Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Σεπτέμβριος 2005                               Τεύχος 313

Κύπρος: Αξιολογώντας τα αποτελέσματα των τραπεζών


•  Βελτίωση επιδόσεων σε όλα τα μέτωπα, αλλά...
•  Τι βελτίωσαν και που συνεχίζουν να υστερούν οι κυπριακές τράπεζες
• Συγκρίσεις με τις επιδόσεις των ανταγωνιστών τους στην Ελλάδα
• Γιατί δεν κλείνει το «άνοιγμα της ψαλίδας», τι θα μπορούσε να γίνει


Έγιναν πολλά, αλλά θα πρέπει να γίνουν αρκετά περισσότερα. Αυτό είναι το μήνυμα που προκύπτει από τις ανακοινώσεις των εξαμηνιαίων αποτελεσμάτων των τραπεζών, οι οποίες φαίνεται μεν να έχουν αφήσει, για τα καλά, πίσω τους τις «δύσκολες ημέρες» του παρελθόντος. Όσοι κινδυνολογούσαν πριν από δύο ή τρία χρόνια, φαίνεται να διαψεύδονται πανηγυρικά, καθώς οι κυπριακές τράπεζες «επιστρέφουν» δυναμικά, με καλά αποτελέσματα εξαμήνου και ακόμη καλύτερες προοπτικές (με εξαίρεση φυσικά την Ελληνική, που μάλλον θέλει κάποιο χρόνο ακόμη για να ανακάμψει). Από την άλλη πλευρά όμως, οι δείκτες τους υστερούν ακόμη κατά πολύ όταν συγκρίνονται με τις ελλαδικές, αλλά και τις άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, με τα κυριότερα χαρακτηριστικά των αποτελεσμάτων των κυπριακών τραπεζών να είναι τα παρακάτω:
1. Παρά τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης στην Κύπρο, το μεγαλύτερο τμήμα της αύξησης των χορηγήσεων και των καταθέσεων εξακολούθησε να προέρχεται από το εξωτερικό. Στην Τράπεζα Κύπρου για παράδειγμα, οι καταθέσεις και οι χορηγήσεις εντός της χώρας αυξήθηκαν κατά 6% και 5%, ενώ οι αντίστοιχες επιδόσεις στην Ελλάδα ανήλθαν σε 25% και 19%, αντίστοιχα. Ανάλογη είναι συμπεριφορά και της Λαϊκής Τράπεζας, όπου καταθέσεις και χορηγήσεις στην Κύπρο αυξήθηκαν κατά 13,6% και 8,4%, ενώ στην Ελλάδα κατά 28% και 24,8% αντίστοιχα. Με την ελλαδική αγορά να «τρέχει» στο πρώτο εξάμηνο με 15%, και οι δύο κυπριακές τράπεζες αύξησαν περαιτέρω τα μερίδια αγοράς τους. Προκύπτει λοιπόν για μια ακόμη φορά, ότι το πεδίο ανάπτυξης των κυπριακών τραπεζών εξακολουθεί να είναι η Ελλάδα.
2. Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν σαφώς περισσότερο απ’ ότι οι χορηγήσεις, δεδομένου ότι στην Ελλάδα (όπου σημειώθηκε και η μεγαλύτερη ανάπτυξη εργασιών) τα spreads (διαφορές μεταξύ επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων) είναι αρκετά υψηλότερα σε σύγκριση με την Κύπρο. Ενώ λοιπόν, οι χορηγήσεις για Κύπρου, Λαϊκή και Ελληνική αυξήθηκαν αντίστοιχα κατά 11%, 13,9% και 4%, τα καθαρά έσοδα από τόκους σημείωσαν ποσοστιαία άνοδο 14%, 12,2% και 10,7%, αντίστοιχα.
3. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες που κατέβαλαν, οι κυπριακές τράπεζες δεν κατάφεραν σημαντικά πράγματα στο να περιορίσουν τα λειτουργικά τους έξοδα, λόγω του θεσμικού πλαισίου εργασίας στην Κύπρο. Τα ποσοστά ανόδου των εξόδων κυμαίνονται μεταξύ του 7% και του 11%, χωρίς να έχουν συνυπολογιστεί οι όποιες αυξήσεις μισθών προκύψουν από την νέα συλλογική σύμβαση. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο δείκτης εξόδων προς έσοδα είναι πολύ ελκυστικότερος στις ελλαδικές δραστηριότητες (π.χ. στην Τράπεζα Κύπρου ο σχετικός δείκτης ανέρχεται σε 69% στην Κύπρο και σε 56% στην Ελλάδα!). To σχετικά ευχάριστο πάντως στοιχείο, είναι ότι η ποσοστιαία αύξηση των εσόδων ήταν σαφώς υψηλότερη από την άνοδο των εξόδων, με αποτέλεσμα η συμμετοχή των εξόδων στα έσοδα να υποχωρήσει.
4. Με εξαίρεση την περίπτωση της Ελληνικής Τράπεζας όπου το ποσοστό ανόδου έφτασε το 35%, οι κυπριακές τράπεζες ενέγραψαν προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις γύρω στα περυσινά επίπεδα, δείχνοντας ότι χειρίζονται με αρκετή επιτυχία τόσο τις νέες χορηγήσεις, όσο και τις προϋπάρχουσες καθυστερήσεις αποπληρωμών. Ιδιαίτερη έμφαση στο θέμα δίνει – σύμφωνα με ανακοίνωσή της – που προσαρμόζεται από τώρα στις αυστηρότερες συνθήκες του 2006 (παύση εκτοκισμού μη εξυπηρετούμενων δανείων σε 6 μήνες και όχι σε 9 που ισχύει σήμερα).
5. Οι απομειώσεις περιουσιακών στοιχείων ήταν φέτος πολύ περιορισμένες και κυρίως αφορούσαν την Λαϊκή Τράπεζα που αναπροσάρμοσε προς τα κάτω τις συμμετοχές της στην Πανευρωπαϊκή (0,9 εκατ.) και στην Λαϊκή-Άτταλος ΑΧΕ (3,3 εκατ. ευρώ).
6. Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω, ήταν να εκτιναχθούν τα κέρδη των δύο μεγάλων τραπεζών (+97,5% για την Κύπρου και +63,2% για την Λαϊκή), οι δείκτες εξόδων προς έσοδα να υποχωρήσουν σημαντικά (για την Κύπρου από το 62% στο 59% και για την Λαϊκή από το 64,84% στο 62,1%) και να διευρυνθούν οι αποδοτικότητες των ιδίων κεφαλαίων. Δεν είναι τυχαίο ότι στο πρώτο εξάμηνο του 2005 η Τράπεζα Κύπρου κατάφερε να επιτύχει το μεγαλύτερο τμήμα των στόχων που είχε θέσει ως στόχο για την τριετία 2005-2007, ενώ ανάλογη είναι η εικόνα και στην Λαϊκή Τράπεζα.
7. Παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης των εργασιών ήρθε από την Ελλάδα, το μεγαλύτερο ποσοστό της ανόδου των κερδών προέκυψε από την Κύπρο. Συγκεκριμένα, η Τράπεζα Κύπρου αύξησε μόλις κατά 3% τα κέρδη της στην Ελλάδα λόγω των μεγάλων επενδύσεων που συνεχίζει να υλοποιεί, ενώ η Λαϊκή Τράπεζα εμφάνισε στην Ελλάδα κέρδη 0,9 εκατ. (έναντι 1,9 εκατ. πέρυσι) λόγω της one off απομείωσης της συμμετοχής στην Λαϊκή-Άτταλος ΑΧΕ.


Υστέρηση στους δείκτες
Τα παραπάνω αποτελέσματα μόνο ως ικανοποιητικά μπορούν να χαρακτηριστούν για τις δύο μεγάλες τράπεζες, που φαίνεται να υλοποιούν με ευκολία τους τριετείς στόχους τους. Η Τράπεζα Κύπρου για παράδειγμα έχει θέσει ως στόχο για το 2007 αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων άνω του 13% και δείκτη εξόδων προς έσοδα χαμηλότερο του 58%. Στους στόχους της Λαϊκής Τράπεζας για το 2007 περιλαμβάνεται αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων 12%, δείκτης εξόδων προς έσοδα 58%, ετήσια άνοδος εσόδων κατά 15% και ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων στο 8,5%.
Παρόλη όμως τη βελτίωση των επιδόσεων των κυπριακών τραπεζών, οι δείκτες τους εξακολουθούν να υπολείπονται σε σχέση με τους αντίστοιχους δείκτες των ευρωπαϊκών τραπεζών. Ας πάρουμε για παράδειγμα την περίπτωση της Ελλάδας όπου μέχρι τη στιγμή που γράφεται το συγκεκριμένο κείμενο, έχουν ανακοινώσει τα αποτελέσματά τους μόνο τρεις από τις πέντε μεγάλες εμπορικές τράπεζες της χώρας, η Alpha Bank, η Eurobank και η Τράπεζα Πειραιώς.
Οι επιδόσεις της Eurobank παρουσιάζονται στον σχετικό πίνακα και είναι ενδεικτικές για το πόσο δρόμο έχουν να κάνουν ακόμη οι κυπριακές τράπεζες, προκειμένου να βελτιώσουν τους δείκτες τους. Και επειδή βέβαια οι δείκτες έχουν στατικό και όχι δυναμικό χαρακτήρα, ας μην νομιστεί ότι οι ελλαδικές τράπεζες δεν διαθέτουν προοπτικές ανάπτυξης.
Στην Eurobank λοιπόν, οι χορηγήσεις αυξήθηκαν κατά 26% (τα δάνεια προς νοικοκυριά που είναι τα πλέον κερδοφόρα κατά 37%), τα καθαρά έσοδα από τόκους κατά 20,3% (έως και διπλάσιο ποσοστό από τη μέση κυπριακή επίδοση), τα καθαρά κέρδη ανέβηκαν κατά 40%, τα λειτουργικά έξοδα μόλις κατά 5%, ο δείκτης εξόδων προς έσοδα υποχώρησε από το 52,5% στο 47,4%, ενώ η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων από 16,7% πέρυσι εκτινάχθηκε πάνω από το 21%!
Στην Alpha Bank η γενικότερη εικόνα δεν διαφέρει κατά πολύ, παρά το γεγονός ότι το 2005 θεωρείται ως ένα έτος γενικότερων αναδιαρθρώσεων για την Τράπεζα. Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 13,7%, τα υπόλοιπα της καταναλωτικής πίστης σημείωσαν άνοδο 57%, οι χορηγήσεις διευρύνθηκαν κατά 15%, η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων ανέβηκε από στο 21,5% και ο δείκτης εξόδων προς έσοδα υποχώρησε στο 50,5%. Σύμφωνα με τους στόχους της Alpha Bank, για το 2007, η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων προβλέπεται να εκτιναχθεί πάνω από το 26% και ο δείκτης εξόδων προς έσοδα να πέσει στο 43%!
Στην Τράπεζα Πειραιώς, κατά το πρώτο φετινό εξάμηνο οι χορηγήσεις αυξήθηκαν κατά 26%, οι καταθέσεις κατά 16,3%, τα καθαρά έσοδα από τόκους κατά 24,7%, τα καθαρά κέρδη (86,5 εκατ. ευρώ) κατά 51,9%, ενώ οι δαπάνες κατά 10,6%, με το κόστος προσωπικού να αυξάνεται μόλις κατά 4,2%. Ο δείκτης κόστος προς έσοδα υποχώρησε από το 58,5% στο 56% και η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων ανέβηκε από το 14,2% στο 19,3%.


Τι σημαίνει όμως μια τράπεζα να έχει χαμηλότερη αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων σε σχέση με μια άλλη τράπεζα; Επί του παρόντος, δεν αναμένεται να προκύψουν προβλήματα ούτε σε ότι αφορά την ανταγωνιστικότητα των κυπριακών τραπεζών μέσα στην Κύπρο, ούτε και στην Ελλάδα, καθώς εκεί λειτουργούν με υψηλότερη παραγωγικότητα.
Ωστόσο, αν η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων ήταν υψηλότερη, τότε η τιμή της μετοχής θα ήταν ανώτερη, όπως και η κερδοφορία. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι περισσότερα κεφάλαια θα επανεπενδύονταν από τα κέρδη και έτσι θα ενισχυόταν η τράπεζα. Ας μην ξεχνούμε ότι οι κυπριακές τράπεζες «οφείλουν πολλά» ακόμη στους μετόχους τους, ενώ θα πρέπει να εξοικονομήσουν και πόρους προκειμένου να επεκταθούν και αυτές στα Βαλκάνια.


Αναζητώντας τα αίτια και βρίσκοντας λύσεις
Δύο είναι κυρίως τα αίτια που έχουν υποχρεώσει τις κυπριακές τράπεζες σε δείκτες υποδεέστερους των ελλαδικών: πρώτον, το θεσμικό πλαίσιο εργασίας στην Κύπρο και ειδικότερα οι σχετικά επαχθέστερες συμβάσεις με την ΕΤΥΚ και δεύτερον η κατάσταση της ίδιας της χρηματοπιστωτικής αγοράς της Κύπρου, όπου τα spreads (διαφορές μεταξύ επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων) των δανείων είναι χαμηλότερα σε σχέση με την Ελλάδα, το δίκτυο των καταστημάτων πυκνότερο και λιγότερο αποδοτικό, κ.λπ.
Η νέα συλλογική σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ τραπεζών και ΕΤΥΚ δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα για τις τράπεζες, ωστόσο φαίνεται ότι αποτέλεσε έναν «καλό συμβιβασμό» με βάση τις διαπραγματευτικές δυνάμεις των δύο πλευρών, τις αυξήσεις που δόθηκαν σε κρατικούς και ημικρατικούς οργανισμούς, κ.λπ.
Πέραν αυτού, οι τράπεζες υλοποιούν μια σειρά από κινήσεις, προκειμένου να περιορίσουν τις λειτουργικές τους δαπάνες: κλείσιμο κάποιων υποκαταστημάτων, κεντροποίηση υπηρεσιών (η Τράπεζα Κύπρου μεταφέρει το μοντέλο της Ελλάδας), κ.λπ. Ουσιαστικός βέβαια παράγοντας για τη μείωση του δείκτη των εξόδων προς τα έσοδα παραμένει πάντοτε ο παρονομαστής του κλάσματος, δηλαδή τα έσοδα. Όσο οι τράπεζες αυξάνουν τις επιδόσεις τους στην Ελλάδα και όσο βελτιώνονται τα margins στην κυπριακή αγορά, τόσο ο δείκτης εξόδων προς έσοδα θα αποκλιμακώνεται.
Ωστόσο, δεν προβλέπεται ότι αυτή η ψαλίδα μεταξύ των κυπριακών και των ελλαδικών τραπεζών θα κλείσει κατά τα επόμενα χρόνια, παρά το γεγονός ότι αναμένεται οι κυπριακές τράπεζες να διευρύνουν τα μερίδιά τους στην ελλαδική αγορά. Οι λόγοι που εξηγούν την παραπάνω εκτίμηση είναι:
1. Η ταχεία αύξηση των περιθωρίων κέρδους στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στο χώρο της λιανικής τραπεζικής, ενισχύει ποσοστιαία περισσότερο τις ελλαδικές τράπεζες, παρά τις κυπριακές.
2. Οι ελλαδικές τράπεζες μέσω μη αντικατάστασης αποχωρούντος προσωπικού, ή μέσω προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου, περιορίζουν σταδιακά τη συμμετοχή της μισθοδοσίας στα συνολικά λειτουργικά έξοδα.
3. Οι ελλαδικές τράπεζες έχουν αρχίσει να γεύονται τους πρώτους καρπούς από τις επενδύσεις τους στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, καρπούμενες ικανοποιητικές αποδοτικότητες ιδίων κεφαλαίων. Οι αποδοτικότητες αυτές αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω κατά τα επόμενα χρόνια.


· Ο κ. Θεοφάνης Λιβέρας είναι εκδότης του κυπριακού οικονομικού περιοδικού EUROKEΡΔΟΣ

  Περιεχόμενα
Editorial: Κρίσιμο δωδεκάμηνο για την οικονομία και όχι μόνο...
¶ρθρο: Οικονομία: Αντί για παροχές, μεταρρυθμίσεις...
Επενδύσεις: Aντιδιαμετρικές οι ενδείξεις ομολόγων και μετοχών.
¶ρθρο: ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΚΡΙΣΗ: Ζητείται παγκόσμιος συντονισμός
¶ρθρο: Αγορά ακινήτων: Προσέξτε πριν επενδύσετε
Αφιέρωμα: 70η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης
Εμπορεύματα: Διεθνείς Αγορές Εμπορευμάτων - Ανασκόπηση Αυγούστου 2005
¶ρθρο: Κύπρος: Αξιολογώντας τα αποτελέσματα των τραπεζών
Θέματα: ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ: Υψυλή αξιολόγηση από τη Moody’s

 Όροι και προϋποθέσεις του site