Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Ιούνιος 2014-τ.403                              

ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ

ΥΠΟΣΧΕΤΑΙ ΚΕΡΔΗ ΜΕ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΡΙΣΚΟ


Μια πολύ ενδιαφέρουσα νέα αγορά δημιουργείται για τους έλληνες αλλά και για τους ξένους επενδυτές. Πρόκειται για την αγορά εταιρικών ομολογιακών εκδόσεων, μέσω της οποίας μικρομεσαίες, νεοσύστατες, αλλά και μεγαλύτερες επιχειρήσεις θα έχουν τη δυνατότητα χρηματοδότησης με την έκδοση εταιρικών ομολόγων η τιμή των οποίων θα είναι συνεχώς διαπραγματεύσιμη στο ελληνικό χρηματιστήριο. Ήδη παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα από εταιρείες της μεσαίας και χαμηλής κεφαλαιοποίησης με μέση χρηματιστηριακή αξία από 30 έως και 100 εκατ. ευρώ, που ενδιαφέρονται να χρηματοδοτηθούν μέσω της νέας αγοράς. Οι εταιρείες δεν θα είναι υποχρεωμένες να εισάγουν τις μετοχές τους σε αυτήν την αγορά, αλλά μόνο τα εταιρικά ομόλογα που θα εκδίδουν. Στόχος είναι να προσελκυστούν και εταιρείες που έχουν ήδη διακριθεί σε διαγωνισμούς επιχειρηματικότητας και αναζητούν τρόπους χρηματοδότησης. Η νέα αγορά θα αφορά εκδόσεις έως 5 εκατ. ευρώ, οι οποίες θα ολοκληρώνονται με διαδικασίες πολύ πιο σύντομες από ό,τι ισχύει σήμερα στην οργανωμένη (Κύρια και Εναλλακτική) Αγορά του Χρηματιστηρίου.

Μέχρι σήμερα, μόνο οι μεγάλες εισηγμένες, όπως ο ΟΤΕ, η Coca Cola, τα Ελληνικά Πετρέλαια, ο Τιτάνας, η ΔΕΗ, έχουν τη δυνατότητα να εκδίδουν διεθνή εταιρικά ομόλογα, των οποίων τα επιτόκια (κουπόνια) έχουν γίνει πολύ ελκυστικά. Προς αυτήν τη κατεύθυνση κινείται και η Jumbo, ενώ αναμένεται να ακολουθήσουν και άλλες εισηγμένες της υψηλής κεφαλαιοποίησης, όπως ο Μυτιληναίος, η Motor Oil κ.ά. Από το 2006 έως σήμερα, έχουν εκδοθεί 10 μετατρέψιμα ομολογιακά δάνεια εισηγμένων συνολικής αξίας 3 δισ. ευρώ. Σήμερα, στην οργανωμένη αγορά του Χ.Α. είναι εισηγμένα και διαπραγματεύονται 4 εταιρικά μετατρέψιμα ομολογιακά δάνεια, 1 ομόλογο διεθνούς οργανισμού και 23 ελληνικού Δημοσίου.

 Το α’ τετράμηνο του 2014, οι διεθνείς ομολογιακές εκδόσεις των εισηγμένων έφθασαν τα 2,2 δισ. ευρώ, ενώ οι εγχώριες ομολογιακές εκδόσεις έφθασαν τα 347,7 εκατ. ευρώ, ανεβάζοντας το τελικό άθροισμα στα 2,547 δισ. ευρώ. Η φετινή έξοδος της Ελλάδας στις αγορές με την έκδοση πενταετούς κρατικού ομολόγου για πρώτη φορά μετά τον Απρίλιο του 2010 αναζωπύρωσε το διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον, με αποτέλεσμα να υπερκαλυφθούν οι διεθνείς ομολογιακές εκδόσεις των εισηγμένων. Ήδη υπερκαλύφθηκαν οι εκδόσεις της Εθνικής Τράπεζας (750 εκατ. ευρώ και της θυγατρικής της Finansbank), της Τράπεζας Πειραιώς (500 εκατ. ευρώ), ενώ ετοιμάζεται να εκδώσει διεθνές ομολογιακό δάνειο και η Alpha Bank.

 Την τελευταία εβδομάδα του Απριλίου υπερκαλύφθηκε 6 φορές η έκδοση της ΔΕΗ (700 εκατ. ευρώ αντί των 500 εκατ. ευρώ που ζητούσε) και της Intralot (άντλησε 250 εκατ., ευρώ από 200 εκατ. ευρώ που ήταν τα αρχικά κεφάλαια που ζητούσε).


ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ-ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ


Το πιο ισχυρό μειονέκτημα που υπάρχει με τις διεθνείς εκδόσεις είναι η επιβάρυνση 1% επιπλέον στο επιτόκιο δανεισμού που αποφασίζεται για την έκδοση σε μεγάλες διεθνείς επιχειρήσεις στις οποίες συγκαταλέγονται και οι εισηγμένες εταιρείες με κεφαλαιοποίηση άνω των 400 και 500 εκατ. ευρώ. Στην εγχώρια αγορά ήδη παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα ενόψει και της έναρξης λειτουργίας της νέας αγοράς εταιρικών ομολόγων στην εναλλακτική αγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Περισσότερες από 15 εταιρείες έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για να συμμετάσχουν στη νέα αγορά, αφού μεταξύ άλλων δεν απαιτείται ελάχιστο ύψος έκδοσης και απαιτείται μόνο πληροφοριακό σημείωμα που εγκρίνεται από τη διοίκηση του χρηματιστηρίου. Οι επενδυτές που ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν στις εταιρικές εκδόσεις θα μπορούν μόνο μέσω των χρηματιστηριακών εταιρειών να δηλώνουν το ποσό με το οποίο θέλουν να τοποθετηθούν μέσω ενός κεντρικού βιβλίου εντολών (book building). Η πράξη αυτή θα γίνεται μέσω του ηλεκτρονικού βιβλίου προσφορών του χρηματιστηρίου και θα συνεπάγεται μείωση του χρόνου και του κόστους, αλλά και μια απλοποίηση της διαδικασίας ένταξης στην εναλλακτική αγορά.


ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΞΩΣΤΡΕΦΕΙΑ


Η δημιουργία της αγοράς ομολόγων έρχεται να υποστηρίξει μικρομεσαίες επιχειρήσεις με εξωστρέφεια και καινοτομικά προϊόντα, καθώς και εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, έχουν καλή χρηματοοικονομική διάρθρωση, αλλά είναι αποκλεισμένες από την αναχρηματοδότηση λόγω της αδυναμίας των εγχώριων τραπεζών να παράσχουν στήριξη. Το σημαντικό στοιχείο που θα πρέπει να γνωρίζει ο μέσος επενδυτής είναι ότι τα διαπραγματεύσιμα εταιρικά ομόλογα συμπεριφέρονται περισσότερο σαν μετοχές παρά σαν ομόλογα, όμως έχουν μικρότερη μεταβλητότητα και ρίσκο από ό,τι οι μετοχές των εταιρειών. Τα ξένα επενδυτικά σχήματα εντάσσουν τα ελληνικά εταιρικά ομόλογα σε ένα καλάθι δυναμικών επιχειρήσεων αυξημένου κινδύνου που μπορούν να φέρουν υψηλά κέρδη. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται εταιρείες από τις χώρες της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Τσεχίας, της Πολωνίας, της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας. Εκείνο που ενδιαφέρει τα hedge funds είναι να υπάρχει στις χώρες όπου εδρεύουν οι επιχειρήσεις ένα οικονομικό καθεστώς που να μπορεί να εγγυηθεί την ομαλή πορεία των εισηγμένων τουλάχιστον για μία πενταετία. Εντός του Μαΐου εκτιμάται ότι και η Motor Oil θα προχωρήσει στην έκδοση διεθνούς ομολογιακής έκδοσης. Ταυτόχρονα, αυξάνεται ο αριθμός των εταιρειών της μεσαίας κεφαλαιοποίησης που αναζητούν συμβούλους για να καταθέσουν αίτηση εισαγωγής στη νέα αγορά των εταιρικών ομολόγων, αφού ήδη έχουν ενημερωθεί από τις πιστώτριες τράπεζες ότι δεν αναμένεται περαιτέρω διευκόλυνση των πιστωτικών τους γραμμών.


ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ


Η διάρκεια των ομολόγων είναι 3, 4, 5 και 7 χρόνια. Τα ετησιοποιημένα επιτόκια των εκδόσεων, όπως καθορίζονται από τα κουπόνια τους, κυμαίνονται από το χαμηλότερο 2,38%(COCA COLA) έως το υψηλότερο 8,75% για το ομόλογο που εξέδωσε η τσιμεντοβιομηχανία ΤΙΤΑΝ.

Η απόδοση στη λήξη των τίτλων αυτών είναι εκείνη που θα καρπωθεί ένας επενδυτής εάν αγοράσει σήμερα το αντίστοιχο ομόλογο μέσω της δευτερογενούς αγοράς τους στο Χρηματιστήριο Αθηνών.

Έτσι, με τα σημερινά δεδομένα, τη μεγαλύτερη απόδοση θα καρπωνόσασταν από το ομόλογο των Ελληνικών Πετρελαίων (7,92%) και τη μικρότερη από τον αντίστοιχο τίτλο της COCA COLA (2,41%).

Το ελάχιστο ποσό συμμετοχής περιορίζει τους επενδυτές που δεν έχουν την ανάλογη περιουσιακή δυνατότητα. Έτσι για το ομόλογο του ΟΤΕ λήξης του 2016 το ελάχιστο ποσό επένδυσης είναι 50.000 ευρώ, ενώ για τους υπόλοιπους τίτλους η ελάχιστη επένδυση ανέρχεται στα 100.000 ευρώ, ποσό που περιορίζει σημαντικά αυτούς που μπορούν να καρπωθούν τα οφέλη της αγοράς αυτής.

Το ρίσκο που ενσωματώνουν τα εταιρικά ομόλογα, εκτός από τις διακυμάνσεις των τιμών λόγω της συγκυρίας, είναι και αυτό του εκδότη. Εάν δηλαδή μια εταιρεία που έχει εκδώσει ένα ομόλογο κηρύξει πτώχευση ή παύση πληρωμών, δεν υπάρχει κάποια εγγύηση για τον επενδυτή.

Σήμερα τα εταιρικά ομόλογα ελληνικών εταιρειών ενσωματώνουν και το κόστος του υψηλού ρίσκου της χώρας, γι’ αυτό και τα επιτόκια είναι σχετικά υψηλά.

 Η αγορά αυτή είναι διαφανής και παρουσιάζει ικανοποιητική ρευστότητα, αφού οι γνωστοί διεθνείς οίκοι αξιολόγησης έχουν προχωρήσει σε σχετική πιστοληπτική διαβάθμιση και συνεπώς οριοθέτηση του κινδύνου της επένδυσης. Έτσι στην υψηλότερη αξιολόγηση βρίσκεται το ομόλογο της COCA COLA (BBB-) και στη χαμηλότερη αυτό του ΟΤΕ (Β+).

 Συμπερασματικά, ένας επενδυτής μεσαίου κινδύνου και με επάρκεια κεφαλαίων μπορεί να δει θετικά τη συμμετοχή του στα ομόλογα αυτά, αλλά όχι με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Επενδύοντας μέχρι τη λήξη των τίτλων αυτών θα καρπωθούν κοντά στο 2% την ελάχιστη μέχρι και 8% τη μέγιστη.

Σημειώνουμε ότι εάν ο επενδυτής αγνοήσει την καθημερινή διακύμανση των τιμών τους στο χρηματιστήριο και κοιτάξει την τοποθέτησή του μέχρι τη λήξη του ομολόγου, τότε ο επενδυτικός κίνδυνος περιορίζεται αισθητά. Αντίστοιχα άλλωστε περιορίζονται και οι αποδόσεις των τοποθετήσεων χαμηλού κινδύνου, αφού μετά από 12 μήνες τα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων θα κυμαίνονται από 2,5% έως 3%, ανάλογα με τις εκάστοτε πολιτικοοικονομικές συνθήκες αλλά και το οριστικό μέγεθος των τραπεζικών σχημάτων που θα σχηματιστούν μετά την ανακεφαλαιοποίησή τους.




ΑΡΘΡΟ


ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΤΕΒΑΤΗΣ*


ΕΠΕΝΔΥΟΝΤΑΣ ΣΕ ΕΤΑΙΡΙΚΑ ΟΜΟΛΟΓΑ




Η συνεχής πτώση των επιτοκίων των προθεσμιακών καταθέσεων, σε συνδυασμό με τη μείωση του κινδύνου της ελληνικής οικονομίας, έχει αυξήσει το ενδιαφέρον για αναζήτηση επενδύσεων υψηλών αποδόσεων. Σε αυτό συμβάλλει και η μειωμένη εμπιστοσύνη των καταθετών στις τράπεζες μετά το «κούρεμα» των καταθέσεων στην Κύπρο. Ως αποτέλεσμα, αρκετοί επενδυτές στρέφονται προς τα ελληνικά εταιρικά ομόλογα, με τις εκδόσεις των τελευταίων να υπερκαλύπτονται σημαντικά και ειδικά από ξένους επενδυτές. Την ίδια στιγμή, αρκετές εταιρείες επιλέγουν την έκδοση ομολόγων σε μια χρονική στιγμή που οι γραμμές πίστωσης λόγω της εξάχρονης ύφεσης έχουν κλείσει από τις τράπεζες, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν νέες επενδύσεις ή να αναχρηματοδοτήσουν το υπάρχον χρέος τους.


Ένα ομόλογο είναι ένα χρεόγραφο για το οποίο ο εκδότης (εταιρεία) έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον κάτοχό του ένα σταθερό ποσό τόκου (κουπόνι) σε τακτά χρονικά διαστήματα, και κατά την ημερομηνία λήξης του ομολόγου να επιστρέψει σε αυτόν την ονομαστική του αξία. Η διαφορά του ομολόγου από τις μετοχές είναι ότι οι κάτοχοι μετοχών είναι ιδιοκτήτες ενός μέρους της εκδότριας εταιρείας, ενώ οι κάτοχοι ομολόγων είναι στην ουσία δανειστές της εταιρείας. Επίσης, τα ομόλογα έχουν καθορισμένο χρόνο ζωής, ενώ οι μετοχές είναι, κατά κάποιο τρόπο, αόριστου χρόνου.


Τέλος, η πληρωμή του κουπονιού ενός ομολόγου προηγείται της διανομής μερίσματος προς τους μετόχους και αντίστοιχα οι ομολογιούχοι προηγούνται των μετόχων σε περίπτωση πτώχευσης της εταιρείας. Ειδικά στην περίπτωση των ομολόγων, σε περίπτωση πτώχευσης του εκδότη προηγούνται οι τίτλοι υψηλής εξασφάλισης (senior) και έπονται οι τίτλοι μειωμένης εξασφάλισης (subordinated), οι τίτλοι συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων (Tier 2 Capital, Lower και Upper) και βασικών ίδιων κεφαλαίων (Tier 1 Capital, Lower και Upper).


Ο επενδυτής κατά την επιλογή ενός εταιρικού ομολόγου θα πρέπει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη του τα παρακάτω:


• τον εκδότη του ομολόγου (issuer), δηλαδή την εταιρεία που το εκδίδει. Όπως φαίνεται και από τον παρακάτω πίνακα, υπάρχουν αρκετές εταιρείες από διάφορους κλάδους της οικονομίας με υγιείς ισολογισμούς και βιώσιμα business plans, οι οποίες έχουν προβεί στην έκδοση ομολόγων, όταν παλαιότερα τέτοιες εταιρικές εκδόσεις μπορούσαν να πραγματοποιούν μόνο εταιρείες με ισχυρές ταμειακές ροές.


• την ονομαστική του αξία (face value), δηλαδή το ποσό το οποίο αναγράφεται στο ομόλογο και το οποίο επιστρέφεται στον κάτοχο του ομολόγου κατά τη λήξη του. Όλα τα παρακάτω εταιρικά ομόλογα διαπραγματεύονται υψηλότερα της ονομαστικής τους αξίας.


• το κουπόνι (coupon) ή τοκομερίδιο του ομολόγου, δηλαδή τον τόκο που λαμβάνει ο κάτοχός του ως ποσοστό επί της ονομαστικής του αξίας. Όλα τα παρακάτω εταιρικά ομόλογα είναι σταθερού επιτοκίου (fixed) και πληρώνουν το ίδιο τοκομερίδιο σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους.


• την ημερομηνία λήξης (maturity), δηλαδή την ημερομηνία κατά την οποία η ονομαστική αξία του ομολόγου αποπληρώνεται στον κάτοχό του και το ομόλογο αποσύρεται. Σύμφωνα με τη λήξη τους, τα ομόλογα διακρίνονται σε: α) Σταθερής Διάρκειας ,β) Callable Bonds-Ανάκληση από τον εκδότη και γ) Puttable Bonds-Ανάκληση από τον κάτοχο. Όλα τα παρακάτω ομόλογα είναι σταθερής διάρκειας με εξαίρεση τα ομόλογα των: ΔΕΗ του 2019, Intralot, Motor Oil, Frigoglass, S&B Ορυκτά, Coca Cola HBC και ΦΑΓΕ, τα οποία είναι callable και ο εκδότης έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει το ομόλογο για εξόφληση πριν την ωρίμανσή του.


• το νόμισμα (currency), στο οποίο έχει εκδοθεί και κυκλοφορεί το ομόλογο. Όλα τα παρακάτω ομόλογα είναι σε ευρώ, με εξαίρεση τα ομόλογα των Ελληνικών Πετρελαίων του 2016 και της ΦΑΓΕ, τα οποία είναι σε δολάρια.


• την πιστοληπτική ικανότητα του εκδότη (credit rating). Τα οµόλογα λαµβάνουν πιστοληπτική αξιολόγηση, η οποία εξαρτάται από την οικονοµική φερεγγυότητα των εκδοτών και την ικανότητα αποπληρωμής του χρέους τους. Το έργο της αξιολόγησης των εκδοτών αναλαµβάνουν εξειδικευµένοι διεθνείς οίκοι (Moody’s, S&P, Fitch, κ.λπ.). Ανάλογα µε την πιστοληπτική αξιολόγηση που λαμβάνει, το ομόλογο κατηγοριοποιείται σε υψηλής φερεγγυότητας-investment bonds (βαθµολόγηση από ΑΑΑ έως ΒΒΒ από S&P και από Aaa έως Baa από Moody’s) και χαµηλής φερεγγυότητας-junk bonds (βαθµολόγηση από ΒΒ έως C από S&P και από Ba έως C από Moody’s). Παρατηρούμε ότι το ομόλογο της Coca Cola HBC έχει την υψηλότερη πιστοληπτική διαβάθμιση, ενώ το ομόλογο της Υαλουργίας Γιούλα εμφανίζει τον μεγαλύτερο πιστωτικό κίνδυνο. Τα ομόλογα χαµηλής πιστοληπτικής ικανότητας προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις, έτσι ώστε να είναι ελκυστικά στους επενδυτές που ζητούν να αποζημιωθούν για την ανάληψη υψηλότερου κινδύνου από την αυξημένη πιθανότητα πτώχευσης του εκδότη και την επακόλουθη παύση πληρωμών.


ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΟΜΟΛΟΓΩΝ


Η επίδραση των επιτοκίων της αγοράς


Τα επιτόκια κινούνται αντίστροφα προς τις τιμές των ομολόγων. Σήμερα βρισκόμαστε σε μια περίοδο χαμηλών επιτοκίων και έτσι οι επενδυτές αποφεύγουν τις νέες εκδόσεις ομολόγων, οι οποίες γίνονται με χαμηλά επιτόκια, αναζητώντας μεγαλύτερες αποδόσεις στα προϋπάρχοντα ομόλογα με υψηλότερα επιτόκια. Σε περίπτωση που τα επιτόκια αυξηθούν, τότε οι νέες εκδόσεις ομολόγων θα διαθέτουν πιο ελκυστικό επιτόκιο και έτσι οι επενδυτές θα στρέφονται σε αυτά, ρευστοποιώντας τα προϋπάρχοντα και πιέζοντας τις τιμές τους. Ωστόσο, η στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δείχνει ότι τα επιτόκια στην Ευρωζώνη θα παραμείνουν στα σημερινά χαμηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα.


Αβεβαιότητα επανεπένδυσης των τόκων


Η επανεπένδυση κάθε κουπονιού που εισπράττει ο επενδυτής με το τρέχον επιτόκιο της αγοράς υπολογίζεται στη συνολική απόδοση του ομολόγου. Επομένως, αν τα επιτόκια μειωθούν, τότε ο επενδυτής θα επανεπενδύσει τα εναπομείναντα κουπόνια του με χαμηλότερο επιτόκιο και έτσι η συνολική απόδοση στη λήξη θα είναι χαμηλότερη. Ωστόσο, εκτιμάμε ότι στο μέλλον δύσκολα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα μειώσει περαιτέρω τα επιτόκια χαμηλότερα του σημερινού επιπέδου.


Κίνδυνος πληθωρισμού


Ο επενδυτής διατρέχει τον κίνδυνο αυτό σε περίπτωση που ο πληθωρισμός αυξηθεί με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι το εισόδημά του από την επένδυση στο ομόλογο. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εκτιμά ότι δεν υπάρχει κάποια απειλή ότι ο πληθωρισμός θα μπορούσε να αρχίσει να αυξάνεται σημαντικά. Επιπλέον, ο επενδυτής μπορεί να μειώσει τον συγκεκριμένο κίνδυνο επιλέγοντας ομόλογα με κοντινές λήξεις.


Κίνδυνος αθέτησης


Ο συγκεκριμένος κίνδυνος είναι ο βασικότερος κίνδυνος που αναλαμβάνει ο επενδυτής και σχετίζεται με την πιθανότητα πτώχευσης του εκδότη των ομολόγων και την επακόλουθη παύση πληρωμών. Ο επενδυτής θα πρέπει να εξετάζει προσεκτικά την πιστοληπτική αξιολόγηση του ομολόγου προτού προβεί στην αγορά του, με τα ομόλογα υψηλής φερεγγυότητας-investment bonds να θεωρούνται καλές επενδύσεις.


Κίνδυνος ρευστότητας


Η απουσία αγοραστών σε περίπτωση που ο επενδυτής βιάζεται να ρευστοποιήσει το ομόλογο που κατέχει δημιουργεί κίνδυνο, λόγω της περιορισμένης ρευστότητας που συναντάται συχνά σε διάφορες εκδόσεις ομολόγων. Ο κίνδυνος αυτός συναντάται κυρίως σε εκδόσεις μικρών μεγεθών, ενώ αν ο επενδυτής διακρατήσει το ομόλογό του έως τη λήξη, ο κίνδυνος αυτός αγνοείται.


Συναλλαγματικός κίνδυνος


Η απρόβλεπτη παράμετρος της αλλαγής της συναλλαγματικής ισοτιμίας επηρεάζει την επένδυση του ομολόγου το οποίο επενδύεται σε ξένο νόμισμα, αποφέροντας κέρδος ή ζημιά για τον κάτοχό του.


Άλλοι κίνδυνοι


Στους κινδύνους αυτούς συγκαταλέγονται διάφορα γεγονότα τα οποία επηρεάζουν τις τιμές των ομολόγων, όπως πχ. η πολιτική αναταραχή, η γενικότερη πορεία της ελληνικής οικονομίας, της ευρωπαϊκής κ.ά. Ωστόσο, οι τιμές των ομολόγων τείνουν να έχουν μικρότερη διακύμανση από τις μετοχές των αντίστοιχων εταιρειών στα χρηματιστήρια όπου δραστηριοποιούνται.

Ο βασικότερος λόγος που τα ομόλογα των ελληνικών εταιρειών προσφέρουν υψηλά επιτόκια είναι γιατί ενσωματώνουν το κόστος του υψηλού ρίσκου της χώρας (country risk). Ωστόσο, όσο η μακροοικονομική εικόνα της ελληνικής οικονομίας βελτιώνεται τόσο ο δείκτης ρίσκου για επενδύσεις στην Ελλάδα θα μειώνεται σημαντικά, προσελκύοντας διεθνείς επενδυτές. Επιπλέον, μετά τη μείωση του ευρωεπιτοκίου σε ιστορικά χαμηλά, μέρος της πλεονάζουσας ρευστότητας στην ευρωζώνη πιθανόν να στραφεί προς τα ομόλογα του Νότου, αναζητώντας υψηλές αποδόσεις και ευνοώντας έτσι τα ελληνικά εταιρικά ομόλογα. Το επόμενο διάστημα αναμένουμε και άλλες ελληνικές εταιρείες να προβούν στην έκδοση ομολόγων (Alpha Bank, Μυτιληναίος κ.ά.), προσελκύοντας ξένα και εγχώρια κεφάλαια.


Στον παρακάτω πίνακα αποτυπώνονται οι τιμές αγοράς και πώλησης και οι αποδόσεις (αγοράς και πώλησης) όπως διαμορφώνονται από την αγορά. Όπως παρατηρούμε, οι αποδόσεις (yields) των περισσότερων ομολόγων υπερβαίνουν σημαντικά τα προθεσμιακά επιτόκια που προσφέρουν σήμερα οι ελληνικές τράπεζες, η πορεία των οποίων αναμένεται να είναι πτωτική. Απλά, το ελάχιστα απαιτούμενο κεφάλαιο στις ομολογιακές εκδόσεις είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο των καταθέσεων, περιορίζοντας έτσι τους επενδυτές που δεν έχουν την ανάλογη περιουσιακή δυνατότητα να καρπωθούν τα οφέλη της αγοράς αυτής.


Συμπερασματικά, ένας επενδυτής επιλέγοντας εταιρικά ομόλογα υψηλής εξασφάλισης (senior) και με αγγλικό δίκαιο μπορεί να καρπωθεί ελκυστικές αποδόσεις της τάξης των 3,5%-6% σε ετήσια βάση, ενώ αγνοώντας την καθημερινή διακύμανση των τιμών τους στη δευτερογενή αγορά και κοιτάζοντας την τοποθέτησή του μέχρι τη λήξη του ομολόγου, ο επενδυτικός κίνδυνος περιορίζεται αισθητά.


Επιπλέον, επενδυτές που κατέχουν ήδη μετοχές μπορούν μέσω των ομολόγων να διαφοροποιήσουν το χαρτοφυλάκιό τους σε διαφορετικό μέσο επένδυσης (asset class), ενώ με την επιλογή εταιρικών ομολόγων διαφορετικών εταιρειών και κλάδων επιτυγχάνεται μείωση του συνολικού κινδύνου της επένδυσης. Τέλος, τα εταιρικά ομόλογα απευθύνονται και σε επενδυτές που επιθυμούν να έχουν ένα τακτικό εισόδημα, καθώς η σταθερή ροή πληρωμών κάθε χρόνο από τα κουπόνια εξασφαλίζει μια σταθερή απόδοση, ενώ ταυτόχρονα αναμένουν στη λήξη την αποπληρωμή του κεφαλαίου που έχουν επενδύσει.


*Επικεφαλής Ανάλυσης της Eurocorp Χρηματιστηριακής




ΑΡΘΡΟ


ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΑΖΕΛΙΔΗΣ

HEAD OF RECEIVABLES FINANCE

HSBC BANK PLC


ΤΑ ΕΤΑΙΡΙΚΑ ΟΜΟΛΟΓΑ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ


Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι η εξαετής οικονομική κρίση και οι συνέπειές της περιόρισαν εμφανώς την τραπεζική χρηματοδότηση προς το σύνολο των ελληνικών επιχειρήσεων. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, μεγάλο μέρος των εισηγμένων εταιρειών στο Χ.Α. εμφάνισε ζημίες, ενώ οι μετοχές τους σημαντικές μεταβολές. Επίσης παρουσιάστηκε η ανάγκη για την αναχρηματοδότηση παλαιότερων δανείων για ένα σημαντικό κομμάτι των μεγάλων επιχειρήσεων.

Οι παραπάνω παράγοντες δημιούργησαν την ανάγκη για εξεύρεση κεφαλαίων, πέραν της τραπεζικής χρηματοδότησης και με τη σειρά τους «επιτάχυναν» τις εκδόσεις ομολόγων εκ μέρους των μεγάλων επιχειρήσεων της χώρας, οι οποίες στέφθηκαν από επιτυχία και υψηλή ζήτηση. Αξίζει ωστόσο να αναφερθεί πως σοβαρό ρόλο προς αυτήν την κατεύθυνση αποτέλεσε και η σταδιακή μεταστροφή του κλίματος για την ελληνική οικονομία.

Ποια όμως είναι τα βασικά χαρακτηριστικά ενός εταιρικού ομολόγου; Για ποιο λόγο ένας επενδυτής να στραφεί προς μια τέτοιου τύπου επένδυση; Τι κινδύνους ενδεχομένως συνεπάγεται;

 Σε απλούς όρους αγοράς, το εταιρικό ομόλογο αποτελεί μια μελλοντική υποχρέωση για την εταιρεία που το εκδίδει και κατά συνέπεια χρηματοδοτείται. Για να «ανταμειφθούν» οι επενδυτές που την εμπιστεύονται κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, ορίζεται ένα επιτόκιο με βάση μια σειρά παραμέτρων πιστοληπτικής αξιολόγησης (π.χ. αξιολόγηση από διεθνή οίκο αξιολογήσεων S&P, Moody’s). Συνεπώς, ένας επενδυτής που επιλέγει να τοποθετήσει τα χρήματά του σε ένα εταιρικό ομόλογο (βάσει νόμου το ελάχιστο ποσό έκδοσης/επένδυσης είναι πλέον ανά 100.000 ευρώ) βασίζεται αποκλειστικά στη δυνατότητα της εταιρείας για την εξόφληση της συγκεκριμένης υποχρέωσης (κεφάλαιο και τόκοι).

Πέρα από αυτό, δεν υπάρχει καμία άλλη εγγύηση για τον επενδυτή σε περίπτωση πτώχευσης η παύσης πληρωμών της εταιρείας. Αυτός είναι και ο σημαντικότερος κίνδυνος.

Τα εταιρικά ομόλογα κατά βάση ενσωματώνουν και το κόστος του ρίσκου χώρας, γι’ αυτό και τα επιτόκια των ελληνικών εταιρειών διατηρούνταν σε σχετικά υψηλά επίπεδα (π.χ. το ετήσιο επιτόκιο για το τετραετές ομόλογο των ΕΛΠΕ διαμορφώθηκε στο 8%). Το γεγονός αυτό αποτέλεσε πόλο έλξης για έλληνες και διεθνείς επενδυτές, οι οποίοι επιθυμούσαν να αναλάβουν ένα διαφορετικό ρίσκο και παράλληλα να μην παραμείνουν στα σαφώς χαμηλότερα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων. Επίσης, ο επενδυτής που επέλεξε την τοποθέτησή του κατά την έκδοση του ομολόγου «κλειδώνει» την επένδυσή του σε μια συγκεκριμένη απόδοση, έναντι της σταδιακά φθίνουσας απόδοσης των καταθέσεων.

Η διάρκειά τους φτάνει το μέγιστο τα 7 χρόνια (έκδοση Coca Cola), ενώ θα λέγαμε πως τα 5 χρόνια αποτελούν τον συνηθέστερο ορίζοντα.

Τα πεπραγμένα των μέχρι σήμερα εκδόσεων επιβεβαίωσαν την εμπιστοσύνη των επενδυτών, καθώς παρατηρήθηκε υπερκάλυψη της πλειοψηφίας των εκδόσεων των ελληνικών εταιρειών ακόμα και υπό δυσμενέστερο οικονομικό περιβάλλον σε σχέση με σήμερα. Χαρακτηριστικό είναι το περσινό παράδειγμα των Ελληνικών Πετρελαίων, τα οποία ενώ αρχικά ζητούσαν έως και 400 εκατ. ευρώ, υπήρξε προσφορά για 3,5 δισ. ευρώ και τελικά άντλησαν 500 εκατ. έναντι βελτιωμένου επιτοκίου (8% έναντι 8,5%). Πολύ πρόσφατα και υπό σαφώς βελτιωμένο κλίμα για την ελληνική οικονομία, η ΔΕΗ άντλησε 700 εκατ. ευρώ, έναντι αρχικού ποσού 500 εκατ. ευρώ και συνολική προσφορά 3 δισ. ευρώ. Σε αυτήν την περίπτωση, ωστόσο, υπήρξαν 2 διαφορετικές αποδόσεις και έτσι το επιτόκιο για το ομόλογο 3ετούς εκδόσεως το οποίο αφορά τα 200 εκατ. ευρώ διαμορφώθηκε στο 4,75%, ενώ το επιτόκιο του ομόλογου 5ετούς εκδόσεως για τα υπόλοιπα 500 εκατ. ευρώ διαμορφώθηκε στο 5,5%.

Συνολικά εκτιμάται πως τα εταιρικά ομόλογα αποτέλεσαν και αποτελούν ένα σημαντικό μέσο χρηματοδότησης για τις μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις οι οποίες έχουν υπό εξέλιξη επενδυτικά προγράμματα. Σε κάποιες πιο πρόσφατες εκδόσεις συνέβαλαν ακόμα και στη μείωση του μέσου επιτοκιακού κόστους των επιχειρήσεων, βελτιώνοντας έτσι την εικόνα τους στο επενδυτικό κοινό, ή αναχρηματοδότησαν υφιστάμενο ακριβότερο δανεισμό. Κρίνεται πως η σταδιακή ανάκαμψη της οικονομίας, που παρατηρείται σε συνάρτηση με τη σταδιακή μείωση των επιτοκίων, θα βελτιώσει τη ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος και επομένως αυτό θα αποτελέσει κριτήριο για τις μελλοντικές εκδόσεις.




  Περιεχόμενα
ΕΝ ΑΡΧΗ
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
ΤΡΑΠΕΖΕΣ: ΒΕΛΤΙΩΝΟΥΝ ΕΣΟΔΑ ΚΑΙ ASSETS
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΑ ΝΕΑ ΕΙΣΗΓΜΕΝΩΝ
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΓΟΡΕΣ
ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ
«ΠΕΤΑΕΙ» ΣΕ ΝΕΑ ΥΨΗ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΩΝ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΒΕΝΙΕΡΗΣ
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ 2014
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΝΤΕΠΗ ΤΖΙΜΕΑ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ Κ. ΚΑΛΕΝΤΗΣ
OUTSOURCING CONFERENCE 2014
ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΑ 2014
ΡΕΠΟΡΤΑΖ VIVECHROM
ΣΤΑ ΕΝΔΟΤΕΡΑ ΤΟΥ Χ.Α.
ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΕ ΜΟΡΦΗ EBOOK

 Όροι και προϋποθέσεις του site