδος των κατασκευών έχει ουσιαστικά συγκεντρωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό σε τρεις ισχυρούς ομίλους (ΕΛΛΑΚΤΩΡ, ΓΕΚΤΕΡΝΑ, J&P ’βαξ).
Στην πληροφορική, σημειώθηκαν μεγάλες ανακατατάξεις, με τις ισχυρές δυνάμεις του παρελθόντος (Altec, Πουλιάδης) να έχουν δώσει τη θέση τους σε νέους «παίκτες» (SingularLogic, Info-Quest κ.ά.).
Μεγάλες ανακατατάξεις επίσης είχαμε και στον χώρο της βιομηχανίας. Ο άλλοτε πανίσχυρος πολυεθνικός όμιλος Μαΐλλη σήμερα αγωνίζεται να επιβιώσει και να ανασυνταχθεί, ενώ γνωστή είναι και η περιπέτεια του….πολυεθνικού Πετζετάκι, όπως γνωστή είναι και η τύχη της Aτebank και της Κύπρου.
Βεβαίως στο Χ.Α εισήλθαν και νέες δυνάμεις
Η είσοδος πολλών εταιρειών κρατικού ενδιαφέροντος που σήμερα συγκαταλέγονται στους τίτλους με μεγάλη βαρύτητα και σημαντική εμπορευσιμότητα. Τέτοιες μετοχές είναι η ΔΕΗ, ο ΟΠΑΠ, η ΕΥΔΑΠ, η ΕΥΑΘ, ο ΟΛΠ και ο ΟΛΘ.
Αρκετοί ισχυροί επιχειρηματικοί όμιλοι εισήχθησαν στο Χρηματιστήριο της Αθήνας, όπως η Marfin Investment Group, η Motor Oil, το ΙΑΣΩ,, η Aegean, η Τέρνα Ενεργειακή, η Lamda Development κ.ά., ενώ επίσης είχαμε και την ανάπτυξη ήδη υπαρχουσών δυνάμεων όπως των τριών μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων (ΕΛΛΑΚΤΩΡ, ΓΕΚΤΕΡΝΑ, J&P ’βαξ), του Υγεία, της Μετκα, της Forthnet κ.ά.
Τα χρόνια της εκρηκτικής ανόδου των τιμών και των συναλλαγών είχαμε και μία  δράκα επιχειρηματιών – προσκολλημένοι στην τότε εξουσία –  που κατάφεραν να  εισάγουν στο χρηματιστήριο όλα τα «περίπτερα» τους ..
Χρόνια αργότερα, κάποιοι έφυγαν οι ίδιοι από το χρηματιστήριο, σε χαμηλότερες τιμές από τις τιμές εισαγωγής.
Την ίδια περίοδο καταστράφηκαν ιστορικές και μη εταιρείες διότι εξαγόραζαν από πάρκα στην Αμερική μέχρι …. δορυφορικές εταιρείες.      
Το 2000 επιχειρήθηκε μια προσπάθεια παραπομπής στην δικαιοσύνη   την οποία έτυχε να εκπροσωπεί μια ανακρίτρια που δρούσε προς  το δικό της συμφέρον και μερικών τυχοδιωκτών!.
Τέσσερα χρόνια μετά η κυβέρνηση Καραμανλή εξελέγη με το σύνθημα της κάθαρσης – η οποία ξεχάστηκε λίγους μήνες μετά την εκλογή της.    
27 Νοέμβρη 2011.Ένα λιτό δελτίο Τύπου αναγγέλλει το θάνατο του πενηντατετράχρονου επιχειρηματία Θωμά Λαναρά μετά από μακρόχρονη μάχη με τον καρκίνο. Ο επίλογος μιας εποχής που σήμερα φαντάζει μακρινή, που ακόμα και τώρα η κοινωνία πληρώνει τις επιπτώσεις της.


ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΕΠΕΝΔΥΤΕΣ
 
Πολλοί είναι αυτοί που εκτιμούν ότι το «παιχνίδι» όλα αυτά τα χρόνια στη Σοφοκλέους γίνεται από τους ξένους επενδυτές.
To 1987, η άρση των περιορισμών στην εξαγωγή συναλλάγματος οδήγησε στη δειλή άφιξη των πρώτων ξένων επενδυτών στη Σοφοκλέους.
 Ο γκουρού των αγορών κ. Μαρκ Μόμπιους της Τέμπλετον ήταν την εποχή εκείνη εδώ και η Σοφοκλέους πέτυχε τη δεύτερη καλύτερη απόδοση παγκοσμίως.
Ως τον Μάρτιο του 1998 οι ξένοι είχαν μια διακριτική παρουσία στα εγχώρια χρηματιστηριακά δρώμενα, η οποία αυξήθηκε κατακόρυφα στη συνέχεια μετά την υποτίμηση της δραχμής και την είσοδο της Ελλάδας στον ΜΣΙ. Έτσι σημείωναν υπερκέρδη ως τις 17.9.1999, όταν το ΧΑ πραγματοποίησε το ιστορικό του ρεκόρ, και η κεφαλαιοποίηση του Χρηματιστηρίου αυξήθηκε κατά 606% το ίδιο διάστημα. Χαρακτηρίζοντας δε το ελληνικό χρηματιστήριο «τη μητέρα όλων των φουσκών», πούλησαν όσες μετοχές μπόρεσαν.
Στις 30.5.2001, όταν το ΧΑ εισήλθε στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών της MSCI οι ξένοι θεσμικοί επενδυτές κατείχαν τότε το 13,1% των μετοχών του ελληνικού χρηματιστηρίου, ενώ ως και το 2003 αύξησαν σταδιακά τις θέσεις τους στο 17,24%.
Η μεγάλη αύξηση των τοποθετήσεων των ξένων θεσμικών επενδυτών αρχίζει ουσιαστικά μετά τη διενέργεια των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας καθώς αυξήθηκε η αναγνωρισιμότητα του ΧΑ, περί τα 10 δισ. ευρώ τοποθετήθηκαν από το εξωτερικό στις ελληνικές μετοχές από τα μέσα του 2004.
Σήμερα η συμμετοχή των ξένων επενδυτών στην κεφαλαιοποίηση του Ελληνικού Χρηματιστηρίου είναι στο 27,7%. Ωστόσο εξαιρώντας την συμμετοχή του ΤΧΣ στη συνολική κεφαλαιοποίηση της Ελληνικής αγοράς, η συμμετοχή των ξένων ανέρχεται σε 43,9%.
Τώρα, ενόψει της υποβάθμισης της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς το Νοέμβριο αναμένονται εισροές έως και 3,5 δις,. ευρώ από funds που επενδύουν στις «αναδυόμενες» αγορές.


 



1986 – 1988


Η λήψη των μέτρων σταθεροποίησης της Ελληνικής οικονομίας επί υπουργίας  Σημίτη, με απώτερο στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και την κάμψη του πληθωρισμού, οδήγησε στη σταδιακή ανάκαμψη του Χρηματιστηρίου και προκάλεσε φαινόμενα έξαρσης στην άνοδο των τιμών των μετοχών έως και το φθινόπωρο του 1987. Στην ίδια χρονική περίοδο, οι διεθνείς αγορές παρουσίασαν ανάλογες ανοδικές τάσεις ενώ η κίνηση των κεφαλαίων ενισχύθηκε μεταξύ των οικονομιών. Η άνοδος του Γ.Δ. διαμορφώθηκε σε 46,38%το 1986 και κατέστη εντονότερη το πρώτο 10μηνο του 1987. Είναι ενδεικτικό ότι σε διάστημα μόλις 10 μηνών, η άνοδος της αγοράς προσέγγισε τα επίπεδα του 400% !
Τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 1987, σημειώθηκε «μίνι κραχ» στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, με το Δείκτη Dow Jones να σημειώνει κάθετη πτώση 22,7% σε μία και μόνο συνεδρίαση.
Tο κραχ στη Wall Street δημιουργεί παγκόσμιους τριγμούς. Χάος και πανικός στη Σοφοκλέους που κλείνει για 10 ημέρες. Ήταν το μοναδικό χρηματιστήριο που έκλεισε, μαζί με ένα ακόμα στη N.A. Ασία!
 Η εξέλιξη εκείνη είχε ως αποτέλεσμα την αντιστροφή της ανοδικής τάσης που είχε σημειωθεί στην Ελληνική αγορά μετοχών. Παρά το γεγονός αυτό, το έτος 1987 έκλεισε με ετήσια άνοδο της τάξεως του 162,34%. Ο γκουρού των αγορών Μαρκ Μόμπιους της Τέμπλετον «ανακαλύπτει» τη Σοφοκλέους, το 1987 και το Χ.Α πετυχαίνει τη δεύτερη καλύτερη απόδοση παγκοσμίως



1989 – 1991


Το 1989 αποτέλεσε ένα ιδιαίτερα έντονο προεκλογικό έτος.Ενώ μετά από 3 διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, προέκυψε αυτοδύναμη κυβέρνηση τον Απρίλιο του 1990.
Οι οικονομικές προσδοκίες που δημιουργήθηκαν οδήγησαν σε μία χρηματιστηριακή έξαρση από τις αρχές έως και το καλοκαίρι του 1990. Αμέσως μετά την καταγραφή του ιστορικού υψηλού του Γ.Δ. – 1.684,31 μονάδες - τον Ιούλιο του ίδιου έτους, η εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ και η αποτυχία ανάληψης της Ολυμπιάδας του 1996, οδήγησαν σε μία έντονη πτώση των αποτιμήσεων. Η πτώση αυτή ανακόπηκε από το θετικό για τις αγορές γεγονός της νίκης των συμμάχων στον Πόλεμο του Κόλπου, με το Γ.Δ. να επανακάμπτει κοντά στις 1.300μονάδες στο πρώτο τρίμηνο του έτους 1991.


1992 – 1996


Μέχρι και το Νοέμβριο του 1992, ο Γ.Δ. υποχώρησε σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, κοντά στις 550 μονάδες. Η εικόνα των επόμενων τριών ετών ήταν υποτονική με περιορισμένο έως και ελάχιστο το συναλλακτικό ενδιαφέρον εκ μέρους των συμμετεχόντων. Εξαιρέσεις αποτέλεσαν η άνοδος λόγω των εκλογών του Οκτωβρίου 1993 αλλά και η «μίνι» έξαρση των τιμών των κατασκευαστικών μετοχών στις αρχές του 1994 – με το Γ.Δ. να πλησιάζει τις 1.200 μονάδες. Από την άλλη πλευρά όμως, ως αρνητικό επιστέγασμα της εν λόγω περιόδου ήρθε το σκάνδαλο της Δέλτα Χρηματιστηριακής στα τέλη του 1996. Tο σκάνδαλο της «πυραμίδας» που έστησε η Δέλτα Χρηματιστηριακή δημιούργησε μεγάλο ντόρο. Tο Χρηματιστήριο έκλεισε για τρεις ημέρες καθώς δεν μπορούσε να διεξαχθεί εκκαθάριση για πλήθος μετοχών μετά την κατάρρευση της εταιρείας.



1997 – 1999


Η περίοδος 1997- 1999 στέφθηκε από τη πιο μακριά σε διάρκεια αλλά και σε ένταση χρηματιστηριακή ευφορία που γνώρισε η εγχώρια αγορά μετοχών στη σύγχρονη ιστορία της.
Στην περίοδο αυτήν προεξοφλήθηκαν με άκρως έντονο τρόπο τα οφέλη της εισόδου της Ελλάδας στην Ο.Ν.Ε. και η βελτίωση των μακροοικονομικών της μεγεθών – κάμψη πληθωρισμού και επιτοκίων, μείωση δημόσιου χρέους, βελτίωση  δημοσιονομικών μεγεθών – ενώ η είσοδος καταρχήν των ξένων θεσμικών επενδυτών και μετέπειτα του ευρύτερου επενδυτικού κοινού στην αγορά μεγιστοποίησε τα μεγέθη των συναλλαγών σε ημερήσια βάση και ανέβασε τη χρηματιστηριακή αξία του Χρηματιστηρίου σε επίπεδα άνω του 150% του Α.Ε.Π.
 Το 1999 αποτέλεσε το έτος με τη μεγαλύτερη άνοδο του Γ.Δ. – κατά 102% - παρά τα αρνητικά γεγονότα - της κρίσης Οτσαλάν, του Πόλεμου της Γιουγκοσλαβίας και του καταστροφικού σεισμού της Αθήνας – που μεσολάβησαν.  Οι δείκτες P/E των μετοχών εκτινάχθηκαν σε τριψήφια νούμερα, με τις εισηγμένες επιχειρήσεις να επιδίδονται σε ένα χορό εξαγορών και συγχωνεύσεων για να τεκμηριώσουν τις αποτιμήσεις τους.


Το 1997


Η Ελληνική οικονομία, το 1997, σημείωσε σημαντική πρόοδο στην αναπτυξιακή της πορεία στο πλαίσιο του προγράμματος σύγκλισης των Ευρωπαϊκών οικονομιών.  Η αυξανόμενη διεθνοποίηση της Ελληνικής οικονομίας είναι πλέον πραγματικότητα.
Η συνεπής εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής κατά το 1997 συνέβαλλε στην διεύρυνση των περιθωρίων διαμόρφωσης σχετικά υψηλών κεφαλαιακών αποδόσεων στο πλαίσιο μιας αποτελεσματικής προσπάθειας μείωσης των επιτοκίων. Οι δύο αυτές εξελίξεις κατά το μεγαλύτερο μέρος του 1997 συντέλεσαν αποφασιστικά στην βελτίωση του επενδυτικού κλίματος ΅ε θετική
απήχησή στις διεθνείς κεφαλαιαγορές που αποδεικνύεται από την αύξηση της εισροής ξένων κεφαλαίων, την εντυπωσιακή ανοδική πορεία των αποδόσεων στο ΧΑΑ και την επιτάχυνση των επενδύσεων. Ωστόσο, από το Νοέμβριο 1997, η δυναμική πορεία των χρηματιστηριακών δραστηριοτήτων παρουσίασε κάμψη σαν αποτέλεσμα κυρίως της σημαντικής ρευστοποίησης τίτλων του δημοσίου και ορισμένων μέτοχών από διεθνείς επενδυτές που αντέδρασαν ΅ε τον τρόπο αυτόν στην αναταραχή των διεθνών αγορών που είχε αφετηρία στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας.
Οι δυσμενείς αυτές εξελίξεις δεν αναίρεσαν ωστόσο το γενικό συμπέρασμα ότι το 1997 αποτέλεσε την χρονιά ΅ε την ΅μακροβιότερη άνοδο του γενικού δείκτη τιμών αποφέροντας στους επενδυτές σημαντικά κέρδη. Όπως είναι αναμενόμενο, την περίοδο αυτή παρατηρήθηκαν σημαντικές ΅μετακινήσεις κεφαλαίων στην Ελληνική κεφαλαιαγορά. Ο διεθνής χαρακτηρισμός της Ελλάδας ως «αναδυόμενης» κεφαλαιαγοράς αρχικά συνέβαλε καθοριστικά στην εισροή διεθνών κεφαλαίων, κατά την περίοδο 1996-97, ενώ στην συνέχεια, στο πλαίσιο της πρόσφατης χρηματιστηριακής αναταραχής, επιτάχυνε την αντίστροφη κίνηση προς τις κεφαλαιαγορές των ήδη αναπτυγμένων χωρών.
Το 1997 υπήρξε έτος αντιστροφής της αναιμικής χρηματιστηριακής επίδοσης των προηγουμένων ετών ΅ε αποτέλεσμα η χρηματιστηριακή αγορά να εισέλθει σε μία περίοδο δυναμικής ανάκαμψης.  Ο Γενικός ∆είκτης Τι΅ών παρουσίασε μία ασυνήθιστη για τα ελληνικά δεδομένα άνοδο, ΅ε τιμή κλεισίματος στις 1479 ΅μονάδες, δηλαδή 58,51% υψηλότερη από την τιμή την αντίστοιχη περίοδο του προηγουμένου έτους, ενώ είχε σημειώσει ανώτερη στις 1.808 μονάδες.
Τα καθαρά κέρδη των εισηγμένων ΅ε βάση τους ισολογισμούς του 1997 ανήλθαν το ποσό των 730 δις δρχ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 47,8%, ενώ αντιπροσωπεύουν πενταπλασιασμό των κερδών σε σχέση ΅ε το 1991. Η αλατώδης ανάπτυξη των χρηματιστηριακών δραστηριοτήτων κατά το 1997, αντανακλάται ΅ε σαφήνεια στην πορεία της συνολικής αξίας συναλλαγών.
Η συνολική ετήσια αξία των συναλλαγών στο ΧΑΑ αυξήθηκε κατά 204,81%, υπερβαίνοντας τα 5,54 τρις δρχ. Η συνολική χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων, στο τέλος του 1997,  προσέγγισε τα 9,81 τρις δρχ, ποσό που είναι αυξημένο κατά 65,04% σε σχέση ΅ε το 1996, ενώ αντιστοιχεί σε τριπλασιασμό της συνολικής χρηματιστηριακής αξίας για την περίοδο 1993-97. 
Κατά την διάρκεια του 1996 έγιναν είκοσι νέες εκδόσεις μετοχικού κεφαλαίου, ενώ κατά την διάρκεια του 1997 έγιναν ΅όνο δεκαοκτώ. Ωστόσο, η μικρή μείωση του αριθμού των νέων εκδόσεων, συνοδεύθηκε από σημαντική αύξηση των αντιληφθέντων κεφαλαίων, λόγω της μετοχοποίησης του ΟΤΕ.
Η αξία των αντιληφθέντων κεφαλαίων που προέκυψε από την αρχική έκδοση μετοχικών τίτλων του ΟΤΕ το 1996, ανήλθε σε 80 δις δρχ., ενώ η αξία των αντιληφθέντων κεφαλαίων που προέκυψε από τη δεύτερη έκδοση μετοχικών τίτλων το 1997 ανήλθε σε 189,9 δισ. δρχ. ποσό που αντιστοιχεί στο 80,8% των συνολικών αντληθέντων κεφαλαίων του έτους αυτού .
Η συνολική αξία των αντιληφθέντων κεφαλαίων αυξήθηκε από 98,18 δις δρχ το 1996 σε 220,68 δις δρχ το 1997, παρουσιάζοντας μία αύξηση κατά 124,76%.
Οι αυξήσεις ΅μετοχικού κεφαλαίου των ήδη εισηγμένων σημείωσαν κατά το 1997 ΅μεγάλη άνοδο, προσεγγίζοντας το ποσό τω 502,72 δις δρχ
Κατά το 1997, η Ελληνική κεφαλαιαγορά χαρακτηρίσθηκε από μία ριζική προσπάθεια εκσυγχρονισμού του θεσμικού πλαισίου της ΅ε στόχο την βελτίωση των όρων λειτουργίας της και την
εδραίωση της αξιοπιστίας του χρηματιστηριακού συστήματος.



1998


Το 1998 η υποτίμηση της δραχμής, η έκρηξη τοποθετήσεων των ξένων κεφαλαίων αλλά και των Ελλήνων ιδιωτών επενδυτών που ανακαλύπτουν συνεχώς το XA και η επικείμενη πλέον είσοδος της χώρας στην ΟΝΕ οδήγησαν τις αξίες των μετοχών στα 67 δισ. και τον Γενικό Δείκτη σε άνοδο 85,0%.
Το 1998 υπήρξε, εν ΅έσω σημαντικών ανακατατάξεων και διακυμάνσεων, έτος σημαντικής ανόδου των τιμών των μετοχών στο ελληνικό Χρηματιστήριο ΅ε αποτέλεσμα την επίτευξη
μιας από τις υψηλότερες αποδόσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Η σημαντικότερη εξέλιξη το 1998 ήταν η συμμετοχή της δραχμής στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αναπροσαρμογή της κεντρικής ισοτιμίας της κατά 14,1% έναντι του ECU στις 357 δραχμές ανά ECU. Την είσοδο της δραχμής στο ΜΣΙ ακολούθησε σημαντική εισροή κεφαλαίων για τοποθετήσεις στην ελληνική κεφαλαιαγορά, κυρίως σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου και μετοχικούς τίτλους, ΅ε αποτέλεσμα η δραχμή να ανατιμηθεί ως προς τη νέα κεντρική της ισοτιμία.
Κατά το 1998 η ελληνική οικονομία επέδειξε αξιοσημείωτη αντοχή στις πιέσεις που ασκήθηκαν κατά τη διάρκεια της διεθνούς χρηματοοικονομικής αναταραχής, που άρχισε τον
Αύγουστο από τη Ρωσία. Παρά τις παροδικές δυσμενείς επιπτώσεις που είχε η αναταραχή αυτή στα επιτόκια και στην εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους, η βελτίωση των βασικών ΅μακροοικονομικών μεγεθών συνεχίστηκε.
Αποτέλεσμα των παραπάνω θετικών ΅μακροοικονομικών εξελίξεων ήταν η αναβάθμιση του διεθνούς επιπέδου πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τους επενδυτικούς οίκους του εξωτερικού και η συνεχής αύξηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος προς την Ελλάδα.
Το 1998 χαρακτηρίστηκε από την επιτυχή αποκρατικοποίηση σημαντικών επιχειρήσεων και οργανισμών του Ελληνικού Δημοσίου. Τα έσοδα του δημοσίου από τις μετοχοποιήσεις και
ιδιωτικοποιήσεις κατά το 1998 υπερέβησαν το 1 τρισ. δρχ. Η δυναμική των ιδιωτικοποιήσεων στην Ελλάδα ήταν από τις εντονότερες στις χώρες-΅έλη του ΟΟΣΑ.
Η συνολική αξία των συναλλαγών στο ΧΑΑ υπερδιπλασιάσθηκε σε σχέση ΅ε το 1997, υπερβαίνοντας τα 18,5 τρις δρχ. Οι αθρόες τοποθετήσεις επενδυτικών κεφαλαίων συνέβαλαν στον υπερδιπλασιασ΅ό της συνολικής χρηματιστηριακής αξίας των εισηγμένων, η οποία στο τέλος του έτους προσέγγισε τα 22,8 τρισ. δρχ.
Κατά τη διάρκεια της διεθνούς κρίσης του Οκτωβρίου ο δείκτης του ελληνικού χρηματιστηρίου σημείωσε πτώση κατά 24%. Στην πτώση αυτή συνέβαλαν και άλλοι παράγοντες, όπως η αναβολή της πώλησης της Ιονικής Τράπεζας (στην αρχή της κρίσης) και η προσωρινή αναζωπύρωση του πληθωρισμού ως αποτέλεσμα της αναπροσαρμογής της ισοτιμίας της δραχμής. Λόγω της εξομάλυνσης της διεθνούς αναταραχής κατά το τελευταίο δίμηνο του 1998, η καθοδική πορεία του ΧΑΑ της περιόδου Αυγούστου-Οκτωβρίου αντιστράφηκε ΅ε αποτέλεσμα ο Γενικός Δείκτης
να εμφανίσει ταχεία και θεαματική άνοδο, κλείνοντας στο τέλος του έτους στις 2737 μονάδες, επίπεδο που είναι αυξημένο κατά 84,7% έναντι του 1997.   Η επίδοση  αυτή ήταν η υψηλότερη μεταξύ των χωρών-΅ελών του ΟΟΣΑ.
Το 1998 η προσφορά νέων τίτλων στην ελληνική κεφαλαιαγορά παρουσίασε έντονα ανοδικές τάσεις, τόσο σε αριθμό νέων εκδόσεων όσο και σε ύψος αντιληφθέντων κεφαλαίων.
Στο Χ.Α εισήλθαν 30 νέες εταιρείες (μεταξύ αυτών και η Panafon, ΕΛΠΕ, ΔΟΛ) , ενώ το συνολικό ύψος των αντιληφθέντων κεφαλαίων ανήλθε στο ποσό των 417 δις δρχ. Στο έτος αυτό, αντλήθηκαν 307 δις δρχ από την τρίτη μετοχοποίηση του ΟΤΕ.



1999


Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1999 η Αθήνα συγκλονίστηκε από τον μεγάλο σεισμό της Πάρνηθας. H διοίκηση του Χρηματιστηρίου για να προστατέψει τους επενδυτές από τον πανικό που επικρατεί σε τέτοιες περιπτώσεις διέκοψε τη λειτουργία της Σοφοκλέους για δύο ημέρες. Όταν στις 10 Σεπτεμβρίου ξεκίνησαν εκ νέου οι συναλλαγές ο γενικός δείκτης υποχώρησε ενδοσυνεδριακά ως και 6,86% για να κλείσει στο τέλος της ημέρας με κέρδη(!) 0,62%. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 17 Σεπτεμβρίου, ο γενικός δείκτης στο Χρηματιστήριο Αθηνών έκλεισε στις 6.355 μονάδες, καταγράφοντας ιστορικό υψηλό. Ενδεικτικό του αγοραστικού «αμόκ» που είχε καταλάβει περίπου 1.8000.000 Έλληνες την χρονιά του 1999.
Το εξεταζόμενο διάστημα αντλήθηκαν 11,1 δισ. ευρώ από αυξήσεις κεφαλαίου και 1,65 δισ. ευρώ από δημόσιες εγγραφές. Η μέση αξία των συναλλαγών διαμορφώθηκε στα 692 εκατ. ευρώ, οι κωδικοί των επενδυτών προσέγγισαν το 1.800.000 και ο ρυθμός αύξησης των κερδών των εισηγμένων επιχειρήσεων ανήλθε στο 87% σε σχέση με το 1998, κυρίως λόγω των υπεραξιών από κινητές αξίες και συμμετοχές.
17 Σεπτέμβρη 1999 ημέρα Παρασκευή. Ο Δείκτης μετοχών καταγράφει ιστορικό υψηλό ρεκόρ 6355,04 μονάδες. Αξία συναλλαγών 612 και κάτι δισ. δραχμές, 1,8 δις. ευρώ. Η αρχή της πτώσης, της μεγαλύτερης ανακατανομής πλούτου της νεότερης Ελλάδας.
Μετοχές όπως η Ερμής ακινήτων, ο Ατέρμων, η Αττικάτ, πολλαπλασιάζουν τις αξίες τους με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ερμής, που παρουσίασε αύξηση 7868%.
Δίπλα σε αυτές, μετοχές γνωστές στους "παίκτες", η Κλωνατέξ, η Fanco, η  Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία, πρωταγωνιστούσαν σε εξωφρενικές ανόδους. Η μετοχή της Κλωνατέξ εκτοξεύεται στις 89.951 δραχμές από 1800 δραχμές το1998.
Ενδεικτικά, μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου του 1999, ο Γενικός Δείκτης είχε καταγράψει άνοδο 132,14%. Στο ίδιο διάστημα, όμως, η μετοχή της Ερμής Ακινήτων είχε ενισχυθεί κατά 7.868%, ο Σιγάλας σε ποσοστό 5.437%, ο Τασόγλου κατά 4.532%, η Ευρωπαϊκή Τεχνική βρισκόταν στο +4.454%, η Δάριγκ κέρδιζε 3.410% και η Μεταλλοπλαστική Αγρινίου κατέγραφε άνοδο 3.366%. Αποδόσεις απίστευτες για τα σημερινά δεδομένα, που έμειναν, ωστόσο, στα χαρτιά μόλις άρχισε η επώδυνη πτωτική πορεία.  
Το  ’99, η κεφαλαιοποίηση του Χ.Α. είχε εκτιναχτεί στα 212,8 δισ. ευρώ και αντιστοιχούσε  στο 182% του ΑΕΠ. Τώρα, ανέρχεται στα 65 δισ. ευρώ (είναι αρκετά χαμηλότερη λόγω των νέων μετοχών των τραπεζών στα πλαίσια της ανακεφαλαιοποίησής τους) και αντιστοιχεί στο 30% περίπου του ΑΕΠ. Δηλαδή χάθηκε περίπου… μισό ΑΕΠ.
Σύντομα άρχιζε το σπάσιμο της «φούσκας» με δύο αφορμές: «  1), από το άρθρο του αείμνηστου Θόδωρου Καρατζά – τότε προέδρου της Εθνικής Τράπεζας  ο οποίος καλούσε από την εφημερίδα Καθημερινή, τους πολιτικούς και τους επενδυτές να προσέχουν την ξέφρενη πορεία του χρηματιστηρίου και 2) από την άρθρο του τότε κεντρικού τραπεζίτη Λουκά Παπαδήμου, στις 19 Σεπτεμβρίου 1999, στην «Καθημερινή», με τίτλο “SOS Παπαδήμου προς επενδυτές”,.
Ο κ. Παπαδήμος επισήμανε ότι “κατά τους τελευταίους μήνες παρατηρείται μια διευρυνόμενη αναντιστοιχία μεταξύ της αύξησης των τιμών των μετοχών πολλών επιχειρήσεων και της προσδοκώμενης ανόδου της κερδοφορίας τους κατά τα επόμενα έτη. Οι τιμές πολλών μετοχών, σε σχέση με τα πρόσφατα και ορθολογικώς προσδοκώμενα επιχειρηματικά κέρδη, έχουν διαμορφωθεί σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, συγκρινόμενα με τις αντίστοιχες σχέσεις χρηματιστηριακών τιμών και επιχειρηματικών κερδών που έχουν διαμορφωθεί στις κεφαλαιαγορές άλλων χωρών.”



2000 – 2003


Με τα σημάδια της αρχής τη πτώσης – μετά από μία αλόγιστη άνοδο των τιμών – να είναι εμφανή, οι εκλογές του Απριλίου του 2000 αλλά και η είσοδος της Ελλάδας στην Ο.Ν.Ε. τον Ιούνιο του ίδιου έτους, δεν απέτρεψαν την βίαιη αποκλιμάκωση των αποτιμήσεων. Εκατοντάδες επενδυτές, σε καθημερινή σχεδόν βάση, διαμαρτύρονται έξω από το Χρηματιστήριο στην ιστορική Σοφοκλέους, για το «σκάνδαλο» του Χρηματιστηρίου. Η κατάσταση αυτή έχει προφανώς πολιτικό κόστος και η τότε διοίκηση του Χ.Α, μετά από υπόδειξη του Υπουργείου Οικονομικών, αποφασίζει να βάλει «λουκέτο» στη Σοφοκλέους, στα τέλη Μαρτίου 2001 και από τότε οι συναλλαγές πραγματοποιούνται μόνο από τα γραφεία των χρηματιστηριακών εταιρειών. Βεβαίως η διοίκηση του Χ.Α δεν επιβεβαιώνει ότι η κίνηση αυτή έγινε για πολιτικούς λόγους, αλλά για την προστασία του επενδυτικού κοινού από τις φήμες που διαδίδονται πέριξ της Σοφοκλέους!
Περίπου έξι χρόνια μετά το Χ.Α μετακομίζει στην Λεωφόρο Αθηνών. Από το 2001, η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά, παύει να έχει ένα σημείο αναφοράς. Το Χ.Α είναι το μοναδικό χρηματιστήριο στον κόσμο, μαζί με αυτό της Παλαιστίνης (εκεί λόγω πολέμου) που δεν έχει μία αίθουσα συναλλαγών, ως σημείο αναφοράς!
Η έλευση του ευρώ στις αρχές του 2002, η προς τα πάνω αναθεώρηση του δημόσιου χρέους, καθώς και η άνοδος των πληθωριστικών πιέσεων διαδραμάτισαν αρνητικό ρόλο στη χρηματιστηριακή αγορά, αφού πρώτα προηγήθηκαν η κρίση εμπιστοσύνης του επενδυτικού κοινού λόγω της κάθετης πτώσης των τιμών των μετοχών αλλά και η σοβαρή μείωση των
επιχειρηματικών κερδών σε σχέση με τα σχεδόν ανεπανάληπτα ύψη της περιόδου του 1999.



2000


Το έτος 2000 επεφύλαξε δοκιμασίες στο Ελληνικό επενδυτικό κοινό και την κεφαλαιαγορά. Μετά από τρία συνεχή έτη πολύ ΅μεγάλων ανόδων στις χρηματιστηριακές αξίες, το 2000 ήταν έτος σημαντικής διόρθωσης των τιμών των ΅μέτοχών.
Η προκήρυξη και διενέργεια εθνικών εκλογών τον Απρίλιο του 2000 δημιούργησε ένα πόλο νευρικότητας στην χρηματιστηριακή αγορά. Από την άλλη πλευρά, η οριστική υποδοχή της Ελλάδας στην ζώνη του Ευρώ εξάλειψε και τις τελευταίες αβεβαιότητες που υπήρχαν ως προς την ενταξιακή πορεία της Ελληνικής οικονομίας. Η ανακοίνωση της ΅μελλοντικής κατάταξης της Ελληνικής στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών απετέλεσε ΅ία σημαντική διεθνή αναγνώριση για την ωριμότητα και την αποδοτικότητα των λειτουργικών, εποπτικών και θεσμικών συστημάτων της Ελληνικής κεφαλαιαγοράς.
Η οικονομική πολιτική της τότε Ελληνικής Κυβέρνησης (όσο και εάν μετά πολλοί έκαναν λόγο για «μαγείρεμα» των στοιχείων) οδήγησε ήδη από την άνοιξη του 2000 στην ικανοποίηση των κριτηρίων σύγκλισης που προβλέπονταν  στη Συνθήκη του Μάαστριχ για την πλήρη συμμετοχή μιας χώρας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Νομισματική Ένωση (Ο.Ν.Ε.). Ως αποτέλεσμα της επιτυχούς αυτής προσπάθειας, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε κατά τη Σύνοδο Κορυφής της Feira την 19η Ιουνίου 2000 την πλήρη συμμετοχή της Ελλάδος στο τελικό στάδιο της Ο.Ν.Ε. από την 1η Ιανουαρίου 2001.
Η απόφαση αυτή, η οποία αποτελεί ιστορικό σταθμό για την χώρα, επηρέασε αποφασιστικά τις μακροοικονομικές εξελίξεις.
Κατά το 2000 η Ελληνική οικονομία συνέχισε, για πέμπτη συνεχή χρονιά, να αναπτύσσεται ΅ε ρυθμό υψηλότερο του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.).
Η διόρθωση των χρηματιστηριακών τιμών κατά το έτος 2000 είχε ως θεμελιώδες γενεσιουργό αίτιο την ΅μεγάλη κρίση υπερτίμησης των μετοχών κατά το 1999. Η κρίση εκείνη κορυφώθηκε από εκρηκτική αύξηση της ζήτησης για μετοχές σε ΅ία περίοδο 2-3 μηνών το καλοκαίρι του 1999, περίοδο τόσο μικρή ώστε να ήταν τότε αδύνατη η ταχεία προσαρμογή της προσφοράς τίτλων.
Το 2000 παρατηρήθηκαν μεγάλες ρευστοποιήσεις θέσεων από θεσμικούς επενδυτές «αναδυομένων αγορών» του εξωτερικού, οι οποίοι διέθεταν κυρίως τίτλους εταιρειών υψηλής
κεφαλαιοποίησης (τράπεζες, τηλεπικοινωνίες κ.α.). Το φαινόμενο αυτό οφείλεται αφενός στην προσδοκώμενη (τότε) μετάταξη της Ελληνικής αγοράς και αφετέρου στην προσδοκία μεγαλύτερων
κεφαλαιακών κερδών σε άλλες αναδυόμενες αγορές.
Σημαντική επίδραση στην διόρθωση των χρηματιστηριακών τιμών στην Ελλάδα άσκησε η γενική τάση διόρθωσης των τιμών στα διεθνή χρηματιστήρια, η πλειοψηφία των οποίων έδειξε αρνητική επίδοση κατά το 2000.
Το 2000 ήταν για το ΧΑΑ ο πλέον καταστροφικός χρόνος της τελευταίας εικοσαετίας. Ο γενικός δείκτης από τις 5.535 μονάδες (31.12.1999) βυθίστηκε στις 3388,9 μονάδες παρουσιάζοντας συνολική ετήσια πτώση κατά 38,8%.
Την ίδια εικόνα μείωσης παρουσίασε και η αξία των συναλλαγών που από 59 τρισ. έπεσε στα 34 τρισ. δηλαδή μια μείωση 42,4%. Η συνολική κεφαλαιοποίηση στο Χ.Α.Α. ανήλθε στο τέλος του 2000 σε 40,2 τρισ. δρχ έναντι 67,3 τρισ. δρχ το 1999, σημειώνοντας μείωση 40,3%.
Η δραματική πτώση των τιμών των μετοχών επέφερε την καταστροφή πολλών μικροεπενδυτών με αντίστοιχο πλουτισμό των μεγαλομετόχων των εισηγμένων εταιρειών στο ΧΑΑ οι οποίοι κυριολεκτικά «ξεφόρτωσαν» τις μετοχές τους σε υψηλές τιμές.
Πολλοί άσκησαν σημαντικά κριτική στις χρηματιστηριακές αρχές γιατί επέτρεψαν την είσοδο πολλών νέων εταιρειών στο ΧΑΑ με υπέρογκες τιμές εισαγωγής σε σχέση με τα θεμελιώδη τους μεγέθη. Το αποτέλεσμα αυτής της αλόγιστης συμπεριφοράς απεικονίσθηκε σε πολύ υψηλούς δείκτες p/e. Μοιραία στην πρώτη αντιξοότητα οι τιμές των μετοχών κατέρρευσαν, ζημιώνοντας έτσι όσους είχαν την ατυχή έμπνευση να εμπιστευθούν τους αναδόχους αυτών των μετοχών. Σημειωτέον ότι αρκετές από αυτές τις εταιρείες ήταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας(!) και βρήκαν «σανίδα σωτηρίας» στα χρήματα που πήραν από το Χρηματιστήριο.
Επίσης το 2000 έγιναν τεράστιες αυξήσεις κεφαλαίων των ήδη εισηγμένων εταιρειών με αλόγιστο τρόπο, ώστε στο τέλος να ζημιωθούν οι μικροεπενδυτές και να στραγγίσει η χρηματιστηριακή αγορά από ρευστότητα. Δυστυχώς, τα τεράστια αυτά κεφάλαια δεν κατευθύνθηκαν στην παραγωγική διαδικασία και ούτε δημιουργήθηκαν νέες θέσεις εργασίας. Αντίθετα, στις περισσότερες περιπτώσεις διοχετεύθηκαν χωρίς έλεγχο, ένθεν κακείθεν. Επιπλέον την πλημμυρίδα των αλόγιστων αυξήσεων κεφαλαίου ακολούθησε ο επιβλαβής πληθωρισμός «χαρτιών».
Πράγματι, 48 νέες εταιρίες (μεταξύ των οποίων Cosmote, Αγροτική Τράπεζα και Τράπεζα Κύπρου) προέβησαν στη διάθεση των ΅μέτοχών τους ΅έσω δημόσιας εγγραφής στην κεφαλαιαγορά, αντλώντας 929,9 δισ. δρχ. Το ίδιο έτος, 103 εισηγμένες εταιρίες προέβησαν σε αύξηση του μετοχικού τους κεφαλαίου αντλώντας 2,96 τρισ. δρχ.
Το Χρηματιστήριο βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης των εθνικών εκλογών που έγιναν στις  9 Απριλίου. Το ΠΑΣΟΚ με πρόεδρο τον Κ. Σημίτη κέρδισε τις εκλογές με μικρή διαφορά, με ποσοστό 43,79%, έναντι 42,74% της Νέας Δημοκρατίας
Η αντιπολίτευση έκανε λόγο για «Σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου», για το οποίο ο Κ. Σημίτης, μαζί με τον τότε υπουργό Εθνικής Οικονομίας Γιάννο Παπαντωνίου, κατηγορήθηκαν ότι φέρουν ευθύνες, με το σκεπτικό ότι δηλώσεις τους περί ισχυρής οικονομίας και λαϊκού καπιταλισμού προέτρεψαν τους μικροκαταθέτες να επενδύσουν τα λεφτά τους σε μετοχές του Ελληνικού Χρηματιστηρίου.
Η ΔΕΚΑ συνδυάστηκε με το «σκάνδαλο» του χρηματιστηρίου του 2000, καθώς η τότε διοίκηση της εταιρείας κατηγορήθηκε πως στο διάστημα 9 Μαρτίου με 10 Απριλίου 2000 προέβη σε μαζικές αγορές μετοχών με σκοπό την άνοδο του Γενικού Δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών εν όψει επικείμενων βουλευτικών εκλογών, που είχαν ως αποτέλεσμα ζημία του Δημοσίου.
Πάντως, ο πρόεδρος και τα πέντε πρώην μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Δημόσιας Επιχείρησης Κινητών Αξιών αθωώθηκαν για τις εν λόγω κατηγορίες, καθώς δεν προέκυψε ούτε ελάττωση της δημόσιας περιουσίας, ούτε δόλος των κατηγορουμένων με στόχο να αυξήσουν την δική τους περιουσία ή άλλων.
Όπως κατήγγειλε τότε ο αείμνηστος Μ. Έβερτ, ο κ. Πέτρος Λάμπρου, διοικητής τότε της ΑΤΕ, ήταν ο επικεφαλής του «Ιππικού», και του σχεδίου «Σοφοκλής» το οποίο ανέλαβε να στηρίζει τεχνητά τον Γενικό Δείκτη Τιμών του Χρηματιστηρίου, κατά την προεκλογική περίοδο του 2000, σε μία προσπάθεια της τότε κυβέρνησης και του υπουργού Εθνικής Οικονομίας κ. Γιάννου Παπαντωνίου να κρατηθεί ο δείκτης στα επίπεδα των 5.000 μονάδων και να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη από τους επενδυτές της Σοφοκλέους.
Η φράση «εφορμά το Ιππικό» θα μείνει στην ιστορία του Χ.Α και αφορούσε στις αγοραστικές παρεμβάσεις, με δημόσιο χρήμα των κρατικών χαρτοφυλακίων , τα οποία συντόνιζε ο κ. Π. Λάμπρου, με σκοπό να στηριχθεί η αγορά.
Το «χρίσμα» ως αρχηγού του «Ιππικού» το έλαβε ο κ. Πέτρος Λάμπρου κατά την έκτακτη σύσκεψη που έγινε στις 11.30 π.μ., στις 15 Μαρτίου του 2000, στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, όπως είχε καταγγείλει η τότε αντιπολίτευση.
Στη σύσκεψη αυτή, υπό τον Γιάννο Παπαντωνίου είχαν λάβει μέρος οι διοικητές της Εθνικής και της Αγροτικής κ.κ. Θόδωρος Καρατζάς και Πέτρος Λάμπρου και ο πρόεδρος της Εμπορικής κ. Κωνσταντίνος Γεωργουτσάκος. Εκτός από τους τραπεζίτες αυτούς, στη σύσκεψη συμμετείχαν ο τότε γενικός γραμματέας του υπουργείου κ. Γιώργος Παπαϊωάννου, ο τότε πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων  κ. Γιάννης Στουρνάρας, ο τότε πρόεδρος του Χρηματιστηρίου , αείμνηστος Σπύρος Κουνιάκης και ο πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κ. Σταύρος Θωμαδάκης.
Μετά τη σύσκεψη ο κ. Παπαντωνίου είχε δηλώσει ότι «δεν θα υπάρξει καμία κυβερνητική παρέμβαση στη λειτουργία του Χρηματιστηρίου», και τόνιζε ότι δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων για τη στήριξη του Χρηματιστηρίου.
Οι δεσμεύσεις αυτές βεβαίως  δεν τηρήθηκαν, ενώ σύμφωνα με τα όσα είχε αποκαλύψει τότε ο τέως πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Μιλτιάδης Εβερτ, η ΑΤΕ είχε πάρει δάνειο με την εγγύηση του δημοσίου,  ύψους 200  δις. δρχ., από υποκατάστημα της Alpha Bank στο Λονδίνο. Ποσό που στο μεγαλύτερο μέρος του είχε κατευθυνθεί στην αγορά για να στηριχθούν οι μετοχές.



2001 


Το 2001 η διεθνής οικονομία εισήλθε σε επιβράδυνση, μετά από μία δεκαετία υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, με αποτέλεσμα  οι χρηματιστηριακές αγορές διεθνώς να σημειώσουν μεγάλη κάμψη σε τιμές και σε όγκο συναλλαγών.
Στο εσωτερικό η σημαντικότερη εξέλιξη του 2001 ήταν η αναβάθμιση της Ελληνικής Κεφαλαιαγοράς και η μετάταξή της από τις αναπτυσσόμενες στις ανεπτυγμένες αγορές, το Μάϊο του 2001.
Στα χνάρια του δίσεκτου 2000 κινήθηκε το XAA και το 2001, ολοκληρώνοντας ουσιαστικά τον κύκλο «αποσυμπίεσης» της ελληνικής αγοράς.
O Γενικός Δείκτης έκλεισε στις 2.591,56 μονάδες με απώλειες 23,53%, με τον πήχη του XAA να κατεβαίνει τη διετία 2000–2001 σχεδόν 2.950 μονάδες ή ποσοστό 53,17%. H χρηματιστηριακή αξία της Σοφοκλέους από τα 39,7 τρισ. δρχ. που ήταν στο τέλος του 2000 διαμορφώθηκε έναν χρόνο μετά σε 32,5 τρισ. δρχ., καταγράφοντας ονομαστικές απώλειες 7,2 τρισ. δρχ., ενώ η συνολική απολεσθείσα κεφαλαιοποίηση την τελευταία διετία ανέρχεται σε 34,5 τρισ. δρχ. Ωστόσο, οι πραγματικές απώλειες που υπέστη η χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων μετοχών τη διετία 2000–2001 είναι κατά 7 τρισ. δρχ., περίπου υψηλότερη (εκτοξεύονται δηλαδή κοντά στα 42 τρισ. δρχ.), καθώς στην κεφαλαιοποίηση του XAA είχαν ενσωματωθεί εν τω μεταξύ, 69 νέες μετοχές, εκ των οποίων 48 εισήχθησαν στο XAA το 2000 και 21 το 2001, με αγοραία αξία σήμερα περί τα 7 τρισ. δρχ.
Tο 2001 είναι εκ των πραγμάτων η χρονιά που αποτύπωσε στην ελληνική αγορά τις παρενέργειες και την ένταση της διετούς χρηματιστηριακής κρίσης. Και επέδρασε καταλυτικά στη διαμόρφωση ενός γενικευμένου απαξιωτικού κλίματος, που χαρακτηρίζεται κυρίως από απογοήτευση, ανασφάλεια, αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης των επενδυτών στον θεσμό της κεφαλαιαγοράς.
Κατά το 2001 η συμμετοχή  της Ελλάδος στην ΟΝΕ είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μακροοικονομικού περιβάλλοντος χαμηλών επιτοκίων και περιορισμένου συναλλαγματικού κινδύνου. Στο νέο αυτό σκηνικό ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας διατηρήθηκε σε υψηλό επίπεδο, παρά την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, ιδιαίτερα μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ.



2002
Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης την πρωτοχρονιά του 2002 επιδεικνύει τα ευρώ. Μέχρι την 1η Μαρτίου του ίδιου έτους κυκλοφορούσαν ταυτόχρονα κα τα 2 χαρτονομίσματα (δραχμές και ευρώ). Την 1η Ιανουαρίου χαρτονομίσματα και κέρματα Ευρώ κυκλοφορούν σε 12 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πρώτη φορά. Την 1η Μαρτίου η Δραχμή δεν αποτελεί πλέον νόμιμο χρήμα στην Ελλάδα.
Το 2002 ήταν άλλο ένα έτος χρηματιστηριακής δυσπραγίας στις ανεπτυγμένες αγορές και στην Ελλάδα. Το φάσμα της οικονομικής ύφεσης, τα μεγάλα εταιρικά σκάνδαλα (Enron, WorldCom κ.α), η διάψευση των υπεραισιόδοξων προσδοκιών που είχαν καλλιεργηθεί τη δεκαετία του 1990, αποτέλεσμα παράγοντες που κλόνισαν την εμπιστοσύνη των επενδυτών στις μετοχές.
Πάντως παρά την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας ,η ελληνική οικονομία και το 2002 συνέχισε να αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς, αποτέλεσμα κυρίως της αυξημένης χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα. Τα δάνεια έγιναν πιο φθηνά μετά τη μείωση των επιτοκίων κατά 0,50% από την ΕΚΤ.
Το 2002 ήταν το τρίτο συνεχόμενο έτος, υποχώρησης της Σοφοκλέους, ενώ το 2002 ήταν ιδιαίτερα αρνητικό και για τις διεθνείς αγορές με τον παγκόσμιο δείκτη MSCI να υποχωρεί κατά 20%, επιδεικνύοντας τη χειρότερη συμπεριφορά από το 1974, ενώ οι κεφαλαιακές ζημίες των τριών συνολικών τελευταίων ετών αντιπροσώπευαν τη μεγαλύτερη χρηματιστηριακή κάμψη από την περίοδο της κρίσης του 1929.
Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε στο τέλος του 2002 στις 1.748,4 μονάδες με πτώση 32,5%. Η μέση ημερήσια αξία συναλλαγών διαμορφώθηκε στο 100 εκατ. ευρώ, μειωμένη κατά 38,1% σε ετήσια βάση. Η χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων μειώθηκε κατά 32,2%, στα 65,760 δισ. ευρώ.


2003


΄Υστερα από μία μεγάλη χρηματιστηριακή ύφεση  που διήρκησε τρία ολόκληρα χρόνια, το 2003 έφερε θετικές αποδόσεις στις αγορές και στην ελληνική. Η τριετής αυτή ύφεση ήταν η μεγαλύτερη από το 1929, μέχρι τότε. Το 2003, η ελληνική οικονομία διατήρησε την αναπτυξιακή της δυναμική με βασικούς ενισχυτικούς παράγοντες την εισροή κοινοτικών πόρων και την υψηλή καταναλωτική δαπάνη η οποία στηρίχθηκε από τη διατήρηση χαμηλών πραγματικών επιτοκίων, αλλά και από την δαπάνη για την πραγματοποίηση των έργων υποδομής λόγω της ανάληψης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.
Κατά το 2003, οι αγορές διεθνώς και το Χ.Α ακολούθησαν πτωτική πορεία μέχρι τον Μάρτιο, όπου η επέμβαση των Η.Π.Α στο Ιράκ για την απομάκρυνση του καθεστώτος Χουσεϊν προκάλεσε την τότε λεγόμενη «μεταστροφή της Βαγδάτης» που απετέλεσε αφετηρία για τη χρηματιστηριακή ανάκαμψη που ακολούθησε.
Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε στο τέλος του 2003 στις 2.263,6 μονάδες, με ετήσια άνοδο 29,5%, η μέση ημερήσια αξία συναλλαγών αυξήθηκε κατά 38,5%, ενώ η συνολική χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων εταιρειών αυξήθηκε κατά 28,6%, στα 86,6 δισ. ευρώ (56% του ΑΕΠ).


2004


Το 2004 είχε τα πάντα. Την επιτυχή οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων, τον άθλο της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου στην Πορτογαλία και την αλλαγή κυβέρνησης.
To 2004 η Σοφοκλέους κινήθηκε ανοδικά, μέσα σε ένα μέτρια ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον, με την ελληνική οικονομίας να συνεχίζει την αναπτυξιακή πορεία των τελευταίων ετών (λόγω και της Ολυμπιάδας).
Ο Γενικός Δείκτης Τιμών έκλεισε στο τέλος του έτους στις 2.786,2 μονάδες, με ετήσια άνοδο 23,10%, ενώ η συνολική ετήσια αξία συναλλαγών διαμορφώθηκε στα 35,7 δισ. ευρώ, σημειώνοντας μικρή άνοδο 2,3%. Η χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων εταιρειών διαμορφώθηκε στα 92,1 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 9,0%.
Το 2004 ήταν έτος εθνικών εκλογών (7 Μαρτίου) και η αβεβαιότητα σχετικά με το αποτέλεσμα επηρέασε την αγορά κατά τους δύο πρώτους μήνες του έτους, για να κινηθεί έντονα ανοδικά στο επόμενο δίμηνο, καθώς η πολιτική αβεβαιότητα εξέλιπε, μετά την άνετη νίκη της Νέας Δημοκρατίας, με διαφορά περίπου 5% από το ΠΑΣΟΚ, ενώ η έκθεση της Κομισιόν, αλλά και του ΟΟΣΑ προέβλεπε συνέχιση των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.



2005


Το 2005 χαρακτηρίσθηκε από σημαντική άνοδο των περισσότερων διεθνών αγορών και της ελληνικής αγοράς, με την ελληνική οικονομία να αναπτύσσεται με σημαντικούς ρυθμούς, αλλά σημείωσε μικρή επιβράδυνση, λόγω της μείωσης των δαπανών μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η ανάπτυξη τροφοδοτήθηκε για μία ακόμη χρονιά από την αύξηση της καταναλωτικής ζήτησης μέσω της αύξησης της χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα από τις τράπεζες.
Στις 16 Δεκεμβρίου στη Σύνοδο Κορυφής η Ελλάδα εξασφαλίζει κοινοτικούς πόρους 20,1 δισ ευρώ τους οποίους θα έχει δικαίωμα να απορροφήσει ως το 2016. Πρόκειται για το περίφημο ΕΣΠΑ που θα παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτο.
Ο Γενικός Δείκτης στο τέλος του 2005 έκλεισε στις 3.663,9 μονάδες, με ετήσια άνοδο 31,5%. Η συνολική αξία συναλλαγών διαμορφώθηκε στα 52,5 δις. ευρώ, αυξημένη κατά 46,9%, ενώ η συνολική χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων ήταν 123 δις. ευρώ, αυξημένη κατά 33,5% (αντιστοιχούσε στο 68% του ΑΕΠ).



2006


Το έτος 2006 χαρακτηρίστηκε από σημαντική άνοδο των χρηματιστηριακών δεικτών και της επενδυτικής δραστηριότητας στις περισσότερες διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Ο Γενικός Δείκτης Τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών  έκλεισε στο  τέλος του 2006 στις 4.394,13 μονάδες, σημειώνοντας συνολική ετήσια άνοδο κατά 19,9%.  Η συνολική ετήσια αξία συναλλαγών διαμορφώθηκε σε 85,34 δισ. ευρώ, σημειώνοντας σημαντική ετήσια αύξηση κατά 62,2%. Στο τέλος του 2006 η συνολική χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών εταιρειών  ήταν 349,5 δισ. ευρώ, σημειώνοντας ετήσια αύξηση κατά 184,1% και αντιστοιχώντας  στο 64,6% περίπου του Α.Ε.Π. της χώρας. Δύο μόνο νέες εταιρίες προέβησαν στη διάθεση μετοχών τους μέσω δημόσιας εγγραφής στην κεφαλαιαγορά το 2005 έναντι 8 εταιριών  το 2005 και 10 εταιριών το 2004, αντλώντας 725,3 εκατ. ευρώ, έναντι 81,9 εκατ. ευρώ το 2005. Επίσης 14 εισηγμένες εταιρίες προέβησαν σε αύξηση μετοχικού τους κεφαλαίου το 2006 έναντι 19 εταιριών το 2005 και 11 εταιριών το 2004, αντλώντας 3.438,4  εκατ. ευρώ.
Κατά το έτος 2006 η ελληνική οικονομία σημείωσε έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη ζώνη του ευρώ. Το Α.Ε.Π. αυξήθηκε κατά 4% το 2006 έναντι αύξησης 3,7% το 2005.
Κατά τη διάρκεια του 2006 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε σε πέντε διαδοχικές αυξήσεις του βασικού επιτοκίου του ευρώ κατά 25 μονάδες βάσης εκάστη, προκειμένου να περιορίσει τον πληθωριστικό κίνδυνο λόγω της ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας και της ανόδου της τιμής πετρελαίου. Το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης, το οποίο τον Ιούνιο 2003 είχε μειωθεί στο ιστορικώς ελάχιστο επίπεδο του 2%, στο τέλος Δεκεμβρίου 2006 διαμορφώθηκε στο 3,5%.
Η άνοδος του βασικού επιτοκίου από την Ε.Κ.Τ. και οι προσδοκίες της αγοράς για περαιτέρω άνοδό του επέδρασσαν αυξητικά στο ύψος των επιτοκίων δανειακών χορηγήσεων
στην ελληνική αγορά. Τα ελληνικά επιτόκια σημείωσαν αύξηση σε όλες σχεδόν τις κατηγορίες δανείων το 2006, έναντι σημαντικής μείωσής τους κατά την προηγούμενη πενταετία.
Η προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης αποδίδει αποτελέσματα. Το πρωτογενές πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης ανήλθε  στο 2% του Α.Ε.Π. το 2006, έναντι ελλείμματος 0,4% του Α.Ε.Π. το 2005.



2007


Παρά την διεθνή αναταραχή λόγω της κρίσης στην αγορά ενυπόθηκων δανείων μειωμένης εξασφάλισης των ΗΠΑ, η άνοδος της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς, το 2007, ήταν σημαντική, με μοχλό την τοποθέτηση στην αγορά ξένων επενδυτών, με την ελληνική οικονομία να παρουσιάζει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με την Ε.Ε, γεγονός που κάνει τον πρωθυπουργό να μιλά για ισχυρή οικονομία, παρά την απαρχή της διεθνούς κρίσης.
Οι βουλευτικές εκλογές του 2007 διεξήχθησαν  στις 16 Σεπτεμβρίου διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές. Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν νίκη του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, με ποσοστό 41,83% και με ισχνή πλειοψηφία 152 εδρών.
Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε το 2007 στις 5.178,83 μονάδες με άνοδο 17,86%, με τη συνολική αξία συναλλαγών να ανέρχεται στα 121,3 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 42,1%, ενώ η συνολική χρηματιστηριακή αξία  διαμορφώθηκε στα 349,5 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 184%(!) (αντιστοιχούσε στο 85% του ΑΕΠ).
Ένας νέος ιστορικός κύκλος για το Χρηματιστήριο Αθηνών ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2007. Μετά από 73 χρόνια φιλοξενίας στο γνωστό κτήριο της Σοφοκλέους, το οποίο ανήκει στην Εθνική Τράπεζα, το Χρηματιστήριο Αθηνών μετακομίζει σε δική του ιδιόκτητη στέγη στη Λεωφόρο Αθηνών 108, στο Βοτανικό.



ΤΟ 2008



Το 2008 χαρακτηρίστηκε από σημαντική πτώση των χρηματιστηριακών δεικτών και της επενδυτικής δραστηριότητας στις περισσότερες διεθνείς κεφαλαιαγορές και την Ελλάδα.
Η πτώση ήταν κυρίως το αποτέλεσμα της αβεβαιότητας που διαμόρφωσε η ταχεία διεθνής επέκταση της χρηματοπιστωτικής κρίσης που αρχικά εμφανίστηκε στην αγορά ενυπόθηκων δανείων μειωμένης εξασφάλισης των ΗΠΑ και στη συνέχεια επεκτάθηκε στις αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες αγορές, προκαλώντας έλλειψη ρευστότητας με συνέπεια την απειλή βιωσιμότητας ή και την κατάρρευση μεγάλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, όπως η αμερικανική επενδυτική τράπεζα Lehman Brothers. Η πιστωτική συρρίκνωση που ακολούθησε είχε αρνητικές συνέπειες στην οικονομική επέκταση των περισσοτέρων επιχειρηματικών κλάδων της εγχώριας και της διεθνούς οικονομίας.
Κατά το τελευταίο τετράμηνο του 2008, σημαντικά γεγονότα επηρέασαν  και δυσχέραναν περισσότερο την κατάσταση του χρηματοπιστωτικό τομέα.
Η πτώχευση της επενδυτικής τράπεζας Lehman Brothers, η εξαγορά της  επενδυτικής τράπεζας Merrill Lynch από την Bank of America καθώς και της τράπεζας HBOS από την βρετανική τράπεζα Lloyds TSB, η παρέμβαση διάσωσης της ασφαλιστικής εταιρίας AIG, η παρέμβαση των κυβερνήσεων της Ολλανδίας, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου για την διάσωση της τράπεζας Fortis, η κρατικοποίηση της ισλανδικής τράπεζας Kaupthing και η εθνικοποίηση των τραπεζών Northern Rock και Bradford & Bingley στην Αγγλία  ήταν τα σημαντικότερα.
Οι διαγραφές «τοξικών» στοιχείων ενεργητικού από τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ξεπέρασαν εντός του 2008 το 1 τρισ .δολάρια, και η κρίση εξελίχθηκε σε ύφεση με αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγική δραστηριότητα της οικονομίας λόγω της μείωσης καταναλωτικών δαπανών και εμπορικών συναλλαγών. Μεγάλες εταιρίες του κλάδου της αυτοκινητοβιομηχανίας, όπως η General Motors, η Chrysler, η Ford, η Toyota και η BMW, προχώρησαν σε μαζικές απολύσεις προσωπικού και μείωση επενδύσεων.
Οι τρεις ισχυρότερες οικονομίες της Αμερικής, της Ευρώπης και της Ιαπωνίας εισήλθαν σε οικονομική ύφεση ταυτοχρόνως, γεγονός που είχε να συμβεί από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στις αρχές Δεκεμβρίου ταραχές ξεσπούν στην Ελλάδα από το θανάσιμο τραυματισμό του 15χρονου Αλεξάνδρου Γρηγορόπουλου, κλονίζοντας την κυβέρνηση, επηρεάζοντας και το Χ.Α
Στην Ελλάδα, η πτώση των χρηματιστηριακών δεικτών και της συναλλακτικής δραστηριότητας στις αγορές του Χρηματιστηρίου Αθηνών ήταν σημαντική και ο Γενικός Δείκτης Τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών έκλεισε το 2001 στις 1.786,51 μονάδες και σημείωσε ετήσια μείωση κατά 65,5% ως αποτέλεσμα των αυξημένων εγχωρίων ρευστοποιήσεων επενδυτικών τίτλων από αλλοδαπούς και Έλληνες επενδυτές. Η συνολική ετήσια αξία συναλλαγών διαμορφώθηκε σε 78 δισ. ευρώ, σημειώνοντας σημαντική ετήσια μείωση κατά 35,5%. Η συνολική χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων ήταν 69 δισ. ευρώ, σημειώνοντας ετήσια μείωση κατά 64,9% έναντι αύξησης κατά 184,1% το 2007. Η συμμετοχή των αλλοδαπών επενδυτών στη συνολική κεφαλαιοποίηση του ΧΑ στο τέλος του 2008 μειώθηκε σε 47,8% από 51,8% τον Δεκέμβριο 2007.



2009



Το 2009 ήταν χρονιά ανάκαμψης των διεθνών χρηματιστηρίων μετά τη μεγάλη πτώση του 2008. Ο συνδυασμός της υψηλής ρευστότητας, λόγω των έκτακτων μέτρων που έλαβαν οι κυβερνήσεις, των χαμηλών επιτοκίων και της βελτίωσης των εταιρικών αποτελεσμάτων τροφοδότησαν την άνοδο των χρηματιστηρίων.
Η ελληνική αγορά ακολούθησε μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου παράλληλη πορεία με τις ευρωπαϊκές αγορές.  Στη συνέχεια όμως, υπό το μέγεθος της δημοσιονομικής κρίσης της χώρας, το χρηματιστήριο  υποχώρησε ραγδαία ακολουθώντας αντίθετη πορεία από τις ευρωπαϊκές αγορές. Το 2009 οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας επηρεάστηκαν αρνητικά από τις επιπτώσεις της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, αλλά και από τις εγχώριες μακροοικονομικές ανισορροπίες.
Χαρακτηριστικό των δημοσιονομικών εξελίξεων το 2009 ήταν η σημαντική επιδείνωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης, λόγω της σημαντικής αρνητικής απόκλισης των φορολογικών εσόδων από τα αρχικώς προβλεπόμενα και τις υπερβάσεις δαπανών. Το 2009 τι το έλλειμμα της γενικής  κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 12,7% του ΑΕΠ από 7,7% του ΑΕΠ το 2008. Το υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009 οδήγησε σε μια ανάλογη αύξηση του χρέους της γενικής κυβέρνησης στο 113,45% του ΑΕΠ έναντι 99,2% που ήταν το 2008. Το ΠΑΣΟΚ υπό τον Γ. Παπανδρέου κερδίζει την εξουσία, στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου, με μεγάλη διαφορά από τη Νέα Δημοκρατία.
Ο Γενικός Δείκτης Τιμών έκλεισε στο τέλος του 2009 στις 2.196 μονάδες, σημειώνοντας συνολική ετήσια αύξηση 22,9%. Η συνολική ετήσια αξία συναλλαγών διαμορφώθηκε σε 50,9 δισ. ευρώ, υποχωρώντας κατά 35% έναντι του 2008. Στο τέλος του 2009 η συνολική χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων έφθασε τα 83,4 δισ. ευρώ, σημειώνοντας ετήσια αύξηση κατά 22,3%, έχοντας
ωστόσο υποχωρήσει κατά 65,1% εντός του 2008. Η κεφαλαιοποίηση των εταιριών του Χρηματιστηρίου  αντιστοιχούσε μόλις στο 28,5% περίπου του ΑΕΠ της Ελλάδας, έναντι 34,7% το 2008 και 85,2% το 2007.


 


2010



Στις 23 Απριλίου 2010 ο Γ. Παπανδρέου, με φόντο το λιμάνι του Κατσελόριζου ανακοίνωνε στο ελληνικό λαό την ένταξη της χώρας στο μηχανισμό στήριξης, που σηματοδότησε και την έναρξη της «οδύσσειας» για την ελληνική οικονομία.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υποχρεώνεται να αναθεωρήσει ξαφνικά τους αριθμούς του δημοσιονομικού ελλείμματος που υποεκτίμησε η κυβέρνηση Καραμανλή. Το έλλειμμα αναθεωρείται από το 3,7% σε 12,7%, ύστερα στο 13,,6% το Μάιο του 2010 και σε 15,4% τον Οκτώβριο το 2010. Αυτή η αναθεώρηση προκάλεσε μία βαθιά αντίδραση προς την Ελλάδα και την ικανότητά της να χειριστεί την κατάσταση και στη συνέχεια έγινε μία σειρά από σφάλματα.
Το σφάλμα της ελληνικής κυβέρνησης ήταν που δεν προετοίμασε τις αγορές για ένα τέτοιο σοκ, το οποίο αιφνιδίασε ακόμη και την ίδια και όχι μόνο δεν έσπευσε να εξαγγείλει μέτρα διόρθωσης των ελλειμμάτων, αλλά εξήγγειλε και φιλολαϊκά μέτρα ενίσχυσης των χαμηλών εισοδημάτων!
Μόνο τον Ιανουάριο του 2010, δύο και πλέον μήνες μετά την αναθεώρηση του ελλείμματος, η κυβέρνηση αναγγέλλει ένα πρώτο πρόγραμμα  σταθεροποίησης, αλλά εντελώς αναξιόπιστο: μείωση του ελλείμματος από το 12,9% του ΑΕΠ το 2009 σε 2,18% το 2012!. Δηλαδή μία αναπροσαρμογή χωρίς κανένα προηγούμενο στην Ιστορία!
Αυτό ο στόχος προκάλεσε την μεγάλη αύξηση του spread (διαφορά επιτοκίων με τη Γερμανία που μετράει τη διαφορά ρίσκου μεταξύ των δύο κρατών), γεγονός που κάνει ασύμφορη τη χρηματοδότηση της Ελλάδας από τις αγορές, προκαλώντας κρίση ρευστότητας. Από τα τέλη του 2009 οι τρεις μεγάλοι οίκοι αξιολόγησης αρχίζουν να υποβαθμίζουν την ελληνική οικονομία.
Μετά τις αποκαλύψεις ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδας έκλεισε για το 2009 σε επίπεδα πολύ πάνω από αυτά που θα καθιστούσαν το δημόσιο χρέος βιώσιμο  η ελληνική κυβέρνηση αδυνατούσε να δανειστεί με λογικά επιτόκια από τις αγορές για τη χρηματοδότηση του τρέχοντος δημοσιονομικού ελλείμματος και την αναχρηματοδότηση του χρέους. Αποτέλεσμα ήταν ο άμεσος κίνδυνος χρεοκοπίας  και στάσης πληρωμών του Ελληνικού Δημοσίου. Η προσπάθεια της κυβέρνησης να ανακτήσει την αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές και να πετύχει μείωση των επιτοκίων οδήγησε σε λήψη μέτρων μείωσης των δαπανών, τα οποία δεν κατάφεραν να ανατρέψουν το αρνητικό κλίμα. Κατόπιν αυτών η Ελλάδα κατέφυγε στη βοήθεια του ΔΝΤ, Ε.Ε και ΕΕΚΤ , που συγκρότησαν από κοινού μηχανισμό βοήθειας για την Ελλάδα.
Η χρηματοδότηση από τον μηχανισμό στήριξης έγινε υπό τους σκληρούς δημοσιονομικούς όρους. Με τη χρηματοδότηση από το μηχανισμό αποφεύχθηκε ο άμεσος κίνδυνος χρεοκοπίας της Ελλάδας, που θα είχε πιθανές ανεξέλεγκτες συνέπειες και για όλη τη ζώνη του ευρώ. Τα πρώτα μέτρα ανακοινώθηκαν από τον πρωθυπουργό την Κυριακή 2  Μαϊου 2010. Η Ελληνική συνέχισε να βρίσκεται σε κατάσταση δημοσιονομικής ανισορροπίας και το επόμενο διάστημα με αποτέλεσμα ένα χρόνο μετά, τον Ιούνιο του 2011, η κυβέρνηση να καταφύγει στην ψήφιση του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, που περιλάμβανε νέα μέτρα λιτότητας και περικοπές. Επίσης τέθηκε θέμα αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας και αναδιάρθρωσης ή «κουρέματος» του χρέους με σκοπό τη μακροπρόθεσμη μείωση του χρέους σε βιώσιμα επίπεδα.
Το 2010 έλαβε χώρα η μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή που επιτεύχθηκε ποτέ στην Ελλάδα και η οποία ανέρχεται σε 6% του ΑΕΠ περίπου.
Το έτος 2010 χαρακτηρίστηκε διεθνώς από τις προσπάθειες ανάκαμψης και εξόδου από τη χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου 2008-2009, ενώ στην Ευρώπη κυριάρχησε η κρίση δημοσίου χρέους και οι παρεμβάσεις για τον έλεγχο των επιπτώσεών της. Η κρίση εμπιστοσύνης που εκδηλώθηκε για διαφορετικούς λόγους σε κάθε χώρα και έπληξε διαδοχικά την  Ελλάδα και ακολούθως την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, οδήγησε τη χώρα μας σε συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου και προκάλεσε κατακόρυφη αύξηση στο κόστος δανεισμού.
Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε στο τέλος του 2010  στις 1.413,94 μονάδες, σημειώνοντας ετήσια μείωση κατά 35,6%. Η συνολική ετήσια αξία συναλλαγών διαμορφώθηκε σε 35,1 δισ. ευρώ, υποχωρώντας κατά 31%. Στο τέλος του 2010 η συνολική χρηματιστηριακή αξία των  εισηγμένων ήταν 54,3 δισ. ευρώ, μειωμένη κατά 35,4% (αντιστοιχούσε στο 25,8% του ΑΕΠ ).



2011



Το 2011 ήταν μια δύσκολη χρονιά για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Τη δεύτερη χειρότερη επίδοση (-51,88%) από το 1964 πέτυχε το 2011 ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστήριου της Αθήνας, κλείνοντας στα επίπεδα των 680 μονάδων. Ήταν η χρονιά όπου τα αρνητικά «ρεκόρ» διαδέχονταν το ένα το άλλο είτε σε επίπεδο τιμών του βασικού δείκτη της αγοράς, είτε σε επίπεδο συναλλαγών.
Το ελληνικό χρηματιστήριο κατέγραψε τη χειρότερη απόδοση στον κόσμο για 2η διαδοχική χρονιά, σημειώνοντας ένα αρνητικό «ρεκόρ» που ίσως δεν έχει προηγούμενο. Η χρηματιστηριακή αγορά έχει χάσει 230 δις δολάρια σε κεφαλαιοποίηση από το 2008 και 112 δις δολάρια από τα τέλη του 2009.
Το 2011 ήταν η δεύτερη χειρότερη χρονιά των τελευταίων 20 ετών, μετά το 2008, με τον Γενικό Δείκτη Τιμών να κλείνει με μεγάλες απώλειες, στα χαμηλά των τελευταίων 19 ετών και τον δείκτη της υψηλής κεφαλαιοποίησης τον FTSE 20 και τον τραπεζικό δείκτη να καταγράφουν νέα ιστορικά χαμηλά.
Μέσα στο 2011 η συνολική κεφαλαιοποίηση της χρηματιστηριακής αγοράς υποχώρησε κατά 27,633 δισ. ευρώ και διαμορφώθηκε στο τέλος του 2011 στα 27,302 δισ. ευρώ, από 54,935 δισ. ευρώ που ήταν στο τέλος του 2010. Το ποσοστό της κεφαλαιοποίησης του ΧΑ ως προς το ΑΕΠ υποχώρησε στο 12,5% το 2011 έναντι 25,8% το 2010, 28,5% το 2009, 34,7% το 2008 και 85,2% το 2007.
Το 2011 χαρακτηρίστηκε όχι μόνο από σημαντικές προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής, αλλά και από τις επιπτώσεις της συνεχιζόμενης ύφεσης και των εναλλασσόμενων ευρωπαϊκών και διεθνών σχεδίων δράσης απέναντι στην ελληνική, και όχι μόνο, κρίση.
Οι συζητήσεις επισκόπησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας από τους διεθνείς οργανισμούς χρηματοδότησης (ΔΝΤ-ΕΚΤ-ΕΕ) συνεχίστηκαν στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής  διαδικασίας χορήγησης νέου και κατάλληλου χρηματοδοτικού πακέτου στήριξης της Ελλάδα για τα επόμενα χρόνια αλλά και εν μέσω της προσπάθειας του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα να λάβει πολιτική στήριξη για την εφαρμογή του νέου προγράμματος. Η συζήτηση στην Ευρώπη περιστρέφεται γύρω από τις  προϋποθέσεις συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα (PSI) στην αναδιάρθρωση των τίτλων του ελληνικού  Δημοσίου και το αντίστοιχο ποσό της δημόσιας στήριξης. Οι ευρωπαϊκοί Σύνοδοι Κορυφής τον Ιούλιο και  Οκτώβριο 2011 έλαβαν αποφάσεις για πορεία προς τα εμπρός. Εν τω μεταξύ, η ελληνική κυβέρνηση  αντιμετώπισε δυσκολίες στην εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής στη διάρκεια του καλοκαιριού. Το
Νοέμβριο 2011 προέκυψε νέα κυβέρνηση συνεργασίας με συγκεκριμένο στόχο την πρόοδο και ολοκλήρωση του προγράμματος συμμετοχής ιδιωτών επενδυτών στην αναδιάρθρωση δημοσίου χρέους (PSI), ως  αποτέλεσμα της οποίας η ελληνική οικονομία αναμένεται να εισέλθει σε φάση σταθεροποίησης.
Η Ευρώπη έχει μάλλον αργά κατευθυνθεί προς τη θεσμοθέτηση νέου πακέτου χρηματοδότησης της Ελλάδας, με τη συμπερίληψη επιπλέον κρατικής στήριξης και σημαντικής συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα (PSI).  Πρώτον, στο τέλος Ιουλίου οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμφώνησαν να διατηρήσουν την οικονομική τους  υποστήριξη προς τις χώρες που εντάσσονται στο πλαίσιο των προγραμμάτων προσαρμογής για όσο χρονικό  διάστημα χρειάζεται για να αποκατασταθεί η πρόσβασή τους στην αγορά, με την προϋπόθεση ότι το πρόγραμμα τους εφαρμόζεται κανονικά. Στο τέλος Οκτωβρίου 2011 με συμφωνία από τους ευρωπαίους ηγέτες αποφασίσθηκε λύση με επίκεντρο τις ακόλουθες βασικές παραμέτρους: 50% μείωση στην ονομαστική αξία των ιδιωτικώς
κατεχόμενων χρεωστικών τίτλων του ελληνικού δημοσίου, εγγυήσεις χρηματοδοτoύμενες από τον ελληνικό  Δημόσιο με ανώτατο όριο τα €30 δισ. και στόχος διαμόρφωσης του ελληνικού χρέους προς το ΑΕΠ κάτω του  120% μέχρι το 2020.
Με την αυξανόμενη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα (PSI) στον ορίζοντα, στο μέσο Νοεμβρίου οι αποκλίσεις (spreads) των CDS των ελληνικών κρατικών τίτλων έναντι αυτών του γερμανικού ομολόγου αναφοράς (bund) έχουν εκτιναχθεί στα ύψη και προσέγγισαν αναφορικά με τα διετή και δεκαετή κρατικά ομόλογα του χρέους άνω των 11.350 σημείων βάσης για τα διετή ομόλογα και 2600 σημείων βάσης για τα δεκαετή ομόλογα, αντίστοιχα. Οι αποκλίσεις μειώθηκαν μόνο προσωρινά στον απόηχο της τελευταίας ανακοίνωσης για PSI, και παρέμειναν εξαιρετικά ασταθείς, φτάνοντας σε νέα επίπεδα ρεκόρ.
Οι εξελίξεις αυτές επηρέασαν την πορεία των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών και βεβαίως της ελληνικής  κεφαλαιαγοράς. Το 2011 ο Γενικός Δείκτης Τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών σημείωσε πτώση κατά 51,9% .
Το 2011 ήταν το τέταρτο συνεχόμενο έτος συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας στην Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια του έτους αυτού, το πραγματικό ΑΕΠ αναμένεται ότι συρρικνώθηκε περισσότερο σε σχέση με την πτώση του 2010, προσεγγίζοντας το -5,5%. Αυτό οφείλεται κυρίως στην αποδυνάμωση της πραγματικής εγχώριας ζήτησης, που χαρακτηρίζεται από απώλεια εισοδημάτων, δύσκολη προσαρμογή στην αγορά εργασίας και ιδιαίτερα περιοριστικές συνθήκες χορήγησης πιστώσεων.


2012


Μετά από ένα καταστροφικό 2011 (-51,88% και αφού «χάθηκαν» 27 δισ. από την κεφαλαιοποίηση της αγοράς), το 2012 εξελίχτηκε πολύ καλύτερα από ότι και ο πιο αισιόδοξος επενδυτής θα προσδοκούσε στην αρχή του έτους. Το Χ.Α κατόρθωσε να πετύχει μία από τις μεγαλύτερες ανόδους μεταξύ των διεθνών αγορών, κάνοντας ένα ισχυρό ράλι στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, με αφορμή την πολιτική εξομάλυνση και την απομάκρυνση του ενδεχόμενου εξόδου της χώρας από την Ευρωζώνη.
Ο Γενικός Δείκτης Τιμών έκλεισε το 2012 στις 907,90 μονάδες, έναντι 680,42 μονάδων του κλεισίματος του 2011 καταγράφοντας άνοδο 227,48 μονάδων ή σε ποσοστό 33,43%.
Η συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς στη διάρκεια του 2012 αυξήθηκε κατά 6,90 δισ. και διαμορφώθηκε στα 34,28 δισ., από 27,38 δισ. το 2011
Το 2012 ήταν άλλη μια δύσκολη χρονιά για την ελληνική οικονομία και άρα για την ελληνική κεφαλαιαγορά, αλλά εντός του 2012 ολοκληρώθηκαν πολλές εκκρεμότητες αναφορικά με την χρηματοδότηση του ελληνικού χρέους και την οριστικοποίηση των αναγκαίων κεφαλαίων για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
Η οικονομική χρονιά σφραγίστηκε από πέντε μεγάλες εξελίξεις, τρεις στο εσωτερικό μέτωπο και δύο στο διεθνές. Στην Ελλάδα τις προσδιόρισαν καθοριστικά το PSI και οι επιπτώσεις του τόσο επί του χρέους όσο και  επί της κατάστασης των αγορών, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, οι διπλές εκλογές και η τελική  συγκρότηση μιας τρικομματικής φιλευρωπαϊκής κυβέρνησης, και η συμφωνία, στο τέλος του χρόνου, για την  εκταμίευση της μεγαλύτερης ως τώρα και κρισιμότερης δόσης του δανείου.
Στην Ευρώπη, αντίστοιχου μεγέθους γεγονότα ήταν η πρωτοβουλία «εγγύησης» του ευρώ, και της Ευρωζώνης –άρα έμμεσα και της παραμονής της Ελλάδας σε αυτήν-, εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ιδίως μέσα από τις  καλοκαιρινές δηλώσεις Ντράγκι και την εκπόνηση των OMT (Outright Monetary Transactions), καθώς και
σειρά ρυθμιστικών κινήσεων, με απόγειο το «κλείδωμα» της πορείας προς την Τραπεζική Ένωση. Οι ευρωπαϊκές εξελίξεις άλλαξαν το κλίμα στην Ευρωζώνη και δημιούργησαν ένα περιβάλλον σχετικής αλλά πάντα εύθραυστης σταθερότητας, πάνω στο οποίο «πάτησε» το ελληνικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα  για τη δική του αρχή εξόδου από την περιδίνηση
Ειδικότερα στο χώρο της κεφαλαιαγοράς, υπήρξε προσέγγιση, για  πρώτη φορά μετά το 2008, του ψυχολογικού όσο και ουσιαστικού φράγματος των χιλίων μονάδων (από αυτή την άποψη, η χρονιά κόβεται κυριολεκτικά στη μέση, αφού η υψηλότερη τιμή του δείκτη -919 μονάδες- εμφανίστηκε στις 28 Δεκεμβρίου, ενώ η χαμηλότερη -471 μονάδες- την 5η Ιουνίου), η ποιοτικά σημαντική
αύξηση του όγκου συναλλαγών, της κεφαλαιοποίησης αλλά και της συμμετοχής των ξένων επενδυτών.
Η ανάγκη πλήρους επίτευξης των μεσοπρόθεσμων στόχων και αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους με τη συμμετοχή ιδιωτών ομολογιούχων (PSI) δημιούργησε την υποχρέωση επιπλέον χρηματοδότησης των συνολικών δανειακών αναγκών της χώρας για την περίοδο 2012-2014. Για την αντιμετώπιση αυτών υπεγράφη νέα δανειακή σύμβαση με την τρόικα, η οποία περιλαμβάνει: (α) τη χρηματοδότηση μέρους της  εθελοντικής ανταλλαγής των ομολόγων μέχρι ύψους 30 δισ. ευρώ, (β) τη χρηματοδότηση της επαναγοράς  τίτλων που έχουν παρασχεθεί ως ενέχυρο στο Ευρωσύστημα ύψους 35 δισ. ευρώ, (γ) τη χρηματοδότηση της αποπληρωμής των δεδουλευμένων τόκων ύψους 5,7 δισ. ευρώ, (δ) τη χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών ύψους 23 δισ. Ευρώ, και (ε) τη χρηματοδότηση των δανειακών αναγκών μέχρι του ποσού των 109,1 δισ. ευρώ (εκ των οποίων ποσό 24,4 δισ. ευρώ προέρχεται από το μη χρησιμοποιηθέν ονομαστικό κεφάλαιο της πρώτης δανειακής σύμβασης, και ποσό 23 δισ. ευρώ προέρχεται από μη χρησιμοποιηθέν ονομαστικό κεφάλαιο της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών).
Κατά το 2012 η ελληνική οικονομία παρέμεινε σε ύφεση για πέμπτο συνεχές έτος. Η συνολική συρρίκνωση του ΑΕΠ την τελευταία πενταετία εκτιμάται ότι έχει υπερβεί το 20%.
Το 2012 συνεχίστηκε το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής για τρίτο έτος. Το μέγεθος της προσαρμογής αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλο και ως εκ τούτου άσκησε πρωτόγνωρη πίεση εφαρμογής στην  Ελληνική οικονομία.


 

  Περιεχόμενα
ΕΜΠΡΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ 25 ΧΡΟΝΙΑ
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
ΣΧΟΛΙΑ
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΓΟΡΕΣ
25 ΧΡΟΝΙΑ «ΧΡΗΜΑ»
Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΣ ΚΛΑΔΟΣ
ΤΡΟΦΙΜΑ - ΠΟΤΑ
EUROMONEY CONFERENCE
ΕΡΕΥΝΑ SAXO BANK
ΦΑΚΕΛΟΣ ΑEGEAN
ΦΑΚΕΛΟΣ PROFILE
ΦΑΚΕΛΟΣ ΚΡΙ ΚΡΙ
ΦΑΚΕΛΟΣ LAMDA DEVELOPMENT
ΦΑΚΕΛΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΕ ΜΟΡΦΗ EBOOK

 Όροι και προϋποθέσεις του site