Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Ιούλιος-Αύγουστος 2005                               Τεύχος 312

Κυπριακή οικονομία: Κάτω το έλλειμμα, «τρέχει» το Α.Ε.Π.
Κλίμα αισιοδοξίας άρχισε να επικρατεί και πάλι στην κυπριακή οικονομία, καθώς τα δημόσια οικονομικά βελτιώνονται και ο ρυθμός αύξησης του Α.Ε.Π. ανακάμπτει. Είναι αλήθεια, ότι η Κύπρος βρέθηκε στο τέλος του 2003 σε δυσχερή θέση, πλην όμως κατάφερε με μια σειρά κινήσεων να αποκλιμακώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα που ξεκίνησε μεγαλύτερο από το 6% και που φέτος αναμένεται να κλείσει οριακά κάτω από το 3%: παγοποίηση των προσλήψεων και αυξήσεις μόλις στο ύψος του πληθωρισμού στο δημόσιο, μείωση των αμυντικών δαπανών κατά 50% και τα μεγάλα έσοδα (120 εκατ. λίρες) από την αμνήστευση κεφαλαίων ήταν οι τρεις κινητήριες δυνάμεις προς την κατεύθυνση αυτή.
Επιπρόσθετα όμως και η πραγματική οικονομία αρχίζει να πηγαίνει καλύτερα, ξεπερνώντας σταδιακά τα προβλήματα στον τουρισμό από τον πόλεμο στο Ιράκ, ή τις επιπτώσεις από τη χρηματιστηριακή φούσκα του 1999. Η μικρή ανάκαμψη του τουρισμού, η βελτίωση της ρευστότητας, η δυναμική πορεία της κτηματαγοράς, αλλά και η συνεχής ανάπτυξη των υπηρεσιών, είναι οι κύριοι παράγοντες που οδηγούν στην άνοδο. Ο συνδυασμός δημοσιονομικής πειθαρχίας και οικονομικής ανάπτυξης, συνοδεύεται και με την πορεία της κυπριακής λίρας προς το ευρώ, καθώς το κυπριακό νόμισμα έχει ήδη ενταχθεί στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ και από την 1η Ιανουαρίου του 2008 η χώρα θα ενταχθεί στη ζώνη του ευρώ. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε βέβαια και σε μια σημαντική υποχώρηση των επιτοκίων, τάση που αναμένεται να συνεχιστεί περαιτέρω έως την οριστική ένταξη.
Παρόλα αυτά, η κυπριακή οικονομία δεν στερείται προβλημάτων. Το λεγόμενο μεταπολεμικό «κυπριακό θαύμα» φαίνεται να έχει φτάσει κοντά στα όριά του, καθώς το τουριστικό προϊόν της χώρας είναι πολύ ακρίβότερο σε σχέση με τον ανταγωνισμό και γιατί το υψηλό κόστος εργασίας σε συνδυασμό με την πολύ μικρή εγχώρια αγορά, λειτουργούν αποτρεπτικά για την βιομηχανία.
Υπάρχει σε εξέλιξη ένα επταετές αναπτυξιακό σχέδιο για τον τουρισμό (εμπλουτισμός και αναβάθμιση προϊόντος), ενώ μεγάλη βαρύτητα θα δοθεί και σε μια άλλη σειρά υπηρεσιών, όπως η υγεία, η εκπαίδευση, κ.λπ. Σημαντικές κινήσεις γίνονται και για την προσέλκυση και άλλων επιχειρήσεων από το εξωτερικό, λόγω της πολύ χαμηλής φορολογίας (10%) και της γεωγραφικής θέσης της Κύπρου.
Κρίσιμο σημείο για την κυπριακή οικονομία θα είναι η επίλυση του Εθνικού ζητήματος, όπου μπορεί κάποιοι από τους μακροοικονομικούς δείκτες να επιδεινωθούν, αλλά θα προκύψουν σημαντικότατες ευκαιρίες ανάπτυξης, μέσω των τεράστιων επενδύσεων που θα υλοποιηθούν και της μείωσης του κινδύνου της χώρας (country risk). Οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου έχουν βελτιωθεί τόσο πολύ κατά την τελευταία δεκαετία, έτσι ώστε να μιλούμε για ένα άτυπο «ενιαίο οικονομικό δόγμα». Από τη μια πλευρά, κυπριακοί όμιλοι – κυρίως από το χώρο των τραπεζών, των ξενοδοχείων, της ανάπτυξης ακινήτων και του τουρισμού – επενδύουν ολοένα και περισσότερο στην Ελλάδα. Και από την άλλη πλευρά, σχεδόν όλες οι μεγάλες εταιρίες της Ελλάδας έχουν αποκτήσει παρουσία στην Κύπρο, άλλες επεκτεινόμενες αυτόνομα και άλλες μέσω εξαγορών (Alpha Bank, Νίκας, Δέλτα Γάλακτος).
Στενές είναι οι σχέσεις και μεταξύ των δύο χρηματιστηρίων, καθώς εδώ και χρόνια η Τράπεζα Κύπρου διαπραγματεύεται στη Σοφοκλέους, ενώ εντός του έτους αναμένεται να ξεκινήσει η κοινή πλατφόρμα διαπραγμάτευσης μεταξύ Χρηματιστηρίου της Αθήνας και Χ.Α.Κ., με την προοπτική να προστεθούν μελλοντικά και άλλες χώρες στη συγκεκριμένη πλατφόρμα.


Μάκης Κεραυνός
Πετύχαμε πολλά, προσδοκούμε περισσότερα
To νερό μπήκε στο αυλάκι και η κυπριακή οικονομία βαδίζει από το καλό στο καλύτερο. Τα επιτόκια πέφτουν, η ημερομηνία ένταξης στη ζώνη του ευρώ πλησιάζει ολοένα και περισσότερο, το δημόσιο έλλειμμα και το χρέος συρρικνώνονται, ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας ικανοποιεί, η ανεργία διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα και η άνοδος του πληθωρισμού οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες (εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου)...
Αυτό είναι το νόημα της ομιλίας του Υπουργού Οικονομικών κ. Μάκη Κεραυνού προς τα μέλη του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου, από τα οποία ζήτησε συνέχιση της συνεργασίας τους, προκειμένου η οικονομία της Κύπρου να αναπτυχθεί περαιτέρω. «Συνεργαστήκαμε με επιτυχία στο παρελθόν και το ίδιο πιστεύω ότι θα κάνουμε και στο μέλλον», δήλωσε ο Υπουργός, υπενθυμίζοντας το πόσο πολύ έλαβε σοβαρά υπόψη του τις παρατηρήσεις των Εγκεκριμένων Λογιστών στο θέμα της αμνήστευσης κεφαλαίων.
Οι σχέσεις μεταξύ Υπουργού Οικονομικών και των Εγκεκριμένων Λογιστών είναι πολύ καλές (κάτι τέτοιο έγινε φανερό και κατά τη διάρκεια της ομιλίας και των σχολίων που ακολούθησαν) και το γεγονός αυτό θα εκμεταλλευθεί ο κ. Μάκης Κεραυνός, προκειμένου να εντάξει τα μέλη του Σ.Ε.Λ.Κ. στην κοινή προσπάθεια για την όσο το δυνατόν ομαλότερη και χωρίς παρενέργειες ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ. «Πρέπει να ενημερώσετε έγκαιρα τις εταιρίες, προκειμένου οι διαδικασίες προσαρμογής τους να υλοποιηθούν χωρίς πρόβλημα και να αποφευχθούν τυχόν προσπάθειες κερδοσκοπίας», είπε ο Υπουργός, που στη συνέχεια έσπευσε να τονίσει τα πολλά πλεονεκτήματα που θα καρπωθεί η Κύπρος από την ένταξή της στο ευρώ.


Πρόγραμμα σταθερότητας
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο κ. Υπουργός έκανε μια περιληπτική αναφορά στο πώς ξεκινήσαμε από έλλειμμα, ουσιαστικά, άνω του 8% και πώς πέρυσι καταφέραμε να κλείσουμε στο 4,2%, πολύ πιο κάτω από την επίδοση που προέβλεπε το αναθεωρημένο πρόγραμμα σταθερότητας.
«Πολλοί θεωρούσαν τότε το πρόγραμμα αυτό ως ρηχό και χωρίς όραμα, ενώ άλλοι το είχαν θεωρήσει ανεφάρμοστο. Αντίθετα, εμείς τα καταφέραμε και μάλιστα χωρίς την επιβολή νέων φόρων, αλλά κυρίως με το νοικοκύρεμα των δημόσιων οικονομικών μας. Και να μην νομιστεί από κάποιους ότι η υποχώρηση του δημόσιου ελλείμματος οφείλεται στην επιτυχία του προγράμματος της αμνήστευσης κεφαλαίων: από τα κεφάλαια ύψους 110 εκατ. λίρες που αντλήσαμε από το πρόγραμμα της αμνήστευσης κεφαλαίων, μόλις τα 30 ενεγράφησαν το 2004 και τα υπόλοιπα 80 θα ενισχύσουν τα μεγέθη του φετινού προϋπολογισμού».


Σχέσεις με Κεντρική Τράπεζα
Άριστες, η συνεργασία είναι άψογη και ιδιαίτερα εποικοδομητική.


Νοικοκύρεμα
Ενδεικτική εικόνα νοικοκυρέματος ήταν αυτή του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, συνέχισε ο Υπουργός, όπου για πρώτη χρονιά στην ιστορία της Κύπρου το 2004, το ποσοστό υλοποίησης ανήλθε στο 80%. «Αυτό έγινε επειδή εντάξαμε στον προϋπολογισμό έργα, των οποίων η προετοιμασία είχε προχωρήσει και όχι έργα που απλά και μόνο, επιθυμούσαμε να ολοκληρωθούν».
Αλλά και ο φετινός προϋπολογισμός, μπορεί να θεωρηθεί ως «σφιχτός» και στα θετικά του Υπουργού περιλαμβάνονται τόσο το περιεχόμενο της νέας συλλογικής σύμβασης με τις συντεχνίες του δημοσίου, όσο και η συμφωνία για αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης στο 63ο της ηλικίας. Ο Υπουργός αφού τόνισε την υπευθυνότητα των συντεχνιών του δημόσιου τομέα, εξέφρασε την αισιοδοξία του ότι ανάλογη συμφωνία θα υπογραφεί και με συντεχνίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Υπάρχουν φυσικά και πολλά άλλα πράγματα που πρέπει να γίνουν στο μέλλον, μεταξύ των οποίων – σύμφωνα με τον κ. Κεραυνό – να αξιοποιήσουμε περισσότερο την κοινωνία της πληροφορίας.


Φετινές επιδόσεις
Για τη φετινή χρονιά, ο Υπουργός ανέφερε τις προβλέψεις που υπάρχουν για τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη της χώρας (στοιχεία παρατιθέμενου πίνακα), δίνοντας έμφαση σε δύο σημεία. Πρώτον, στο πόσο ωφελεί την οικονομία η μείωση των επιτοκίων, που οφείλεται στην ένταξη της χώρας στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ και δεύτερον το ότι μια άνοδος της τιμής του πετρελαίου πάνω από τα 50 δολάρια ΗΠΑ ανά βαρέλι θα μπορούσε να αυξήσει τον πληθωρισμό στο 3%. Για φέτος λοιπόν, το Α.Ε.Π. αναμένεται να «τρέξει» με 4%, η ανεργία να υποχωρήσει στο 4,5%, το δημόσιο έλλειμμα να συρρικνωθεί κάτω από το 3% και το δημόσιο χρέος να υποχωρήσει κάτω από το 70% του Α.Ε.Π.


Μάαστριχτ
Δεν μπορούσε βέβαια να μην γίνει αναφορά και στο πότε η Κύπρος θα μπορέσει να εκπληρώνει τα κριτήρια του Μάαστριχτ, με τον κ. Κεραυνό να δηλώνει ότι ενδεχομένως αυτό να γίνει και πριν από το 2008. Για το έτος αυτό μάλιστα, το δημόσιο έλλειμμα προβλέπεται να συρρικνωθεί μόλις στο 1% και το χρέος να υποχωρήσει κάτω από το 60%.


Τα συν και τα πλην του ευρώ
Ο Υπουργός παραδέχτηκε ότι με βάση σφυγμομετρήσεις που έγιναν στην Κύπρο, είχαμε καταγραφή φαινομένων ανησυχιών και έλλειψης ενημέρωσης γύρω από το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα και για το πώς αυτό θα επηρεάσει την οικονομία, το εισόδημα των πολιτών, τις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών, κλπ. Στην Κύπρο για παράδειγμα, το 72% δήλωσε ότι ενδιαφέρεται για το ευρώ, πλην όμως μόνο το 49% δήλωσε ότι η υιοθέτηση του θα ωφελήσει την οικονομία και μόνο το 29% ότι θα ήθελε την εισαγωγή μας στη ζώνη του ευρώ το συντομότερο δυνατόν. Αυτά τα στοιχεία δεν φαίνεται να ανησυχούν το Υπουργείο Οικονομικών, καθώς συγκρίνονται θετικά με τα αντίστοιχα ποσοστά που καταγράφηκαν στις άλλες εννέα χώρες που εισήλθαν πέρυσι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά οπωσδήποτε θεωρείται βέβαιο ότι θα πρέπει να γίνουν πολλά στο μέτωπο της ενημέρωσης. Συγκεκριμένα, στις άλλες εννέα χώρες μόλις το 50% ενδιαφέρεται για το ευρώ και μόνο το 44% πιστεύει ότι θα ωφεληθεί η οικονομία της χώρας του από την υιοθέτησή του. Σε ότι αφορά στο φόβο για μια εκμετάλλευση των «στρογγυλοποιήσεων» και κερδοσκοπία εναντίον των καταναλωτών, ο κ. Κεραυνός επικαλέστηκε δήλωση του κ. Αλμούνια ότι σε καμιά χώρα δεν παρουσιάστηκε άνοδος τιμών πάνω από 1,5% και ότι οι «στρογγυλοποιήσεις» περιορίστηκαν κυρίως σε προϊόντα καθημερινής χρήσεως και μικρής αξίας. Παρόλα αυτά, το Υπουργείο Οικονομικών θα προετοιμάσει την κατάσταση κατά τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε οι κερδοσκόποι να μην βρουν έδαφος να δράσουν αποτελεσματικά. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι θα υπάρξει περίοδος όπου οι τιμές θα αναγράφονται ταυτόχρονα και στα δύο νομίσματα, ενώ θα αντληθεί η εμπειρία και άλλων χωρών που εντάχθηκαν στο ευρώ, όπως η Ιρλανδία, η Ελλάδα, κ.α. Ο Υπουργός Οικονομικών βέβαια αναφέρθηκε και στα μεγάλα πλεονεκτήματα που θα προκύψουν για την Κύπρο από την ένταξή της στη ζώνη του ευρώ και που ούτε συγκρίνονται σε μέγεθος και σημασία από κάποιες ενδεχόμενες μικροπαρενέργειες.
Σε ότι αφορά τα οικονομικά οφέλη, ο κ. Κεραυνός αναφέρθηκε:
Στη διατήρηση της συναλλαγματικής σταθερότητας.
Στη μείωση των κυπριακών επιτοκίων, μέσω της διαδικασίας σύγκλισης με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά (μείωση χρηματοοικονομικού κόστους για επιχειρήσεις και νοικοκυριά).
Στη μείωση, αρχικά, και στην πλήρη εξουδετέρωση στη συνέχεια του συναλλαγματικού κινδύνου.
Στη θετική επίπτωση σε κρίσιμους οικονομικούς τομείς, όπως η ώθηση στις εξαγωγές, ο ανετότερος και φτηνότερος δανεισμός, η τόνωση των ξένων επενδύσεων, η διαφάνεια στις τιμές, κ.λπ.


Και πολιτικά οφέλη
Ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο, στο οποίο αναφέρθηκε ο Υπουργός Οικονομικών κ. Μάκης Κεραυνός είναι και τα πολιτικά οφέλη που θα αποκομίσει η Κύπρος, λόγω της ένταξής της στη ζώνη του ευρώ, επειδή θα συμμετέχει στα κέντρα λήψης αποφάσεων της Κοινότητας, όπως είναι το Eurogroup. Και αυτό γιατί από τη μέχρι τώρα εμπειρία, έχει φανεί ότι όταν συνεδριάζει το ECOFIN (το συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης) λίγο έως πολύ «ενημερώνεται» για τις αποφάσεις που έλαβε προηγουμένως το Eurogroup, με περιορισμένες δυνατότητες επηρεασμού των αποφάσεων. Οπότε η συμμετοχή της Κύπρου στο Eurogroup θα της δώσει συμμετοχή στο κέντρο λήψεως των αποφάσεων, με ότι θετικό αυτό συνεπάγεται.


Κυπριακές τράπεζες
Πάνω τα κέρδη, κάτω οι τόνοι
Πολιτική χαμηλών τόνων ακολούθησε η Διοίκηση της Τράπεζας Κύπρου, παρά τα πολύ καλά αποτελέσματα που ανακοίνωσε για το πρώτο φετινό τρίμηνο. Το πόσο καλά ήταν τα αποτελέσματα μπορεί να προκύψει από τα παρακάτω:
1. Τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν κατά 49% και ο δείκτης εξόδων προς έσοδα υποχώρησε κάτω από το 60%, έναντι 62,3% για το 2004. Στην περίπτωση δηλαδή που συνεχιστεί η τάση του πρώτου τριμήνου και για τους υπόλοιπους εννέα μήνες του έτους (που λίγο έως πολύ κάπως έτσι προβλέπεται ότι θα γίνει), η Τράπεζα Κύπρου έχει υλοποιήσει το 50% του συνόλου των στόχων που είχε θέσει για την τριετία 2005-2007.
2. Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 20%, ποσοστό ιδιαίτερα υψηλό.
3. Οι προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις υποχώρησαν ως ποσοστό επί των χορηγήσεων, πράγμα που σημαίνει ότι όλα βαδίζουν υπό έλεγχο.
4. Συνεχίστηκε με ταχύτατους ρυθμούς η ανάπτυξη στην Ελλάδα (έγιναν πράξη τα 100 καταστήματα, με στόχο τα 120 στις αρχές του 2006) και για το λόγο αυτό η κερδοφορία της Ελλάδας παρέμεινε σταθερή στα περυσινά επίπεδα. Σύμφωνα με τη διοίκηση του Συγκροτήματος, τα φετινά κέρδη της Ελλάδας προβλέπεται να είναι αυξημένα σε σχέση με τα περυσινά, αλλά όχι με τους ρυθμούς του παρελθόντος, λόγω των μεγάλων εξόδων για επενδύσεις).
Η ώθηση λοιπόν των κερδών δόθηκε κυρίως από την Κύπρο, όπου το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο διευρύνθηκε, ενώ παράλληλα έγιναν συγκεκριμένες κινήσεις για τον περιορισμό του ρυθμού αύξησης του λειτουργικού κόστους (περιορισμός προσωπικού κατά 80 άτομα σε σχέση με πέρυσι) και παράλληλα, «κοσκίνισμα» διαφόρων κατηγοριών εξόδων που αναμένεται να αποδώσει φέτος γύρω στα 5 εκατ. λίρες.
Παρόλα αυτά, η διοίκηση της Τράπεζας είναι ιδιαίτερα συγκρατημένη. «Δεν παραγνωρίζουμε τις δυσκολίες που θα συναντήσουμε στο δρόμο για την επίτευξη των στόχων μας» απάντησε ο Πρώτος Γενικός Διευθυντής του Συγκροτήματος κος Γιάννης Κυπρή, συμπληρώνοντας πάντως ότι οι τριετείς στόχοι μιλούσαν για αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων πάνω από το 13% και για δείκτη εξόδων προς έσοδα κάτω από 58%. 
Η νέα διοίκηση της Τράπεζας υπό τον κ. Ανδρέα Ηλιάδη μπορεί μεν να βλέπει ότι η δουλειά που γίνεται αποδίδει σημαντικά, μπορεί να είναι σαφώς ικανοποιημένη από το γεγονός ότι η λίρα εντάχτηκε στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ και μάλιστα χωρίς υποτίμηση όπως είχε γίνει με άλλες χώρες, αλλά από την άλλη πλευρά γνωρίζει καλά ότι οι δείκτες των κυπριακών τραπεζών υπολείπονται κατά πολύ από αυτούς των ευρωπαϊκών τραπεζών. Η Eurobank και η Alpha Bank για παράδειγμα, αναμένεται φέτος να σημειώσουν δείκτη εξόδων προς έσοδα γύρω ή και κάτω από το 50%, ενώ οι αποδοτικότητες των ιδίων κεφαλαίων τους προβλέπεται ότι θα ξεπεράσουν το 20%. Κάτω λοιπόν από αυτές τις συνθήκες, χρειάζεται το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων για τις νέες συλλογικές συμβάσεις θα πρέπει να κινηθεί στα πλαίσια της συλλογικής σύμβασης των δημοσίων υπαλλήλων, όπως άφησε να εννοηθεί ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας κ. Χρ. Χριστοδούλου. Απαντώντας πάντως σε σχετική ερώτηση, ο κ. Αντρέας Ηλιάδης προτίμησε μια αόριστη τοποθέτηση, μη θέλοντας να πάρει επισήμως θέση σε μια διαπραγμάτευση που βρίσκεται υπό εξέλιξη.
Αντίθετα, η Τράπεζα Κύπρου δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα σε περίπτωση μείωσης των επιτοκίων στην Κύπρο, γιατί έχει σημαντικές θέσεις σε μακροπρόθεσμα χρεόγραφα σταθερού επιτοκίου (γύρω στα 250 εκατ. λίρες), που θα της εξασφαλίσουν υψηλές υπεραξίες και επιτόκια υψηλότερα από εκείνα που θα επικρατήσουν μελλοντικά, εφόσον τα κυπριακά επιτόκια ακολουθήσουν την κατιούσα.


Η στρατηγική
Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι στα σχέδια που γίνονται για το βαλκανικό άνοιγμα της Τράπεζας Κύπρου στα Βαλκάνια, η Διοίκηση φέρεται να εξετάζει μόνο σενάρια, τα οποία θα φέρουν break even στο δεύτερο, το πολύ στο τρίτο έτος δραστηριότητας. Θα αποφευχθούν δηλαδή σενάρια που θα συνεπάγονται απώλειες για μια μακρά σειρά ετών. Το θέμα πάντως των Βαλκανίων θα συζητηθεί σε επίπεδο συμβουλίου κατά τους επόμενους μήνες, οπότε θα ληφθούν και αποφάσεις που θα τεθούν προς έγκριση στην Κεντρική Τράπεζα.
Στην Κύπρο, θα μεταφερθεί το μοντέλο λειτουργίας της Ελλάδας, που θέλει κεντροποίηση των περισσότερων υπηρεσιών και χρησιμοποίηση των καταστημάτων ως σημεία πώλησης, με ολιγάριθμο προσωπικό. Αυτή η κίνηση θα δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας και περιθώρια για περαιτέρω εξοικονόμηση θέσεων εργασίας.
Σε ότι αφορά στην Ελλάδα, τα πράγματα είναι ξεκαθαρισμένα εδώ και καιρό: 5% μερίδιο αγοράς έως το 2007, έναντι 3,7% στις χορηγήσεις και του 3,8% στις καταθέσεις που είναι τα τρέχοντα μερίδια. Η τραπεζική αγορά της Ελλάδας συνεχίζει να είναι πολύ «δυνατή» και να αναπτύσσεται με πολύ ταχείς ρυθμούς και έτσι η αύξηση του μεριδίου στο 5%, θα σημάνει μια πολύ μεγαλύτερη ανάπτυξη εργασιών από αυτή που προκύπτει από τη σύγκριση των δύο ποσοστών.
 
Ο ανταγωνισμός με τον Συνεργατισμό
Ένα σημαντικό στοιχείο για τον τραπεζικό κλάδο στην Κύπρο που ελάχιστα (ή και καθόλου) συζητείται από τις εμπορικές τράπεζες είναι αυτό των μεριδίων αγοράς. Ενώ το μερίδιο της Τράπεζας Κύπρου υπολογίζεται γύρω στο 40% μεταξύ των εμπορικών τραπεζών, το ποσοστό αυτό μειώνεται σημαντικά αν συνεκτιμηθεί και η παρουσία των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (Σ.Π.Ι.). Και επειδή τα Σ.Π.Ι. δεν δραστηριοποιούνται σημαντικά στις δανειοδοτήσεις μεγάλων επιχειρήσεων, το μερίδιο αγοράς των τραπεζών στο πλέον κερδοφόρο κομμάτι της αγοράς, στο retail banking, είναι ακόμη πιο μικρό. Για παράδειγμα, στα στεγαστικά δάνεια, η Τράπεζα Κύπρου πρέπει να κατέχει ένα μερίδιο που σε γενικές γραμμές δεν απέχει πολύ από το 20% και στα καταναλωτικά δάνεια, ένα μερίδιο χαμηλότερο του 25%.  Άρα λοιπόν, τόσο η Τράπεζα Κύπρου, όσο και οι υπόλοιπες εμπορικές τράπεζες (Λαϊκή, Ελληνική, Alpha, Εθνική, Emporiki, κ.α.) θα μπορούσαν να ελπίζουν σε αύξηση του μεριδίου αγοράς τους, στο βαθμό που θα χάσει μερίδια ο μεγαλύτερος «παίκτης» της αγοράς που είναι σήμερα ο Συνεργατισμός. Είναι δυνατόν όμως να χάσει μερίδια αγοράς ο συνεργατισμός, ο οποίος μάλιστα τα τελευταία χρόνια πηγαίνει από το καλό στο καλύτερο, σε ότι αφορά την προσέλκυση πελατών. Ενδεικτική είναι η αναφορά του κ. Χριστοδούλου στην Ετήσια Έκθεση της Κεντρικής Τράπεζας, όπου τα Π.Σ.Ι. ανέβασαν πέρυσι τα μερίδια αγοράς τους. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, σε ότι αφορά λοιπόν τις καταθέσεις σε κυπριακές λίρες, στα ΣΠΙ αυξήθηκαν κατά 6,5% και στις εμπορικές τράπεζες μόνο κατά 2,8%. Έτσι, το μερίδιο αγοράς τους ανέβηκε από το 36,2% στο 37%, ενώ σε ότι αφορά στις χορηγήσεις σε λίρες αυξήθηκε πέρυσι στο 29%, έναντι του 28% το 2003. Παρόλα αυτά, αρκετοί πιστεύουν πως ναι, τα Π.Σ.Ι. είναι πολύ πιθανόν να χάσουν μερίδια αγοράς στο μέλλον, αν συνεκτιμηθεί ότι τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα έχουν μπροστά τους να επιλύσουν προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας, αλλά και προσαρμογής στα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ, προβλήματα που οι εμπορικές τράπεζες αντιμετώπισαν (με απώλειες) κατά τη διετία που μας πέρασε.


Λαϊκή Τράπεζα
Πολύ καλά θεωρήθηκαν τα αποτελέσματα της Τράπεζας κατά το πρώτο φετινό τρίμηνο, με τα έσοδα από εργασίες να αυξάνονται κατά 10,4%, τα λειτουργικά έξοδα κατά 8,4%, τα προ προβλέψεων κέρδη κατά 14,4% και τα κέρδη μετά από προβλέψεις κατά 40,4%, καθώς έφτασαν στα 11,5 εκατ. ευρώ. Η Τράπεζα θα συνεχίσει την πολιτική επέκτασής της στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα μελετά το ενδεχόμενο αύξησης κεφαλαίου με καταβολή μετρητών, προκειμένου να αποκτήσει περισσότερα εποπτικά κεφάλαια και να μπορεί μακροπρόθεσμα να εξυπηρετήσει την αυξημένη ζήτηση για δάνεια.
Ελληνική Τράπεζα
Ικανοποιητικά ήταν τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου, που διασκέδασαν σε κάποιο βαθμό την περυσινή «ψυχρολουσία». Όπως φαίνεται από τον παρατιθέμενο πίνακα, τα καθαρά έσοδα αυξήθηκαν κατά 17%, τα κέρδη από συνήθεις εργασίες κατά 27%, τα κέρδη προ προβλέψεων κατά 21% και τα κέρδη που αντιστοιχούν στους μετόχους κατά 105%.
Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο αυξήθηκε οριακά σε σχέση με τον μέσο όρο του 2004, οι χορηγήσεις σημείωσαν μικρή άνοδο από το 1,442 στο 1,484 δις λίρες (στην Κύπρο παρέμειναν σχεδόν στάσιμες) και οι καταθέσεις αυξήθηκαν από το 1,96 στα 2,20 δις λίρες.
Σε ότι αφορά στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, αυτά καλύπτονταν κατά 100% είτε από εμπράγματες εξασφαλίσεις, είτε από σχετικές προβλέψεις που έχουν σχηματιστεί. Η συμμετοχή των δραστηριοτήτων στην Ελλάδα αποτελεί το 19% του συνόλου σε ότι αφορά στο ενεργητικό και το 16% του συνόλου σε ότι αφορά στα καθαρά έσοδα.


Ασφαλιστικές εταιρίες
Τα προβλήματα συνεχίζονται
Μπορεί η κυπριακή οικονομία να έχει αρχίσει να ανακάμπτει από το φθινόπωρο του 2004, αλλά ο κλάδος των ασφαλιστικών εταιριών συνεχίζει να αντιμετωπίζει δυσεπίλυτα προβλήματα. Προβλήματα αντιμετώπισαν και πολλές εταιρίες του εξωτερικού, αλλά κατά την τελευταία διετία «πήραν βαθιές ανάσες» από την άνοδο των μετοχών στα χρηματιστήρια, ενώ παράλληλα «απορροφήθηκαν» οι παρενέργειες από το τρομοκρατικό χτύπημα στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001 στη Νέα Υόρκη.
Τρεις είναι οι κυριότεροι λόγοι που ερμηνεύουν τον έντονο προβληματισμό των στελεχών της αγοράς για την πορεία του κλάδου:
Πρώτον, η πτώση των μετοχών στο Χ.Α.Κ. συνεχίστηκε και κατά το 2004, σε αντίθεση με τα ξένα χρηματιστήρια που είχε σταματήσει μέσα στο 2002 ή το 2003. Η όποια ανάκαμψη του Γενικού Δείκτη κατά το πρώτο φετινό εξάμηνο, και περιορισμένη σε μέγεθος είναι, αλλά και περιορισμένη κυρίως στις τρεις μεγάλες τράπεζες και σε δύο ή τρεις άλλες εταιρίες.
Δεύτερον, τα οφέλη των περισσότερων ασφαλιστικών εταιριών από τις μετοχές είναι πολύ μικρά. Αντίθετα, μεγάλο ποσοστό των δικών τους τοποθετήσεων βρίσκονται υπό τη μορφή καταθέσεων και χρεογράφων, σε μια περίοδο που τα επιτόκια της Κύπρου υποχωρούν. Ήδη η Κεντρική Τράπεζα, μέσω τριών διαδοχικών κινήσεων, ψαλίδισε το επιτόκιό από το 5,50% στις αρχές του έτους στο 4,25% σήμερα, με περαιτέρω προοπτικές μείωσης έως και το τέλος του 2008 (όσο δηλαδή θα προχωρεί η διαδικασία ένταξης στη ζώνη του ευρώ). Σήμερα, η διαφορά μεταξύ του Cybor και του Euribor ανέρχεται στις 225 μονάδες βάσης. Ο συνδυασμός λοιπόν πτωτικών επιτοκίων και αναιμικού χρηματιστήριου, δημιουργεί ένα περιβάλλον χαμηλών αποδόσεων για τα επενδυτικά χαρτοφυλάκια τόσο των ίδιων των ασφαλιστικών εταιριών, όσο και των πελατών τους (unit linked).
Τρίτον, υπάρχει πλέον δυσκολία στη στρατολόγηση ασφαλιστικών δικτύων, λόγω των εξελίξεων με την υιοθέτηση της Κοινοτικής Οδηγίας περί διαμεσολαβούντων. Οι εξασφαλίσεις άδειας επαγγέλματος καθυστερούν, υπάρχει το κόστος ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης και γενικότερα υπάρχει ένα θέμα αυξημένων κόστων για τους ασφαλιστές. Πόσο μπορούν να επωμισθούν αυτό το κόστος οι ασφαλιστικές εταιρίες και ιδίως οι μικρότερες εξ’ αυτών;
Τέταρτον, υπάρχει σημαντικό πρόβλημα με τις ακυρώσεις παλαιότερων συμβολαίων και σε σύνολο παραγωγής στον κλάδο ζωής, εκτιμάται ότι πέρυσι ο κλάδος διατηρήθηκε στα ίδια περίπου επίπεδα, με την Allianz να κερδίζει πόντους κυρίως λόγω κάποιων ομαδικών συμβολαίων που ανέλαβε.


Στάσιμη η παραγωγή
Η φετινή παραγωγή του κλάδου ζωής φαίνεται να κινείται γύρω στα ίδια επίπεδα με πέρυσι, με εταιρίες όπως η Eurolife, η Εθνική Ασφαλιστική, κ.α. να αυξάνουν την παραγωγή τους και άλλες (π.χ. Universal Life) να εκτιμάται ότι τη μειώνουν. Στον κλάδο των ζημιών, η φετινή παραγωγή αναμένεται μεν να κινηθεί αυξητικά, αλλά όχι με ρυθμούς που θα εντυπωσιάσουν. Η όλη κατάσταση προβληματίζει την αγορά που βλέπει αρκετές εταιρίες να καταγράφουν ζημιογόνο αποτέλεσμα για αρκετές χρήσεις στη σειρά. Μέχρι ποιου σημείου θα αντέχουν και μέχρι πότε η Έφορος των Ασφαλιστικών Εταιριών θα δίνει σε κάποιες από αυτές το «πράσινο φως» για να λειτουργούν;
Η Eurolife αυξάνει φέτος την παραγωγή της με ρυθμό γύρω στο 10%. Κατέχει πλέον την πρώτη θέση στον κλάδο ζωής (η μισή της περίπου παραγωγή προέρχεται από την μητρική Τράπεζα Κύπρου και η άλλη μισή από το δικό της δίκτυο), με δεύτερη τη Cyprialife, τρίτη τη Universal Life και στη συνέχεια τις Alico και Interlife. 
H Εθνική Ασφαλιστική «τρέχει» φέτος με αύξηση παραγωγής γύρω στο 18% (22% στη Ζωή και 13% στις Ζημιές), και έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για την επόμενη τριετία, μετά την αλλαγή της διοίκησής της στην Αθήνα. Η μητρική εταιρία δρομολογεί αύξηση κεφαλαίου με μετρητά.


Ασπίς Πρόνοια–Universal Life
Η είδηση της εξαγοράς της πλειοψηφίας των μετοχών της Universal Life (αυτών που κατείχαν η Τράπεζα Κύπρου και η Λαϊκή Τράπεζα) από την Ασπίδα Πρόνοια, είχε μεν ξαναδημοσιευτεί στις αθηναϊκές εφημερίδες πριν περίπου από 15 μήνες, αλλά αυτή τη φορά βρίσκεται πολύ πιο κοντά από ποτέ. Οι ενδιαφερόμενες πλευρές να έχουν κατ’ αρχήν συμφωνήσει, οι αντιδράσεις του μετόχου μειοψηφίας κ. Γεωργίου δεν φαίνεται να κάμπτουν τις δύο πωλήτριες τράπεζες. Ακόμη και η εκδήλωση ενδιαφέροντος από δύο εταιρίες του εξωτερικού (η μία για τη λιθουανική Snoras) για τη θυγατρική Universal Bank δεν φαίνεται να δυσκολεύουν το deal. Ανοιχτό βέβαια παραμένει το θέμα της έγκρισης των αρχών, δικαστικών και νομικών.


Κυπριακό χρηματιστήριο
Μελετώντας τις τάσεις της Σοφοκλέους…
Έχει μέλλον τελικά το κυπριακό χρηματιστήριο, ή απλά θα το θυμόμαστε σαν μια «τρελή» και επώδυνη ανάμνηση του 1999; Αυτό το ερώτημα απασχολεί επενδυτές και οικονομικούς παράγοντες της χώρας που βλέπουν τις διεθνείς κεφαλαιαγορές να καταγράφουν υψηλά τριετίας και την «οδό Κάμπου» να ταλαιπωρείται μεταξύ του μηδέν και του τίποτε. Και όμως, ο Γενικός Δείκτης θα μπορούσε να βρισκόταν σε καλύτερα επίπεδα, υποστηρίζουν πολλοί. Κατά την τελευταία διετία, η Κύπρος έκανε άλματα στην οικονομία, όχι τόσο σε ότι αφορά στο ρυθμό ανάπτυξής της (το +4% πάντως που προβλέπεται φέτος, κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο είναι, όταν η Ευρωρώνη θα «τρέξει» με λιγότερο από 1,5%), όσο:
Στην επιτυχή ολοκλήρωση των απελευθερώσεων, που οδήγησαν τη χώρα μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην αναμενόμενη συρρίκνωση του δημόσιου ελλείμματος κοντά στο 3% φέτος, επίδοση που τη φέρνουν πολύ κοντά στα όρια των επιδόσεων του Μάαστριχτ.
Στην ένταξη της λίρας στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ, με προοπτική ένταξής της στο ευρώ είτε στην αρχή, είτε στο τέλος του 2007.
Στην εξυγίανση των χαρτοφυλακίων των τραπεζών από τις υψηλές επισφάλειες του παρελθόντος.
Στην ανάκαμψη των εταιρικών κερδών πέρυσι και στην ακόμη καλύτερη πορεία τους κατά τη φετινή χρονιά.
Στην πτώση των επιτοκίων, παράγοντας που – σύμφωνα με την οικονομική θεωρία – επιδρά θετικά επί των τιμών των μετοχών.
Πολλοί αποδίδουν τη μέχρι τώρα νωχελική πορεία του Χ.Α.Κ. σε διάφορους παράγοντες, όπως το ότι ο κόσμος δεν έχει ξεχάσει ακόμη τα όσα έγιναν το 1999, ή ότι η αγορά «κάθισε» μετά το σκάνδαλο Ανδρονίκου. Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι οι Κύπριοι ενδιαφερόμενοι αγοραστές παραμένουν ελάχιστοι και ότι οι όποιοι ενδιαφερόμενοι ξένοι έχουν τοποθετηθεί στην Τράπεζα Κύπρου μέσω της Σοφοκλέους (τα περί εξαγοράς του Ορφανίδη, ή της Universal Life, δεν σχετίζονται με τη χρηματιστηριακή προέκταση των δύο εταιριών).


Η «κοινή πλατφόρμα»
Τι θα μπορούσε όμως να αποφέρει η κοινή πλατφόρμα με τη Σοφοκλέους; Πολλά έχουν ειπωθεί στη θεωρία, αλλά για να προσεγγίσουμε το θέμα από την πρακτική του πλευρά, θα πρέπει να δούμε τις τάσεις που επικρατούν στην ελλαδική χρηματιστηριακή αγορά.
Ας δούμε λοιπόν με συντομία τα βασικά χαρακτηριστικά της Σοφοκλέους:
Ο Γενικός Δείκτης έχει υπερδιπλασιαστεί από το Μάρτιο του 2003, προς όφελος κυρίως των τίτλων υψηλής κεφαλαιοποίησης (τραπεζών και άλλων blue chips). Υπάρχουν μάλιστα και μετοχές που είτε έχουν ξεπεράσει το μέγιστο του 1999, είτε το έχουν προσεγγίσει κατά πολύ.
Αντίθετα, πολλές από τις εταιρίες χαμηλής κεφαλαιοποίησης έχουν κατρακυλήσει σε τόσο χαμηλά επίπεδα, έτσι ώστε να υπολείπονται σαφώς εκείνων του Μαρτίου του 2003, όταν ο Γενικός Δείκτης βρισκόταν μόλις στις 1.450 μονάδες… Επιπλέον, στο ενδιάμεσο διάστημα πάνω από είκοσι μετοχές αποχώρησαν από το ταμπλό της Σοφοκλέους, μετά από κινήσεις των χρηματιστηριακών αρχών.
Από πλευράς επενδυτών, οι Ελλαδίτες μικροεπενδυτές – τοποθετημένοι κατά κανόνα στη λεγόμενη «περιφέρεια» - έχουν εγκαταλείψει το Χ.Α., με τον αριθμό των ενεργών κωδικών να μειώνεται με την πάροδο του χρόνου. Πολύ πιο αδύναμος εμφανίζεται όμως και ο ρόλος των ελλαδίτικων θεσμικών χαρτοφυλακίων, με τις τράπεζες να απορροφούν τις ελεγχόμενες εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου (εκμεταλλεύονται φορολογικά κίνητρα και παράλληλα πωλούν τις μετοχές προκειμένου να αντλήσουν χρήμα και να το διοχετεύσουν στα υψηλότοκα καταναλωτικά δάνεια), αλλά και τα μετοχικά και μικτά αμοιβαία κεφάλαια εσωτερικού, να βλέπουν το ενεργητικό τους να μειώνεται. Αυτό συμβαίνει για δύο κυρίως λόγους: πρώτον, γιατί αναβαθμίζεται το επενδυτικό ενδιαφέρον προς το εξωτερικό και δεύτερον, γιατί πολλοί ρευστοποιούν τις επενδύσεις τους, προκειμένου να αποπληρώσουν τις δόσεις των δανείων τους. Συμπερασματικά λοιπόν, το εγχώριο αγοραστικό ενδιαφέρον βαίνει μειούμενο τα τελευταία χρόνια, τόσο σε επίπεδο μικροεπενδυτών, όσο και σε επίπεδο θεσμικών επενδυτών.
Σε αυξήσεις κεφαλαίου μέσω καταβολής μετρητών έχουν προχωρήσει κατά την τετραετία μόνο όσες εταιρίες είχαν απόλυτη ανάγκη χρημάτων και να σημειωθεί ότι καμιά εξ’ αυτών δεν καλύφθηκε πλήρως από τη συμμετοχή των μικροεπενδυτών.
Μπορεί βέβαια να μην έγιναν αυξήσεις κεφαλαίου με μετρητά (έτσι ώστε να ενισχυθούν οι εταιρίες), έγιναν αντίθετα δεκάδες placements (πωλήσεις ποσοστών μειοψηφίας των βασικών μετόχων σε θεσμικούς του εξωτερικού), με αποτέλεσμα την ταμιακή ενίσχυση των βασικών μετόχων των εταιριών, που σε αρκετές περιπτώσεις είναι το ίδιο το δημόσιο (ΟΠΑΠ, ΔΕΗ, Εθνική Τράπεζα, κ.α.).
Συμπέρασμα: Στην Ελλάδα όλα δείχνουν ότι το ενδιαφέρον μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο: 1) προς 40-50 μετοχές, με τις προοπτικές για τους υπόλοιπους τίτλους να είναι μάλλον δυσμενείς  2) προς τους θεσμικούς επενδυτές του εξωτερικού, που έχουν το «μαχαίρι και το καρπούζι»: εκπονούν τις εκθέσεις τους για τις ελλαδικές μετοχές, κατέχουν μεγάλα ποσοστά των ίδιων εταιριών και εκτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό του ημερήσιου όγκου συναλλαγών, τόσο στην spot αγορά, όσο και στα παράγωγα.


Η ευχάριστη έκπληξη
Η ευχάριστη έκπληξη για τις ελλαδικές εταιρίες είναι ότι εδώ και δύο χρόνια έχουν αντιληφθεί κάτι που στο παρελθόν δεν τους περνούσε καν από το μυαλό: ότι δηλαδή, στην Ευρώπη δεν υπάρχουν μόνο 5-6 μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι που θα μπορούσαν να αγοράσουν μετοχές, αλλά επιπλέον δραστηριοποιούνται πολλές εκατοντάδες τέτοια «σπίτια» σε διάφορες χώρες, που διαθέτουν υψηλή ρευστότητα και που ενημερώνονται με ενδιαφέρον ακόμη και για εταιρίες μεσαίου μεγέθους, που όμως διαθέτουν καλές προοπτικές.


Το ελλαδικό και το κυπριακό story
Για να προσελκύσει μια χώρα επενδύσεις από το εξωτερικό, θα πρέπει να προσφέρει ένα story, δηλαδή ένα τουλάχιστον πειστικό σενάριο, ότι στο μέλλον τα πράγματα θα πάνε πολύ καλύτερα απ’ ότι είναι σήμερα.
Η Ελλάδα απέτυχε – για διάφορους λόγους που δεν είναι του παρόντος – να πείσει κατά τα προηγούμενα χρόνια με το story των Ολυμπιακών Αγώνων (των μεγάλων ωφελειών που θα απέφερε στην οικονομία), αλλά τώρα διαθέτει δύο μάλλον ισχυρά επιχειρήματα: πρώτον, τις μελλοντικές αποδόσεις των εταιριών που έχουν ήδη λάβει σημαντικές θέσεις στο εξωτερικό και κυρίως στα Βαλκάνια. Και δεύτερον, τις αναδιαρθρωτικές τομές που επιχειρούνται στην ελληνική οικονομία και ειδικότερα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.
Πώς μπορούν όλα αυτά να μεταφραστούν για τις κυπριακές μετοχές, που θα έχουν πρόσβαση στην κοινή πλατφόρμα;
Πρώτον, ότι λίγες και επιλεγμένες μετοχές εταιριών (οι τρεις μεγάλες τράπεζες και 4-5 ακόμη) που διαθέτουν προοπτικές ανάπτυξης θα είναι σε θέση να «επικοινωνήσουν» με πολλά funds του εξωτερικού, που πολύ πιθανόν να «χτίσουν» θέσεις, όπως άλλωστε έχουν αρχίσει εδώ και πολλούς μήνες να κάνουν και στην Τράπεζα Κύπρου.
Δεύτερον, ότι η Κύπρος διαθέτει story, προκειμένου να προσελκύσει ξένα κεφάλαια, όπως οι προοπτικές από την ένταξη στη ζώνη του ευρώ, αλλά και τα σταδιακά οφέλη που ελπίζεται θα αποκομισθούν από τους μικρούς συντελεστές φορολογίας.
Τρίτον, ότι οι εταιρίες που θα επιδιώξουν να προσελκύσουν κεφάλαια από το εξωτερικό, θα πρέπει να αναβαθμίσουν τις δομές τους, τις σχέσεις τους με τους επενδυτές και να εφαρμόζουν «σκληρούς» κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης.
Τέταρτον, ότι εταιρίες με πολύ μικρά μεγέθη και εσωστρεφή αντίληψη, θα πρέπει να περιμένουν το αν και πότε ανακάμψει το εγχώριο επενδυτικό ενδιαφέρον, προκειμένου να δουν καλύτερες ημέρες στο «πάτωμα».


Κυπριακή οικονομία
Θετικές προσδοκίες, αλλά…
| XPΗΜΑ: Κύριε Μιχαήλ, το 2003 είδαμε τα κέρδη των επιχειρήσεων να συρρικνώνονται. Πέρυσι είχαμε μια μικρή ανάκαμψη και φέτος τα πράγματα δείχνουν να βελτιώνονται περαιτέρω. Πώς εξηγείται αυτή η πορεία της οικονομίας;
 | ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛ: Πράγματι, το 2003 παρατηρήθηκε μια κάμψη, που συνεχίστηκε και στο 2004 λόγω κυρίως της αβεβαιότητας που υπήρξε σχετικά με τη λύση του Εθνικού προβλήματος. Η αβεβαιότητα αυτή δεν τερματίστηκε με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, αλλά συνεχίστηκε και αργότερα, επηρεάζοντας σημαντικά τον κλάδο των ακινήτων, ενός σημαντικού μοχλού διατήρησης της κυπριακής οικονομίας σε ικανοποιητικά επίπεδα.
Σταδιακά όμως δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι πολύ πιθανόν να μην είχαμε μια νέα διαδικασία επίλυσης στο άμεσο μέλλον, οπότε αναθερμάνθηκαν οι επενδύσεις, η ζήτηση στην οικονομία αυξήθηκε, η αβεβαιότητα στην αγορά ακινήτων περιορίστηκε και παράλληλα είχαμε και μια ανάκαμψη στον τουρισμό.
Επιπλέον, στα δημόσια οικονομικά είχαμε έσοδα από τη φορολογική αμνηστία, κατά πολύ υψηλότερα των αναμενομένων (αρχικά προσδοκούσαμε 55 εκατ. και τελικά εισπράχθηκαν 119), εξέλιξη που βοήθησε το Υπουργείο Οικονομικών να εξισορροπήσει τα δημόσια οικονομικά και να δρομολογήσει τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Στη μείωση του ελλείμματος αποδίδεται και η ένταξη της λίρας στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ, που αποτελεί τον προθάλαμο για την ένταξή μας στη ζώνη του ευρώ.
Το μόνο μελανό ίσως σημείο πέρυσι ήταν η μικρή αύξηση της ανεργίας, η οποία όμως οφείλεται στην αυξημένη εισροή ξένων εργαζομένων από τις νέες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κυρίως από την Πολωνία. Εκτιμώ λοιπόν ότι η αύξηση της ανεργίας θα είναι παροδική. Οι παραπάνω λόγοι δημιούργησαν ένα καλό κλίμα στην κυπριακή οικονομία που συνεχίζεται έως σήμερα.


 | XP.: Η Κύπρος αναμένεται να ενταχθεί στη ζώνη του ευρώ, είτε στις αρχές, είτε στο τέλος του 2007. Μέχρι τότε προβλέπετε ότι η τρέχουσα ανοδική πορεία της οικονομίας θα συνεχιστεί, ή αντίθετα φοβάστε μήπως υπάρξουν ανασχετικοί παράγοντες;
 | Μ.Μ.: Εκτιμώ ότι το μόνο που θα μπορούσε να επιδεινώσει τα πράγματα, είναι να δοθεί μια έντονη ώθηση - τύπου Ταϊβάν - είτε τουριστική, είτε οικοδομική στα κατεχόμενα. Αν δεν δημιουργηθούν αυτές οι συνθήκες και αν όλοι σεβαστούν τη διεθνή νομιμότητα, τότε δεν πιστεύω ότι θα αντιμετωπίσουμε ιδιαίτερα προβλήματα: η οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται και το Υπουργείο Οικονομικών – έχοντας τη στήριξη κυβέρνησης και αντιπολίτευσης - θα βελτιώνει τους μακροοικονομικούς δείκτες.


 | XP.: Υπάρχει τελικά ανταγωνισμός μεταξύ ελεύθερων περιοχών και κατεχομένων, ή η διεθνής ζήτηση είναι τόσο μεγάλη, που να επιτρέπει την ανάπτυξη και των δύο;
 | Μ.Μ.: Υπάρχει γενικά μια προσπάθεια να περιοριστεί το κόστος των διακοπών. Δεν είναι τυχαίο που πολλά ξενοδοχεία αυξάνουν τις κρατήσεις τους μέσω του Internet, μειώνοντας τη συμβολή των τουριστικών πρακτόρων. Αν λοιπόν συνεχιστεί η τάση των πελατών να μειώνουν το κόστος των διακοπών τους, τότε είναι πιθανόν ένα ποσοστό τουριστών να κατευθυνθεί στα κατεχόμενα. Ας μην ξεχνούμε ότι η Κύπρος είναι νησί και οι τουρίστες δεν μπορούν παρά να έρθουν μέσω του ακριβού (σε σχέση με τα άλλα συγκοινωνιακά μέσα) αεροπλάνου.
Η απάντηση η δική μας θα πρέπει να είναι η βελτίωση του τουριστικού προϊόντος που προσφέρουμε (καζίνο, γήπεδα γκολφ, καλύτερη εξυπηρέτηση, κ.λπ.), έτσι ώστε να κερδίσουμε ένα ακόμη «αστέρι» και ο τουρισμός μας να θεωρείται ως προϊόν «πέντε αστέρων».


 | XP.: Ας έρθουμε τώρα στο θέμα της προσέλκυσης ξένων επιχειρήσεων. Πριν από δύο χρόνια μειώθηκε ο φορολογικός συντελεστής στο 10%. Είχαμε μεγάλη ανταπόκριση από το εξωτερικό;
 | Μ.Μ.: Τον πρώτο χρόνο είχαμε, γιατί καταφέραμε να μετακινήσουμε αρκετές εταιρίες διεθνών δραστηριοτήτων με έδρα την Ιρλανδία (κυρίως ευρωπαϊκές, αλλά και ισραηλινές και αμερικανικές και ρωσικές, κ.α.), όπου ο φορολογικός συντελεστής ανερχόταν τότε στο 12,5%, υψηλότερος σε σχέση με το 10% της Κύπρου. Αντίθετα, τον τελευταίο χρόνο παρατηρείται μια κάμψη.


 | XP.: Πού οφείλεται αυτό;
 | Μ.Μ.: Στις νέες χώρες που εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από τις δέκα αυτές χώρες, η Κύπρος κατατάσσεται στην τελευταία θέση ως προς τις νέες επενδύσεις. Αυτό είναι λογικό και εξηγείται από το ότι οι υπόλοιπες χώρες ενισχύθηκαν από την Ένωση με ισχυρά επενδυτικά κίνητρα, γεγονός που προσέλκυσε σημαντικού ύψους κεφάλαια για επενδύσεις από το εξωτερικό. Αντίθετα, η Κύπρος όχι μόνο δεν καρπώθηκε επενδυτικά κίνητρα, αλλά επιβαρύνθηκε από το κόστος της ένταξης.


 | XP.: Πώς μπορούμε να συγκρίνουμε χώρες υποδοχής εταιριών διεθνών δραστηριοτήτων, όπως η Κύπρος, η Βόρεια Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο;
 | Μ.Μ.: Το Λουξεμβούργο έχει μια εξειδίκευση, π.χ. εκεί εδρεύουν οι μεγαλύτερες ασφαλιστικές εταιρίες, ενώ εμείς δεν έχουμε έναν τομέα στον οποίο να πούμε ότι εξειδικευόμαστε, αν και έχουμε δώσει μεγάλη έμφαση στο θεσμό των ιθυνουσών εταιρειών. Οι πλείστες χώρες που θέλουν να δημιουργήσουν διεθνείς εταιρίες που να κατέχουν θυγατρικές σε άλλες χώρες, προτιμούν την Κύπρο λόγω των συμφωνιών αποφυγής διπλής φορολογίας που έχουμε συνάψει με περισσότερες από 35 χώρες.
Σ’ αυτόν τον τομέα λοιπόν έχουμε μεγάλο προβάδισμα. Ας μην ξεχνούμε επίσης, ότι η Κύπρος είναι η χώρα που συνδυάζει εμπορική δραστηριότητα και τον τουρισμό, λόγω της πλεονεκτικής γεωγραφικής της θέσης. Ένας επιχειρηματίας λοιπόν που θέλει να ιδρύσει στην Κύπρο μια εταιρία διεθνών δραστηριοτήτων, χρησιμοποιεί την χώρα μας και ως τουριστικό προορισμό.


 | XP.: Πώς πιστεύετε ότι θα επηρεάσει την οικονομία, η ένταξη της Κύπρου στη ζώνη του ευρώ;
 | Μ.Μ.: Πιστεύω ότι η Κύπρος, ως ένα μικρό κράτος που βασίζεται στις υπηρεσίες, δεν μπορεί να είναι έξω από τον κεντρικού πυρήνα της Ευρωζώνης, όπου παίρνονται και οι σημαντικότερες αποφάσεις οικονομικής πολιτικής της Ε.Ε. Η νομισματική σταθερότητα θα βοηθήσει αναμφίβολα την οικονομία και το ευρώ μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα από τη λίρα, παρά το γεγονός ότι η τελευταία αποτελεί ένα από τα σταθερότερα νομίσματα της Ευρώπης. Δεν βλέπω σημαντικά προβλήματα από την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωζώνη. Πιθανόν να έχουμε κάποια φαινόμενα αισχροκέρδειας – στα διάφορα «στρογγυλέματα» τιμών – αλλά δεν θα είναι σε επίπεδο που να δημιουργήσουν σοβαρό πρόβλημα.
Αντίθετα, αν η Κύπρος ενταχθεί στον σκληρό πυρήνα της Ευρωζώνης, δεν θα προκύψει πρόβλημα ούτε στη ρευστότητα, ούτε στην ανταγωνιστικότητα, ούτε στην προσέλκυση επενδύσεων. Το αντίθετο μάλιστα.


 | XP.: Ας πάμε τώρα στο θέμα του Χρηματιστηρίου. Πόσο αισιόδοξος είστε για το μέλλον του;
 | Μ.Μ.: Το κυπριακό χρηματιστήριο αποτελεί μια ανάγκη. Δεν μπορεί σήμερα μια ευρωπαϊκή χώρα, να μην διαθέτει δικό της χρηματιστήριο. Από την άλλη πλευρά όμως, το Χ.Α.Κ. αντιμετωπίζει προβλήματα. Εκτίμησή μου είναι ότι η μόνη δυνατότητα για μια μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη – γιατί σε βραχυπρόθεσμη βάση τα πράγμα είναι δύσκολα με βάση το πώς έχουν τα δεδομένα σήμερα στην Κύπρο – θα είναι η ενοποίησή του με το Χρηματιστήριο της Αθήνας, αλλά και πιθανόν με άλλα μικρότερα χρηματιστήρια της ευρύτερης περιοχής. Χρειάζεται όμως υπομονή, καθώς δεν υπάρχει σε έντονο βαθμό στο στοιχείο της ζήτησης, ούτε και προβλέπεται να υπάρξει στο ορατό μέλλον.


 | XP.: Με δεδομένο ότι το μοντέλο ανάπτυξης της οικονομίας έχει φτάσει σχεδόν τα όριά του, τι θα μπορούσε να ήταν εκείνο που θα ωθούσε την Κύπρο σε μια νέα περίοδο δυναμικής ανάπτυξης;
 | Μ.Μ.: Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, το επόμενο σημαντικό άλμα είναι η λύση του Εθνικού μας θέματος. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα προκύψει έντονη αναθέρμανση της οικονομίας με απεριόριστες προοπτικές και τη δημιουργία προϋποθέσεων, έτσι ώστε να βγει η Κύπρος από το κανάλι των περιορισμένων ρυθμών αύξησης του Α.Ε.Π. που συνήθως κυμαίνονται γύρω στο 2%-3% ετησίως.
Από εκεί και πέρα, οι προοπτικές δεν είναι μεγάλες. Δεν υπάρχουν μεγάλα περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης του τουρισμού (υπάρχει moratorium στην ανέγερση νέων ξενοδοχείων, ενώ οι ξενοδόχοι φωνάζουν ότι θα πρέπει να μειωθούν και ορισμένες κλίνες). Ούτε στον τομέα των επενδύσεων αναμένονται πολλά πράγματα, γιατί υπάρχουν ελκυστικότερες χώρες-προορισμοί από τη δική μας, μετά και την ένταξη των νέων χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ή ακόμη και μετά την επικείμενη είσοδο και άλλων κρατών, όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία. Αλλά και σε ότι αφορά στην εγχώρια ανάπτυξη της ζήτησης, τα περιθώρια ανάπτυξης δεν είναι μεγάλα, καθώς εμφανίζουμε αριθμό καταστημάτων και επιχειρήσεων, σε αναλογία ανά 100 κατοίκους, υψηλότερη απ’ ότι στο εξωτερικό. Η κυπριακή λοιπόν οικονομία, όπως είναι σήμερα, εμφανίζει σαφή σημεία ωριμότητας.

  Περιεχόμενα
Editorial: Βρήκαμε παπά... να θάψουμε και τους ζωντανούς!
¶ρθρο: Η Αγορά ΄Εργων Τέχνης
RoadShow: ΕΠΕΝΔΥΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
¶ρθρο: ΒΑΘΜΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΜΕΤΟΧΕΣ ΤΗΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
Αφιέρωμα: Η ΜΕΓΙΣΤΗ ΣΗΜΑΣΊΑ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Αφιέρωμα: Κυπριακή οικονομία: Κάτω το έλλειμμα, «τρέχει» το Α.Ε.Π.
Αφιέρωμα: ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ
Αφιέρωμα: Η αγορά των τυχερών παιχνιδιών
Editorial: 17 χρόνια επιτυχίας & αγώνα για την ελληνική κεφαλαιαγορά
Αγορά Εμπρευμάτων: Διεθνείς Αγορές Εμπορευμάτων - Ανασκόπηση για το Μήνα Ιούνιο 2005
Προτάσεις Αγοράς: Σοφοκλέους: Με τις μετοχές που τρέχουν ή με αυτές που πρέπει;
Προτάσεις Αγοράς: Η ανοδική τάση των μετοχών βρίσκει «αντίκρισμα»
Επενδύσεις: ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ
Παρουσιάσεις: ΤΣΑΚΙΡΗΣ
Συνέντευξη: ΕΠΕΝΔΥΟΝΤΑΣ ΣΕ ΞΕΝΟ ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑ

 Όροι και προϋποθέσεις του site