Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Ιούνιος 2005                               Τεύχος 311

ΟΔΗΓΟΥΝ ΤΟΜΕΣ ΚΑΙ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
Ιδιαιτέρως θερμό, σε πολλά μέτωπα της Οικονομίας, θα είναι το φετινό καλοκαίρι, αρχής γενομένης από τις τράπεζες και το ασφαλιστικό τους. Ενώπιον ειλημμένης απόφασης έφερε τους συνδικαλιστές της ΟΤΟΕ ο υπουργός Οικονομίας, ενώ οι τράπεζες συμφώνησαν με το σχέδιο της κυβέρνησης, το οποίο προβλέπει ότι στο νέο ενιαίο επικουρικό ταμείο θα ενταχθούν όσοι είχαν ξεκινήσει εργασία έως και το 1992 ενώ από το 1993 και μετά θα εντάσσονται στο ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ. Συγκεκριμένα, θα δημιουργηθεί ένα ενιαίο επικουρικό ταμείο για τους τραπεζοϋπαλλήλους, που θα έχει τη μορφή ΝΠΔΔ (όπως το ήθελαν οι τράπεζες) και στο οποίο θα μπορούν να ενταχθούν οι εργαζόμενοι όποιας τράπεζας το επιθυμεί. Το κόστος της χρηματοδότησης αυτού του ταμείου θα καλυφθεί κατά τα 2/3 από τις τράπεζες που θα εντάσσονται στο ταμείο και κατά το 1/3 από την αύξηση της επιχορήγησης του Δημοσίου προς το ΙΚΑ (η έμμεση αυτή χρηματοδότηση από το Δημόσιο αποτρέπει παρέμβαση της Κομισιόν όπως έχει συμβεί π.χ. στην περίπτωση της Ολυμπιακής Αεροπορίας). Η επίλυση του ασφαλιστικού των τραπεζών θα φέρει και επίσπευση του νέου γύρου αναδιάρθρωσης στον κλάδο. Στο πλαίσιο αυτό, άμεσα αναμένεται να ξεκινήσουν διαδικασίες για την πώληση στην Credit Agricole του 9,45% που κατέχει η ΔΕΚΑ στην Emporiki Bank.


Τράπεζες: Δεν τις τρομάζει η οικονομική δυσπραγία
Παρά το κλίμα της γενικότερης οικονομικής δυσπραγίας που επικρατεί στη χώρα μας και μια σειρά από ανησυχητικά στοιχεία που δημοσιεύονται, οι Έλληνες τραπεζίτες δείχνουν ιδιαίτερα αισιόδοξοι για το μέλλον των τραπεζών τους, άποψη που συμμερίζονται και οι διεθνείς χρηματιστηριακοί αναλυτές.
Μερικά από τα στοιχεία που θα μπορούσαν να προκαλούσαν ανησυχία για την ελληνική οικονομία γενικότερα, αλλά και ειδικότερα για τις τράπεζες, θα μπορούσαν να είναι τα παρακάτω:
1. Σημαντική διαφαινόμενη υποχώρηση του φετινού ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας από το 4,1% του 2004, όχι στο 3,9% του προϋπολογισμού, αλλά ίσως και κάτω από το 3%.
2. Ραγδαία επιδείνωση των δεικτών οικονομικής ασφυξίας (π.χ. υπόλοιπο των ακάλυπτων επιταγών +110% τον Απρίλιο).
3. Μείωση των εσόδων από Φ.Π.Α. κατά 4% τον Ιανουάριο, κατά 12% το Φεβρουάριο και κατά 4% στο πρώτο τετράμηνο, επίδοση που λογικά δεν πρέπει να οφείλεται μόνο στην αύξηση της φοροδιαφυγής, αλλά και στο «πάγωμα» της οικονομίας, αφού ο Φ.Π.Α. είναι άμεσα συνδεδεμένος με την κατανάλωση.
4. Αύξηση της ανεργίας, εκτίναξη της ζήτησης για δανεισμό, δικαιολογημένες ανησυχίες για την δυνατότητα επίτευξης των φετινών στόχων για το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος.
Αν και τα παραπάνω θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αύξηση των επισφαλών απαιτήσεων από πολίτες και επιχειρήσεις που δεν θα μπορούσαν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους, οι τράπεζες δεν φαίνεται να ανησυχούν για το μέλλον τους. Κάθε άλλο μάλιστα. Μετά τη σημαντικότατη αύξηση κερδών που σημείωσαν πέρυσι, ανάλογες αυξήσεις επιδόσεων προβλέπουν και για την προσεχή τριετία. Αναλυτικά στοιχεία, παρατίθενται στους πίνακες που ακολουθούν. Η Εθνική Τράπεζα για παράδειγμα έχει ως στόχο το 2007, να αυξήσει τα κέρδη της κατά 72,5% (από τα 464 στα 800 εκατ. ευρώ), την αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων της από το 19,8%, πάνω από το 24% και να μειώσει το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων της από το 5,1% κάτω από το 4,5%.
Ανάλογοι είναι οι στόχοι και των υπόλοιπων μεγάλων τραπεζών και μάλιστα, ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι οι τόσο φιλόδοξοι αυτοί στόχοι γίνονται πιστευτοί από τους διεθνείς αναλυτές. Ενδεικτικές για παράδειγμα είναι οι προβλέψεις καθαρών κερδών του αμερικανικού οίκου Merrill Lynch, που παρουσιάζονται στο σχετικό πίνακα.


Οι «πηγές» της αισιοδοξίας
Ας δούμε όμως από πού προέρχεται η τόσο μεγάλη αισιοδοξία των τραπεζών για τα αποτελέσματα της επόμενης τριετίας, με τη γλώσσα των αριθμών:
Πρώτον, η ζήτηση για δάνεια θα είναι υψηλή και μάλιστα θα είναι πολύ υψηλότερη στο κομμάτι της λεγόμενης λιανικής τραπεζικής (στεγαστικά, καταναλωτικά, μικρομεσαίες επιχειρήσεις), που είναι το πλέον κερδοφόρο για τις τράπεζες. Άρα, όχι μόνο έχουμε ταχεία άνοδο χορηγήσεων, αλλά παράλληλα και βελτίωση του μίγματος στα χαρτοφυλάκια των δανείων. Τα έτη λοιπόν 2005 και 2006 προβλέπεται αύξηση των καταναλωτικών δανείων κατά 32% και 22% αντίστοιχα, ενώ των στεγαστικών δανείων κατά 26% ετησίως. Αντίθετα, τα δάνεια προς τις μεγάλες επιχειρήσεις θα ανεβούν μόλις κατά 8% και 6%, αντίστοιχα.
Η δεύτερη πηγή αισιοδοξίας προκύπτει από το μέτωπο των λειτουργικών εξόδων. Οι τράπεζες έχοντας επενδύσει σημαντικά ποσά στις νέες τεχνολογίες, εκμεταλλεύονται οικονομίες κλίμακας, με αποτέλεσμα να διατηρούν περίπου σταθερό το λειτουργικό τους κόστος, όταν τα έσοδά τους αυξάνονται με διψήφιο ποσοστό. Ο δείκτης του κόστους προς τα έσοδα των τραπεζών αναμένεται να συνεχίσει και κατά την επόμενη τριετία την πτωτική του πορεία, υποχωρώντας στις περισσότερες τράπεζες κάτω από το 50%. Το 2004, ο σχετικός μέσος δείκτης για τις ελληνικές τράπεζες ήταν 57,2% έναντι 54,8% της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και έναντι του 63% στην Ελλάδα κατά το έτος 2000.
Το ενδεχόμενο ενός μαζικού κύματος επισφαλειών δεν φαίνεται να ανησυχεί ιδιαίτερα τις τράπεζες που κατά τα τελευταία χρόνια – και παρά τις συνεχείς μεγάλες αυξήσεις του δανεισμού των νοικοκυριών – βλέπουν το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων προς τα συνολικά δάνεια να αποκλιμακώνεται: από το 6,60% του 1999 συρρικνώθηκε στο 4,40% το 2004, πλην όμως εξακολουθεί να παραμένει υψηλότερο από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2,70% για το 2004).
Σε ότι τώρα αφορά το γενικότερο μέτωπο της οικονομίας, οι διεθνείς οίκοι γνωρίζουν μεν τα προβλήματα της οικονομίας μας (ειδικότερα η Merrill Lynch προβλέπει για φέτος άνοδο του Α.Ε.Π. μόλις κατά 2,6%), πλην όμως συνεκτιμούν την επίδοση αυτή με τις πολύ χαμηλότερες επιδόσεις των άλλων χωρών της Ευρωζώνης, με ενδεικτικές αυτές της Γερμανίας και της Ιταλίας που αναμένουν ανάπτυξη μόλις 1,2% για έτος και 1,6% για το 2006.
Οι επιπτώσεις των αποτελεσμάτων των τραπεζών είναι ιδιαίτερα μεγάλες σε ότι αφορά στην πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου, καθώς ο κλάδος είναι «υπεύθυνος» σε μεγάλο βαθμό για τη διαμόρφωση τόσο του Γενικού Δείκτη, όσο και του δείκτη υψηλής κεφαλαιοποίησης.
Κατά τα επόμενα χρόνια, οι ελληνικές τράπεζες δεν προβλέπεται να αντιμετωπίσουν πρόβλημα ζήτησης, αλλά πρόβλημα κεφαλαίων, προκειμένου να συνεχίσουν να δανειοδοτούν την αυξημένη ζήτηση των πελατών τους για δάνεια.


Ελλάδα: Πολλά υποσχόμενη η Τραπεζική αγόρα
Απίστευτο κι όμως αληθινό
Η «σκληρή» Merrill Lynch αναφέρθηκε με τόσο κολακευτικά σχόλια για τις ελληνικές τράπεζες και τις μετοχές τους, έτσι ώστε οι Έλληνες να μην πιστεύουν στα μάτια τους. Έλεγε το Μάιο: «Το πρόσφατο ξεπούλημα στις τράπεζες δημιουργεί συναρπαστική ευκαιρία» υποστηρίζει στην έκθεσή του ο αμερικανικός οίκος, δίνοντας μάλιστα τιμή-στόχο τα 34 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα (όταν στο ταμπλό της Σοφοκλέους διαπραγματεύονταν μόλις στα 26,60 ευρώ) και τα 33 ευρώ για την Alpha Bank, όταν η τρέχουσα τιμή της ήταν μόλις 26,40 ευρώ.
Μα για ποιο «ξεπούλημα» μιλούσε η Merrill Lynch; Οι ελληνικές τράπεζες αφού από τον Αύγουστο του 2004 έως και τον Φεβρουάριο που μας πέρασε κέρδισαν πάνω από 50%, την ημέρα της έκθεσης της Merrill Lynch η Εθνική βρισκόταν μόλις 10,4% από το μέγιστό της, η Εμπορική 8,7%, η Eurobank 13%, η Alpha Bank 9,1% και η Τράπεζα Πειραιώς 15,3%. Οι όποιες υποχωρήσεις δηλαδή των τιμών των τραπεζικών μετοχών από τα μέγιστά τους δεν αποτελούν «ξεπούλημα», αλλά ουσιαστικά «διόρθωση», με δεδομένο το πόσο πολύ είχαν ανεβεί κατά τους προηγούμενους μήνες. Και φυσικά, από την έκθεση του αμερικανικού οίκου, αποδείχτηκε πράγματι ότι επρόκειτο περί διόρθωσης, λόγω του νέου rebound που σημειώθηκε.
Ο αμερικανικός οίκος προέβλεψε για φέτος ότι οι ελλαδικές τράπεζες θα αυξήσουν τα κέρδη τους κατά 33% και το 2006 κατά 20%. Οι «κακές γλώσσες» βέβαια ερμηνεύουν τα τόσο κολακευτικά λόγια της Merrill Lynch, αλλά και άλλων ξένων οίκων, στο γεγονός ότι είτε προσδοκούν να πάρουν «δουλειές» στην Ελλάδα, είτε προσπαθούν να δημιουργήσουν εύφορο κλίμα, προκειμένου να πουλήσουν σε άλλους, μέρος από τις πολλές μετοχές ελλαδικών τραπεζών που «φορτώθηκαν» την τελευταία διετία. Αυτά βέβαια τα λένε οι «κακές γλώσσες».
Σε κάθε περίπτωση, οι ξένοι θεσμικοί επενδυτές κατέχουν κάτι λιγότερο από το 40% των ελλαδικών blue chips και μάλιστα είναι αυτοί που πρωτοστατούν στον ημερήσιο όγκο των συναλλαγών στην Οδό Σοφοκλέους. Αλλιώς…
Σε κάθε περίπτωση επίσης, οι τράπεζες είναι ίσως ο μόνος τομέας στην Ελλάδα που αναπτύσσεται με τόσο ραγδαίους ρυθμούς:
1. Η ζήτηση για δάνεια από τα νοικοκυριά αυξάνεται ταχύτατα αν και τα επιτόκια είναι «τσουχτερά». Τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών για παράδειγμα προσεγγίζουν το 15%, όταν τα επιτόκια ταμιευτηρίου υπολείπονται του 1%. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1990 τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών ήταν μόλις διπλάσια από τα επιτόκια ταμιευτηρίου… 
2. Τα επιτόκια καταθέσεων έχουν υποχωρήσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα εκτός αν πρόκειται για πολύ μεγάλα ποσά, που δεσμεύονται για περισσότερο από ένα έτος.
3. Οι περισσότερες τράπεζες φαίνεται – όπως τουλάχιστον δηλώνουν οι ίδιες και όπως αναφέρουν οι αναλυτές – ότι μέχρι στιγμής δεν εμφανίζουν αξιοσημείωτα προβλήματα επισφαλειών.
4. Γίνονται δραστικές περικοπές κόστους, με αποτέλεσμα ο δείκτης εξόδων προς έσοδα να αποκλιμακώνεται κατακόρυφα κατά την τελευταία τριετία.
5. Μα υπάρχουν, θα πείτε, και οι δυνάμεις του ανταγωνισμού που θα έπρεπε να επηρέαζαν τα επιτόκια προς τα κάτω. Σωστά, αλλά όταν ο ρυθμός αύξησης των δανείων φτάνει ή και υπερβαίνει το 30% στο retail banking εδώ και τόσα χρόνια, ο ανταγωνισμός γίνεται σε επίπεδο προϊόντων και εξυπηρέτησης και πολύ λιγότερο στο μέτωπο των επιτοκίων. Ας μην ξεχνούμε ότι μόλις την τελευταία χρόνια έχουν εισέλθει στην ελλαδική λιανική τραπεζική αγορά αρκετοί νέοι και σημαντικοί «παίκτες», όπως η Societe Generale που εξαγόρασε τη Γενική Τράπεζα, ή η Cofidis (θυγατρική ισπανικής τράπεζας, που προωθεί καταναλωτικά δάνεια μέσω τηλεφώνου), ή ακόμη και η πέμπτη σε μέγεθος γερμανική DZ Bank, που απέκτησε το 10% της Πανελλήνιας Τράπεζας. Επί του παρόντος όμως, ο ανταγωνισμός των τραπεζών δεν έχει μεταφερθεί στο μέτωπο των επιτοκίων.
Ακόμη και το – συσσωρευμένο εδώ και χρόνια - πρόβλημα των υποχρεώσεων των τραπεζών προς τα ασφαλιστικά ταμεία δεν φαίνεται να απασχολεί τους ξένους θεσμικούς επενδυτές.


Δάνεια και ύφεση εναντίον μετοχών…
Αφού λοιπόν υπάρχει η ζήτηση και μάλιστα με υψηλά περιθώρια κέρδους, οι τράπεζες βρίσκουν πολύ πιο βολική υπόθεση να κατευθύνουν τα κεφάλαιά τους προς την καταναλωτική και τη στεγαστική πίστη, παρά να δανειοδοτούν μεγάλες επιχειρήσεις (σε πολλές από αυτές περιορίστηκαν τα πλαφόν) και παρά να επενδύουν σε μετοχές.
Η λύση λοιπόν που επέλεξαν οι τράπεζες ήταν η απορρόφηση των συγγενών τους εταιριών επενδύσεων χαρτοφυλακίου, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα δύο πράγματα:
Πρώτον, με την απορρόφηση των εταιριών επενδύσεων χαρτοφυλακίου, ουσιαστικά προχώρησαν σε αύξηση του μετοχικού τους κεφαλαίου και έτσι ανέβασαν τα «εποπτικά» τους κεφάλαια, έχοντας πλέον τη δυνατότητα από την Τράπεζα της Ελλάδος να αυξάνουν κατά δεκαπλάσιο ποσό τα δάνειά τους.
Και δεύτερον, εκμεταλλεύθηκαν το νόμο εκείνο που δίνει κίνητρα στις επιχειρήσεις που συγχωνεύονται, με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές για μια διετία.
Λόγω των δύο αυτών παραγόντων, οι τράπεζες που προχώρησαν ή αναμένεται να προχωρήσουν σε σχετικές κινήσεις ήταν η Εμπορική, η Εθνική, η Alpha, η Eurobank, η Πειραιώς, η Proton, κ.α.
Ένας ακόμη παράγοντας που πλήττει το χρηματιστήριο είναι και η γενικότερη οικονομική δυσπραγία που χαρακτηρίζει την ελλαδική οικονομία. Τα μειωμένα εισοδήματα και οι ανάγκες για αποπληρωμές δόσεων οδήγησαν κατά την τελευταία διετία σε εξαγορές μεριδίων Μετοχικών Αμοιβαίων Κεφαλαίων, παρά το γεγονός ότι οι αποδόσεις τους κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ήταν θετικές και μάλιστα σημαντικές.


Τα σχέδια των τραπεζών
Με τη ζήτηση να είναι υψηλή και διαρκώς αυξανόμενη, οι ελληνικές τράπεζες κοιτάζουν να βελτιώσουν «τα του οίκου τους», καθώς και να εδραιώσουν την παρουσία τους στο εξωτερικό, δηλαδή στα Βαλκάνια. Συγκεκριμένα, οι περισσότερες τράπεζες:
Προσαρμόζουν – στο μέτρο του δυνατού - σταδιακά το μοντέλο λειτουργία τους προς ισχυρά κεντροποιημένα σχήματα, όπου τα καταστήματα είναι μικρά σε μέγεθος και χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά ως σημεία πωλήσεων.
Αναπτύσσουν εναλλακτικά δίκτυα πωλήσεων, με στόχο την αύξηση του μεριδίου αγοράς και την ταυτόχρονη μείωση του κόστους πρόσκτησης. Οι ιδιωτικές τράπεζες μάλιστα, συνδέουν ολοένα και περισσότερο τις αμοιβές των εργαζομένων με την παραγωγικότητα.
Δουλεύουν σε βάθος στα Βαλκάνια, προκειμένου να καρπωθούν τα οφέλη που θα προκύψουν από την μελλοντική ανάπτυξη των οικονομιών αυτών (Βουλγαρία και Ρουμανία εισέρχονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2007). Η Alpha Bank για παράδειγμα έχει εξασφαλίσει ήδη υψηλή αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων στα Βαλκάνια και αναπτύσσεται περαιτέρω. Η Eurobank μέσα στο πρώτο εξάμηνο του έτους θα έχει μεταφέρει το πληροφοριακό της σύστημα σε όλες τις βαλκανικές χώρες, προκειμένου να έχει την τεχνολογική ευχέρεια να μεταφέρει το ελληνικό μοντέλο λειτουργίας και ανάπτυξής της στις χώρες αυτές. Η Εθνική Τράπεζα προβάλλει στο εξωτερικό ως «περιφερειακή δύναμη» στη Ν.Α. Ευρώπη, ενώ η Τράπεζα Πειραιώς, πέρα από τη θέση της στα Βαλκάνια, έβαλε πλώρη και για την Αίγυπτο.


Η Emporiki Bank μετά το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης που ξεκίνησε πέρυσι, φέτος έχει καταφέρει σημαντικά πράγματα στο μέτωπο του κόστους και έχει επαναφέρει το αποτέλεσμά της στην κερδοφορία.
Η επίλυση του ασφαλιστικού που αναμένεται να ολοκληρωθεί σύντομα (μέσω αύξησης κεφαλαίου) φαίνεται ότι θα σηματοδοτήσει το πέρασμα της μεγάλης αυτής Τράπεζας στον ιδιωτικό τομέα και συγκεκριμένα στα χέρια της Credit Agricole. Μια τέτοια εξέλιξη θα ξυπνήσει τον «κοιμώμενο γίγαντα» που έχει το στελεχιακό δυναμικό και την υποδομή για να πολύ καλύτερα πράγματα.


ΑΤΕ Bank: Η Αγροτική Τράπεζα, που αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα, έχει θέσει ως στόχο για την επόμενη τριετία αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων 14%-16%, δείκτη κόστους-εσόδων κάτω από 60% και ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων κάτω από το 7,5%.
Το νέο πρόσωπο της Αγροτικής Τράπεζας παρουσίασε σε ειδική εκδήλωση στην Αίγλη του Ζαππείου ο διοικητής της τράπεζας Δημήτρης Μηλιάκος.
Η αλλαγή σελίδας για την Αγροτική σηματοδοτείται καταρχάς από την αλλαγή του ονόματός της σε ΑΤΕbank και το lifting στις προσόψεις 220 καταστημάτων. Παράλληλα, πάντως, θα αξιοποιηθούν τα εναλλακτικά δίκτυα διανομής με:
α) τυποποίηση του περιβάλλοντος χώρου του δικτύου των ΑΤΜς, τα οποία μέσα στο 2005 θα φτάσουν από 584 στα 730,
β) ανανέωση των καρτών ανάληψης μετρητών ΑΤΕnet, στις οποίες έχει προβλεφθεί ιδιαίτερη έκδοση για νέους,
γ) έκδοση χρεωστικής κάρτας μέχρι το 2006,
δ) λειτουργία σύγχρονου κέντρου τηλε-εξυπηρέτησης πελατείας,
ε) δραστηριοποίηση της ΑΤΕ στο δίκτυο των ΑΤΜς, στα ηλεκτρονικά καταστήματα, στην τηλεφωνική εξυπηρέτηση, στην κινητή τηλεφωνία και στο διαδίκτυο.
Τα παραπάνω με στόχο τη βελτίωση του επιπέδου εξυπηρέτησης και τη βελτίωση των συνολικών αποτελεσμάτων της τράπεζας.
Ας μην ξεχνάμε ότι μέσα σε ένα εξάμηνο το Δημόσιο πρόκειται να πουλήσει ένα 10% της Αγροτικής, αφού θα έχει προηγουμένως ολοκληρώσει την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας, ύψους 1,25 δις. ευρώ.


Τράπεζες: Ότι δεν λύνεται... κόβεται
Καθώς τα οικονομικά των Ελλήνων επιδεινώνονται μέρα με την ημέρα και ολοένα και περισσότεροι συμπολίτες μας αδυνατούν να αποπληρώσουν τις δόσεις των δανείων τους, οι τράπεζες προχωρούν σε νέες μεθοδεύσεις, προκειμένου να αποφύγουν τις «τρύπες» των επισφαλειών στους ισολογισμούς τους. Το πρώτο «όπλο» των τραπεζών ήταν οι έντονες πιέσεις – από την πρώτη κιόλας ημέρα καθυστέρησης - που ασκούν προς τους πελάτες τους προκειμένου αυτοί να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Το αποτέλεσμα των πιέσεων αυτών ήταν αρχικά αρκετά ικανοποιητικό, καθώς οι πελάτες – υπό την πίεση των νομικών συνεπειών – είτε δανείστηκαν από συγγενικά και φιλικά τους πρόσωπα, είτε ρευστοποίησαν κάποια περιουσιακά τους στοιχεία, προκειμένου να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Ενδεικτικό είναι το στοιχείο της ρευστοποίησης μεριδίων Αμοιβαίων Κεφαλαίων κατά την τελευταία διετία, παρά το γεγονός ότι οι αποδόσεις της συγκεκριμένης επένδυσης ήταν σαφώς ικανοποιητική από την άνοιξη του 2003 έως και σήμερα.


Τα νέα «κόλπα»
Το αποτέλεσμα όμως αυτής της κίνησης έχει και τα όριά της. Η επόμενη κίνηση των τραπεζών ήταν τα προγράμματα μεταφοράς υπολοίπου, γεγονός που έδωσε παράταση αρκετών μηνών στους δανειολήπτες και μάλιστα τους «ελάφρυνε» το κόστος εξυπηρέτησης.
Ακόμη όμως και αυτό το μέτρο, το μόνο που κατάφερε ήταν η χρονική μετάθεση του προβλήματος των επισφαλειών για τις τράπεζες και μάλιστα για λίγους μόνο μήνες.
Οπότε, έρχονται τώρα οι τράπεζες, να προσφέρουν καταναλωτικά δάνεια με προσημείωση ακινήτου όπου:
1. Το ύψος του καταναλωτικού δανείου μπορεί να φτάσει σε πολλαπλάσια επίπεδα.
2. Η περίοδος του δανείου μπορεί να είναι μακροπρόθεσμη, άρα η μηνιαία αποπληρωμή του τοκοχρεολυσίου πολύ χαμηλή.
3. Οι τράπεζες έχουν ως εγγύηση το ακίνητο του πελάτη και ο πελάτης επιβαρύνεται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο, σε σχέση με το απλό καταναλωτικό δάνειο.
Σε αντίθεση με την «ευσυνείδητη» δουλειά των τμημάτων collections των τραπεζών και της δυνατότητας για μεταφορά υπολοίπων, με την προσφορά καταναλωτικών δανείων με προσημείωση ακινήτου οι τράπεζες επιτυγχάνουν πολλαπλάσιο αποτέλεσμα μετακυλίοντας κατά μερικά χρόνια το πρόβλημα των επισφαλειών, περίοδο κατά την οποία ελπίζεται ότι η οικονομία θα ανακάμψει και οι Έλληνες θα μπορέσουν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους. Στο ενδιάμεσο διάστημα δε, οι τράπεζες θα καταφέρουν να συνδυάζουν:
Ταχεία αύξηση των χορηγούμενων καταναλωτικών δανείων (πρόβλεψη για +25% φέτος) και περιορισμένες επισφάλειες, λες και τα νοικοκυριά διάγουν... βίον ανθόρπαρτον!


Καλύτερες μέρες για τους καταθέτες
Νέες κατηγορίες προθεσμιακών καταθέσεων με επιτόκια υψηλότερα από τα ισχύοντα μέχρι πρότινος, προσφέρουν οι τράπεζες, προσαρμοζόμενες στην ανοδική τάση του πληθωρισμού. Συγκεκριμένα, πρόκειται για νέες προθεσμιακές καταθέσεις και σύνθετα επενδυτικά προϊόντα ή ομολογίες που έχουν ονομαστικές αποδόσεις τουλάχιστον ίσες με τον προσδοκώμενο για το 2005 μέσο πληθωρισμό (κοντά στο 4% από 3%), δηλαδή αποδόσεις 4% και άνω. Ο αρχικός σχεδιασμός των προϊόντων αυτών έγινε και με το σκεπτικό της ανόδου των επιτοκίων στην Ευρωζώνη, έστω και αν στην πορεία η προοπτική αυτή δεν αναμένεται να επαληθευτεί, αλλά αντιθέτως να αντιστραφεί (δηλαδή να δούμε μείωση επιτοκίων).
Η αρχή για υψηλότερες αποδόσεις έγινε με νέα προϊόντα εγγυημένου κεφαλαίου, τα οποία εκτός της εξασφάλισης του αρχικού κεφαλαίου προσφέρουν και μία ελάχιστη ετήσια απόδοση.
Στο πλαίσιο αυτό, η Εθνική Τράπεζα λανσάρισε το «Κεφάλαιο Plus» με εγγύηση 100% του αρχικού κεφαλαίου, εγγυημένη απόδοση 4% για το πρώτο τρίμηνο και απόδοση ανάλογη της πορείας των επιτοκίων του δολαρίου στα επόμενα τρίμηνα, καθώς και το NBG SYNESIS Growth Strategy II, με εγγύηση το 103% του αρχικού κεφαλαίου στη λήξη του. Το NBG SYNESIS Growth Strategy II επενδύει στις μετοχές των 50 μεγαλυτέρων επιχειρήσεων της Ευρώπης και προϋποθέτει ελάχιστο ποσό κατάθεσης 1.000 ευρώ.
Η Emporiki Bank λανσάρισε το «Value Plus FTSE/ASE 11» με μέγιστη ετήσια απόδοση 5,10% και εγγύηση του αρχικού κεφαλαίου. Το προϊόν έχει διάρκεια οκτώ μηνών και απαιτεί ελάχιστο ποσό κατάθεσης 3.000 ευρώ.
Δέκα νέα επενδυτικά προϊόντα που απευθύνονται σε όλα τα βαλάντια, προσφέρει κάθε μήνα η EFG Eurobank-Ergasias. Πρόκειται για προθεσμιακές καταθέσεις για ποσά από 10.000 ευρώ και για ομόλογα για επενδύσεις άνω των 50.000 ευρώ. Οι ετήσιες αποδόσεις των προϊόντων αυτών είναι 4% - 6% όταν επενδύουν σε ευρώ και 6%-7% όταν επενδύουν σε δολάριο. Προϊόν συνδεδεμένο με την πορεία της ισοτιμίας ευρώ/δολαρίου, το οποίο προσέφερε ετήσια απόδοση 4%, ήταν και το «Alpha Capital Guarantee» της Alpha Bank.


Οι άλλες τράπεζες
Αποδόσεις μέχρι 8,50% προσφέρουν τα προϊόντα της Τράπεζας Πειραιώς. Πρόκειται για τον λογαριασμό «Πειραιώς Μέγας» που επενδύει σε μίγμα υψηλότοκων προθεσμιακών καταθέσεων και αμοιβαίων κεφαλαίων και το «Πειραιώς Diamonds» που παρέχει εγγύηση του αρχικού κεφαλαίου και απόδοση συναρτώμενη με την πορεία των διεθνών αγορών. Η Αγροτική Τράπεζα με το «Agrosafe Investment» προσφέρει προθεσμιακή κατάθεση για 5 μήνες και 14 ημέρες, με μέγιστη απόδοση 3,5% και εγγύηση του αρχικού κεφαλαίου. Τέλος, τις νέες αποταμιευτικές σειρές Junior Plus και Pension Plus, οι οποίες προσφέρουν εγγυημένες αποδόσεις, προσφέρει η Citibank σε συνεργασία με την Alico AIG Life.
Παράλληλα, προσφέρεται το προϊόν CitiFuture, το οποίο επενδύει σε αμοιβαία κεφάλαια, χωρίς προμήθειες εισόδου και εξόδου και με επενδυτικό προφίλ (συντηρητικό, ισορροπημένο, δυναμικό) αναλόγως του ρίσκου που θέλει να αναλάβει ο πελάτης. Οι επενδύσεις αυτές, οι οποίες απευθύνονται σε μακροπρόθεσμους επενδυτές, προσφέρουν και ασφαλιστική κάλυψη έναντι ατυχήματος που μπορεί να οδηγήσει σε ανικανότητα για εργασία κ.λπ. Σημειώνεται ότι η νέα τάση επένδυσης σε «καλάθια» αμοιβαίων κεφαλαίων, τα λεγόμενα funds of funds, είναι στην ουσία ένας λογαριασμός στον οποίο ο καταθέτης αγοράζει μερίδια από διάφορα αμοιβαία κεφάλαια, «συναρμολογώντας» ένα νέο αμοιβαίο του οποίου η απόδοση είναι συνάρτηση της απόδοσης όλων των αμοιβαίων που απαρτίζουν το «καλάθι».


Στεγαστικά δάνεια:Σταθερό ή κυμαινόμενο επιτόκιο
Η επιβάρυνση της αγοράς ακινήτων με νέους φόρους από 1/1/2006 και η συνεπαγόμενη αύξηση των αντικειμενικών αξιών, δημιουργεί πονοκέφαλο στους υποψήφιους αγοραστές και επιβάλει ακόμη μεγαλύτερη προσοχή στη λήψη στεγαστικών δανείων. Η σπουδή αγοράς ακινήτου πριν από την εφαρμογή των νέων μέτρων αναπροσαρμόζει και τις εκτιμήσεις των τραπεζιτών για την κίνηση στη στεγαστική πίστη, ειδικά στα δάνεια που αφορούν τα μεσαίας κατηγορίας ακίνητα, δηλαδή αξίας 200.000–270.000 ευρώ. Οι τραπεζίτες κάνουν λόγο για αύξηση των στεγαστικών δανείων στο 25% του ΑΕΠ φέτος από 20,7% το Δεκέμβριο του 2004. Ήδη τον Ιανουάριο, με βάση τα επίσημα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, καταγράφεται αύξηση των στεγαστικών δανείων με ρυθμό 25,2% από 24,8 % το Δεκέμβριο του 2004, με τις συνολικές οφειλές να διαμορφώνονται μόνο τον συγκεκριμένο μήνα στα 33,672 δις ευρώ. Πάντως, κάτι η αύξηση των τιμών κάτι η άνοδος των επιτοκίων που αναμένεται στο 4ο τρίμηνο του 2005, από το 2006 και μετά αναμένεται κάμψη στην αγορά της στεγαστικής πίστης.
Με τη γλώσσα των αριθμών
Η προοπτική αύξησης των επιτοκίων δημιουργεί μείζον θέμα για χιλιάδες δανειολήπτες που θα δουν τις μηνιαίες τους δόσεις να αυξάνονται, καθώς εκτιμάται ότι το 80% των στεγαστικών δανείων έχουν συναφθεί με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Σημειωτέον ότι εάν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αυξήσει τα επιτόκια από το 2% στο 3%, το ετήσιο κόστος για έναν μέσο δανειολήπτη που πληρώνει μηνιαία δόση στεγαστικού 740–760 ευρώ, θα είναι περίπου τα 4/5 άλλης μιας δόσης το χρόνο. Στο πλαίσιο αυτό παρατηρείται στροφή σε δάνεια σταθερού επιτοκίου αν και έχουν υψηλότερα επιτόκια κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες. Σημειώνεται ότι τα σταθερά επιτόκια που προσφέρουν οι τράπεζες για στεγαστικά δάνεια κινούνται από 2,90% - 3,70% (σταθερό διάρκειας έτους), 3,90%-4,85% (σταθερό διετούς διάρκειας), 4,40%-5,25% (σταθερό τριετούς διάρκειας), 4,50%-5,80% (σταθερό πενταετούς διάρκειας), 5,95%-6,50% (σταθερό δεκαετούς διάρκειας), 5,30%-6,80% (σταθερό 15 ετών), ενώ δάνεια με σταθερό επιτόκιο για 7 έτη προσφέρουν μόνο η Alpha Bank (5,60%) και η Ελληνική Τράπεζα (3,5% για το πρώτο έτος και 6,5% για τα υπόλοιπα). Τα κυμαινόμενα επιτόκια κινούνται από 3,60%-5,95% και υπάρχουν επίσης κυμαινόμενα επιτόκια συνδεδεμένα με το euribor πλέον περιθωρίου από 1,50%-3,45% αναλόγως του ποσού του δανείου και του προφίλ του πελάτη. Πάντως, αν η αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ είναι μικρή, ίσως να μην συμφέρει τον δανειολήπτη να «κλειδώσει» το δάνειό του σε σταθερό επιτόκιο, ενώ όφελος δεν θα έχει πάλι αν η αύξηση του επιτοκίου του ευρώ γίνει πολύ αργά. Σε γενικές γραμμές εκτιμάται ότι αν τα επιτόκια αυξηθούν κατά 1 μονάδα μέσα στο 2005, τότε το κόστος εξυπηρέτησης ενός δανείου με σημερινό σταθερό επιτόκιο δεν θα διαφέρει και πολύ από ένα κυμαινόμενου επιτοκίου το 2005. Αν όμως η άνοδος συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, τότε σαφώς συμφέρει να εξοφλεί κανείς το δάνειό του με το σημερινό σταθερό επιτόκιο αντί για το κυμαινόμενο του 2006 ή του 2007.
Αποπληρωμή στα γεράματα!
Εν τω μεταξύ, οι τράπεζες προσεγγίζουν τώρα και τους καταναλωτές ηλικίας 18–35 ετών, οι οποίοι λόγω χαμηλότερων εισοδημάτων δεν μπορούν εύκολα να αποκτήσουν σπίτι, και τους προσφέρουν δάνεια με ορίζοντα αποπληρωμής ακόμη και 40 χρόνια.
 Έτσι, ένας νεοεισερχόμενος στην αγορά εργασίας με μηνιαίο εισόδημα 900 ευρώ που δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σε μία μηνιαία δόση 740 ευρώ για στεγαστικό 100.000 ευρώ με διάρκεια 15 ετών και επιτόκιο 3,9%, μπορεί να διαμορφώσει την δόση στα 480 ευρώ αν επιμηκύνει τον ορίζοντα αποπληρωμής στα 30 χρόνια ή ακόμα και στα 420 ευρώ για περίοδο αποπληρωμής στα 40 χρόνια. Ασχέτως του ότι θα πληρώνει το δάνειο για μια ζωή και θα επιστρέψει στην τράπεζα διπλάσιο το ποσό που δανείστηκε!..     Ν.Μ.


Δάνεια με προσημείωση ακινήτου
Άμεσο αντίκτυπο στη λήψη καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών έχει πλέον η ακρίβεια που μαστίζει την αγορά, με τους πελάτες των τραπεζών να βάζουν φρένο στις καταναλωτικές τους επιθυμίες και τις τράπεζες να προσπαθούν να αντισταθμίσουν τις απώλειες στα χαρτοφυλάκια καταναλωτικής πίστης με περισσότερα στεγαστικά δάνεια. Σημειώνεται ότι τα στεγαστικά δάνεια «τρέχουν» τελευταία με ακόμη γρηγορότερους ρυθμούς λόγω της επικείμενης αύξησης των αντικειμενικών αξιών και της επιβολής ΦΠΑ στα ακίνητα από 1/1/2006. Στο πλαίσιο αυτό, μια νέα τάση έχει κάνει την εμφάνισή της στην πολιτική χορηγήσεων των τραπεζών, η οποία παρέχει και μεγαλύτερη εξασφάλιση έναντι κινδύνων από τη μη αποπληρωμή καταναλωτικών δανείων. Πρόκειται για τα ανοικτά καταναλωτικά δάνεια που χορηγούνται με προσημείωση ακινήτου του δανειολήπτη, τα οποία κερδίζουν έδαφος και στις προτιμήσεις των πελατών των τραπεζών καθώς προσφέρονται με ιδιαίτερα ελκυστικά επιτόκια. Συγκεκριμένα, το επιτόκιό τους ξεκινά από 5% και δεν ξεπερνά τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων, ενώ παράλληλα χορηγούνται στον πελάτη χωρίς να απαιτούνται δικαιολογητικά για την χρήση του κεφαλαίου. Η ζήτηση για τα εν λόγω δάνεια είναι υψηλή και εξαιτίας του γεγονότος ότι στην Ελλάδα το ποσοστό ιδιοκατοίκησης είναι υψηλό (85%), πράγμα που σημαίνει ότι σχεδόν κάθε δανειολήπτης έχει ακίνητη περιουσία για προσημείωση… Όπως αναφέρουν τραπεζίτες, οι περισσότεροι που ζητούν καταναλωτικά δάνεια έναντι προσημείωσης ακινήτου το κάνουν είτε για να εξοφλήσουν παλαιότερα δάνεια με υψηλότερα επιτόκια είτε για να συμπληρώσουν ποσό για την αγορά ή επισκευή κατοικίας είτε ακόμα και για να αγοράσουν έργα τέχνης, σκάφη κ.λπ. Σημειωτέον ότι στα δάνεια αυτά το ποσό που χορηγείται είναι συνήθως άνω των 50.000 ευρώ.
Καταναλωτικά δάνεια με προσημείωση ακινήτου χορηγεί η Emporiki Bank με επιτόκιο 7,25% για ποσό μέχρι 50.000 ευρώ και 6,75% για ποσό άνω των 50.000 ευρώ και μέχρι 100.000 ευρώ, το οποίο είναι και το μάξιμουμ ποσό που χορηγεί η τράπεζα μέσω της συγκεκριμένης κατηγορίας δανείων. Η Τράπεζα Πειραιώς με το προϊόν Κίνηση Ακινήτου προσφέρει ανοικτό δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο που ξεκινά από 5%. Η Aspis Bank χορηγεί σχετικό δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο 5,45% για ποσό μέχρι 500.000 ευρώ. Ανάλογου τύπου δάνεια χορηγούν η Citibank με κυμαινόμενο επιτόκιο 5,40% και η Λαϊκή Τράπεζα με 7,50%.
Σημειώνεται ότι σε γενικές γραμμές η μηνιαία δόση ενός καταναλωτικού δανείου ύψους 100.000 ευρώ χωρίς προσημείωση ακινήτου και για διάρκεια 10 ετών διαμορφώνεται στα 1.320 ευρώ, ενώ με προσημείωση ακινήτου η μηνιαία δόση πέφτει στα 1.080 ευρώ. Πάντως, τα καταναλωτικά δάνεια με εγγύηση το ακίνητο δεν συμφέρουν έναντι των στεγαστικών δανείων και αυτό διότι: α) ο δανειολήπτης χάνει τις φοροαπαλλαγές που προβλέπονται για τα στεγαστικά δάνεια, β) το επιτόκιο του καταναλωτικού δανείου με προσημείωση επιβαρύνεται με εισφορά 0,6% έναντι εισφοράς 0,12% στα στεγαστικά δάνεια και γ) τα έξοδα έγκρισης των καταναλωτικών δανείων με προσημείωση στο ακίνητο είναι υψηλότερα από τα έξοδα προέγκρισης στεγαστικού δανείου. Το χαρακτηριστικό των δανειοληπτών που στρέφονται στα καταναλωτικά δάνεια με προσημείωση ακινήτου είναι ότι τα αντιμετωπίζουν ως στεγαστικά δάνεια. Όπως αναφέρουν στελέχη τραπεζών, πρόκειται για πολύ συνετούς πελάτες, οι οποίοι δανείζονται για να καλύψουν συγκεκριμένες ανάγκες τους και δεν ρισκάρουν να αφήσουν απλήρωτη δόση στο δάνειό τους, καθώς έχουν προσημειώσει ακίνητη περιουσία τους. Ετσι λοιπόν, στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, τα δάνεια αυτά «συμπεριφέρονται» όσον αφορά στον τρόπο αποπληρωμής όπως τα στεγαστικά δάνεια.   Ν.Μ.


Κυπριακές Τράπεζες:
Κρατούν χαμηλούς τόνους
Πολιτική χαμηλών τόνων ακολούθησε η διοίκηση της Τράπεζας Κύπρου, παρά τα πολύ καλά αποτελέσματα που ανακοίνωσε για το πρώτο φετινό τρίμηνο. Το πόσο καλά ήταν τα αποτελέσματα μπορεί να προκύψει από τα παρακάτω:
1. Τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν κατά 49% και ο δείκτης εξόδων προς έσοδα υποχώρησε κάτω από το 60%, έναντι 62,3% για το 2004. Στην περίπτωση δηλαδή που συνεχιστεί η τάση του πρώτου τριμήνου και για τους υπόλοιπους εννέα μήνες του έτους (που λίγο έως πολύ κάπως έτσι προβλέπεται ότι θα γίνει), η Τράπεζα Κύπρου έχει υλοποιήσει το 50% του συνόλου των στόχων που είχε θέσει για την τριετία 2005-2007.
2. Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 20%, ποσοστό ιδιαίτερα υψηλό.
3. Οι προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις υποχώρησαν ως ποσοστό επί των χορηγήσεων, πράγμα που σημαίνει ότι όλα βαδίζουν υπό έλεγχο.
4. Συνεχίστηκε με ταχύτατους ρυθμούς η ανάπτυξη στην Ελλάδα (έγιναν πράξη τα 100 καταστήματα, με στόχο τα 120 στις αρχές του 2006) και για το λόγο αυτό η κερδοφορία της Ελλάδας παρέμεινε σταθερή στα περυσινά επίπεδα. Σύμφωνα με τη διοίκηση του Συγκροτήματος, τα φετινά κέρδη της Ελλάδας προβλέπεται να είναι αυξημένα σε σχέση με τα περυσινά, αλλά όχι με τους ρυθμούς του παρελθόντος, λόγω των μεγάλων εξόδων για επενδύσεις).
Η ώθηση λοιπόν των κερδών δόθηκε κυρίως από την Κύπρο, όπου το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο διευρύνθηκε, ενώ παράλληλα έγιναν συγκεκριμένες κινήσεις για τον περιορισμό του ρυθμού αύξησης του λειτουργικού κόστους (περιορισμός προσωπικού κατά 80 άτομα σε σχέση με πέρυσι και παράλληλα, «κοσκίνισμα» διαφόρων κατηγοριών εξόδων που αναμένεται να αποδώσει φέτος γύρω στα 5 εκατ. λίρες, όπως δήλωσε ο Χαρίλαος Σταυράκης, Αναπληρωτής Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής του Συγκροτήματος).
Παρόλα αυτά, η διοίκηση της Τράπεζας ήταν ιδιαίτερα συγκρατημένη. «Δεν παραγνωρίζουμε τις δυσκολίες που θα συναντήσουμε στο δρόμο για την επίτευξη των στόχων μας» απάντησε ο Πρώτος Γενικός Διευθυντής του Συγκροτήματος κος Γιάννης Κυπρή, συμπληρώνοντας πάντως ότι οι τριετείς στόχοι μιλούσαν για αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων πάνω από το 13% και για δείκτη εξόδων προς έσοδα κάτω από 58%. 
Η νέα διοίκηση της Τράπεζας υπό τον κ. Αντρέα Ηλιάδη μπορεί μεν να βλέπει ότι η δουλειά που γίνεται αποδίδει σημαντικά, μπορεί να είναι σαφώς ικανοποιημένη από το γεγονός ότι η λίρα εντάχτηκε στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ και μάλιστα χωρίς υποτίμηση όπως είχε γίνει με άλλες χώρες, αλλά από την άλλη πλευρά γνωρίζει καλά ότι οι δείκτες των κυπριακών τραπεζών υπολείπονται κατά πολύ από αυτούς των ευρωπαϊκών τραπεζών.
Η Eurobank και η Alpha Bank για παράδειγμα, αναμένεται φέτος να σημειώσουν δείκτη εξόδων προς έσοδα γύρω ή και κάτω από το 50%, ενώ οι αποδοτικότητες των ιδίων κεφαλαίων τους προβλέπεται ότι θα ξεπεράσουν το 20%. Κάτω λοιπόν από αυτές τις συνθήκες, χρειάζεται το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων για τις νέες συλλογικές συμβάσεις θα πρέπει να κινηθεί στα πλαίσια της συλλογικής σύμβασης των δημοσίων υπαλλήλων, όπως άφησε να εννοηθεί ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας κ. Χρ. Χριστοδούλου.
Απαντώντας πάντως σε σχετική ερώτηση, ο κ. Αντρέας Ηλιάδης προτίμησε μια αόριστη τοποθέτηση, μη θέλοντας να πάρει επισήμως θέση σε μια διαπραγμάτευση που βρίσκεται υπό εξέλιξη.
Αντίθετα, η Τράπεζα Κύπρου δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα σε περίπτωση μείωσης των επιτοκίων στην Κύπρο, γιατί έχει σημαντικές θέσεις σε μακροπρόθεσμα χρεόγραφα σταθερού επιτοκίου (γύρω στα 250 εκατ. λίρες), που θα της εξασφαλίσουν υψηλές υπεραξίες και επιτόκια υψηλότερα από εκείνα που θα επικρατήσουν μελλοντικά, εφόσον τα κυπριακά επιτόκια ακολουθήσουν την κατιούσα.


Η στρατηγική
Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι στα σχέδια που γίνονται για το βαλκανικό άνοιγμα της Τράπεζας Κύπρου στα Βαλκάνια, η διοίκηση φέρεται να εξετάζει μόνο σενάρια, τα οποία θα φέρουν break even στο δεύτερο, το πολύ στο τρίτο έτος δραστηριότητας. Θα αποφευχθούν δηλαδή σενάρια που θα συνεπάγονται απώλειες για μια μακρά σειρά ετών.
Το θέμα πάντως των Βαλκανίων θα συζητηθεί σε επίπεδο συμβουλίου κατά τους επόμενους μήνες, οπότε θα ληφθούν και αποφάσεις που θα τεθούν προς έγκριση στην Κεντρική Τράπεζα.
Στην Κύπρο, θα μεταφερθεί το μοντέλο λειτουργίας της Ελλάδας, που θέλει κεντροποίηση των περισσότερων υπηρεσιών και χρησιμοποίηση των καταστημάτων ως σημεία πώλησης, με ολιγάριθμο προσωπικό. Αυτή η κίνηση θα δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας και περιθώρια για περαιτέρω εξοικονόμηση θέσεων εργασίας.
Σε ότι αφορά στην Ελλάδα, τα πράγματα είναι ξεκαθαρισμένα εδώ και καιρό: 5% μερίδιο αγοράς έως το 2007, έναντι 3,7% στις χορηγήσεις και του 3,8% στις καταθέσεις που είναι τα τρέχοντα μερίδια.
Η τραπεζική αγορά της Ελλάδας συνεχίζει να είναι πολύ «δυνατή» και να αναπτύσσεται με πολύ ταχείς ρυθμούς και έτσι η αύξηση του μεριδίου στο 5%, θα σημάνει μια πολύ μεγαλύτερη ανάπτυξη εργασιών από αυτή που προκύπτει από τη σύγκριση των δύο ποσοστών.
 


Λαϊκή-Ελληνική
Πολύ ικανοποιητικά αποτελέσματα ανακοίνωσε και η Λαϊκή Τράπεζα κατά το πρώτο φετινό τρίμηνο και όλα δείχνουν ότι οι ανοδικοί ρυθμοί των κερδών θα συνεχιστούν έως το τέλος του έτους. Αύξηση χορηγήσεων, ταχεία βελτίωση λειτουργικών αποτελεσμάτων, κινήσεις για περιορισμό κόστους και συνέχιση της επέκτασης στην Ελλάδα, αποτελούν τις κυριότερες εξελίξεις για τη Λαϊκή Τράπεζα.
Η διοίκηση του Συγκροτήματος μελετά το ενδεχόμενο αύξησης κεφαλαίου με καταβολή μετρητών μέσα στο 2005, προκειμένου να αυξηθεί ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας και έτσι να μπορεί να αυξήσει δραστικά τις χορηγήσεις της.
Η Ελληνική Τράπεζα ταλαιπωρήθηκε με τις απρόσμενα αυξημένες περυσινές επισφάλειές της, αλλά και μέχρι τώρα με τα προβλήματα στην κορυφή της διοικητικής της πυραμίδας. Ελπίζεται ότι η αντικατάσταση του προέδρου της και η εφαρμογή των αρχών της εταιρικής διακυβέρνησης θα βοηθήσει στην εύρυθμη μελλοντική πορεία της Τράπεζας.
Μετά τις περυσινές ζημιές, τα κέρδη του πρώτου τριμήνου αυξήθηκαν κατά 115%.


Ο ανταγωνισμός με τον συνεργατισμό
Ένα σημαντικό στοιχείο για τον τραπεζικό κλάδο στην Κύπρο που ελάχιστα (ή και καθόλου) συζητείται από τις εμπορικές τράπεζες είναι αυτό των μεριδίων αγοράς. Ενώ το μερίδιο της Τράπεζας Κύπρου υπολογίζεται γύρω στο 40% μεταξύ των εμπορικών τραπεζών, το ποσοστό αυτό μειώνεται σημαντικά αν συνεκτιμηθεί και η παρουσία των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (Σ.Π.Ι.). Και επειδή τα Σ.Π.Ι. δεν δραστηριοποιούνται σημαντικά στις δανειοδοτήσεις μεγάλων επιχειρήσεων, το μερίδιο αγοράς των τραπεζών στο πλέον κερδοφόρο κομμάτι της αγοράς, στο retail banking, είναι ακόμη πιο μικρό. Για παράδειγμα, στα στεγαστικά δάνεια, η Τράπεζα Κύπρου πρέπει να κατέχει ένα μερίδιο που σε γενικές γραμμές δεν απέχει πολύ από το 20% και στα καταναλωτικά δάνεια, ένα μερίδιο χαμηλότερο του 25%.
Άρα λοιπόν, τόσο η Τράπεζα Κύπρου, όσο και οι υπόλοιπες εμπορικές τράπεζες (Λαϊκή, Ελληνική, Alpha, Emporiki, κ.α.) θα μπορούσαν να ελπίζουν σε αύξηση του μεριδίου αγοράς τους, στο βαθμό που θα χάσει μερίδια ο μεγαλύτερος «παίκτης» της αγοράς που είναι σήμερα ο συνεργατισμός.
Είναι δυνατόν όμως να χάσει μερίδια αγοράς ο συνεργατισμός, ο οποίος μάλιστα τα τελευταία χρόνια πηγαίνει από το καλό στο καλύτερο, σε ότι αφορά την προσέλκυση πελατών.
Ενδεικτική είναι η αναφορά του κ. Χριστοδούλου στην Ετήσια Έκθεση της Κεντρικής Τράπεζας, όπου τα Π.Σ.Ι. ανέβασαν πέρυσι τα μερίδια αγοράς τους. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, σε ότι αφορά λοιπόν τις καταθέσεις σε κυπριακές λίρες, στα ΣΠΙ αυξήθηκαν κατά 6,5% και στις εμπορικές τράπεζες μόνο κατά 2,8%. Έτσι, το μερίδιο αγοράς τους ανέβηκε από το 36,2% στο 37%, ενώ σε ότι αφορά στις χορηγήσεις σε λίρες αυξήθηκε πέρυσι στο 29%, έναντι του 28% το 2003.
Παρόλα αυτά, αρκετοί πιστεύουν πως ναι, τα Π.Σ.Ι. είναι πολύ πιθανόν να χάσουν μερίδια αγοράς στο μέλλον, αν συνεκτιμηθεί ότι τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα έχουν μπροστά τους να επιλύσουν προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας, αλλά και προσαρμογής στα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ, προβλήματα που οι εμπορικές τράπεζες αντιμετώπισαν (με απώλειες) κατά τη διετία που μας πέρασε.


EUROHYPO AG:
Ποιά προϊόντα
προσφέρει στη χώρα μας
Η Eurohypo είναι μία σχετικά καινούργια τράπεζα, που ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 2002, μετά από απόφαση των Deutsche Bank, Commerzbank και Dresdner Bank (Όμιλος Allianz) να συγχωνεύσουν τις θυγατρικές τους κτηματικές τράπεζες, οι οποίες δραστηριοποιούνταν στο χώρο για 100 χρόνια περίπου. Οι αντίστοιχες συμμετοχές των τριών τραπεζών στη Eurohypo είναι 37,72%, 31,84% και 28,28%, με το 1,96% των μετοχών να διαπραγματεύεται στο Χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης.
Σήμερα, η Eurohypo είναι η πέμπτη μεγαλύτερη ιδιωτική τράπεζα στη Γερμανία, με ενεργητικό που ξεπερνάει τα _220 δις. H Eurohypo είναι ο μεγαλύτερος χρηματοδότης ακινήτων στην Ευρώπη, με παρουσία σε 17 Ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και στις Η.Π.Α..
Το Ελληνικό Yποκατάστημα είναι το πιο πρόσφατο στο δίκτυο της Eurohypo, και ξεκίνησε επίσημα τη δραστηριότητά του τον Ιούλιο του 2004, μετά από σχετική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η Eurohypo δραστηριοποιείται στο χώρο της χρηματοδότησης εμπορικών και επαγγελματικών ακινήτων, όπως εμπορικά κέντρα, κτίρια γραφείων, κτίρια logistics / αποθήκες, και ξενοδοχείων πόλης / business hotels.


Πελάτες τριών κατηγοριών
Οι πελάτες της Eurohypo στην Ελλάδα ανήκουν σε 3 βασικές κατηγορίες:
Ξένοι επενδυτές που δραστηριοποιούνται ήδη ή πρόκειται να δραστηριοποιηθούν στην Ελλάδα.
Μεγάλες ελληνικές εταιρίες που επενδύουν σε ακίνητα.
Εταιρίες που κατέχουν ή θέλουν να αγοράσουν ιδιόκτητα κτίρα, που θα χρησιμοποιηθούν από την ίδια την εταιρία, π.χ. γραφεία, αποθήκες, ξενοδοχεία. Μπορεί να είναι μεγάλες εμπορικές ή πολυεθνικές εταιρίες. 
Η Eurohypo προσφέρει δάνεια για αγορά ακινήτων εισοδήματος από επενδυτές ή αγορά ιδιόκτητων ακινήτων από χρήστες, δάνεια για την αναχρηματοδότηση υφιστάμενων δανείων σε ακίνητα, και δάνεια για την ανάπτυξη εμπορικών και επαγγελματικών ακινήτων. Το ελάχιστο ποσό δανείου που εξετάζεται είναι στα 15 εκατ. ευρώ, ενώ υπάρχει η δυνατότητα εκχώρησης και μεγάλων δανείων, π.χ. 70 – 100 εκατ. ευρώ, χωρίς την ανάγκη για κοινοπραξία με άλλες τράπεζες.
Για την ελληνική αγορά, έχει ετοιμαστεί σχήμα χρηματοδότησης με ομολογιακό δάνειο, σύμφωνα με τον νόμο 3156/2003. Τέτοιο δάνειο προσφέρει το πλεονέκτημα ότι δεν υπάρχει η εισφορά 0,6% στο επιτόκιο του νόμου 128/1975, και επίσης δεν υπάρχουν έξοδα εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης.
Ο Διευθυντής του Ελληνικού Υποκαταστήματος της Eurohypo, κος Κυριάκος Ευαγγέλου, δήλωσε ότι «είμαστε πολύ ικανοποιημένοι με τη μέχρι σήμερα πορεία της τράπεζας στην ελληνική αγορά, καθώς υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για χρηματοδότηση από Έλληνες και ξένους επενδυτές. ‘Εχουμε ήδη χρηματοδοτήσει εμπορικά ακίνητα ύψος 70 εκατ. ευρώ, και έχουμε συμφωνήσει να δανείσουμε άλλα περίπου 70 εκατ. ευρώ. Τα περισσότερα δάνεια αφορούν αναχρηματοδότηση υφιστάμενων χρηματοδοτήσεων, καθώς οι όροι που προσφέρουμε φαίνεται να είναι ανταγωνιστικοί. Παράλληλα, συζητάμε και μερικά έργα ανάπτυξης, όπως εμπορικά κέντρα και κτίρια γραφείων».  
Η  Eurohypo τώρα σχεδιάζει την επέκτασή της στην Τουρκία, Κύπρο και στο χώρο των Βαλκανίων, και σύντομα θα είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει ακίνητα σε αυτές τις χώρες.

  Περιεχόμενα
Αφιέρωμα: ΕΝΕΡΓΕΙΑ: ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΣΕ ΠΟΛΛΑ ΜΕΤΩΠΑ
¶ρθρο: Bαθμολογώντας τα αμοιβαία κεφάλαια
¶ρθρο: Επενδύσεις σε Έργα Τέχνης
¶ρθρο: Κύπρος: Εθνικός στόχος η οικονομική επιτυχία
¶ρθρο: Μέθοδοι Ενοποίησης Λογιστικών Καταστάσεων & Εταιριών
Αφιέρωμα: ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ:ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΡΚΕΤΑ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΚΙΝΗΤΗ ΤΗΛΕΦΩΝΙΑ: ΑΝΤΑΜΕΙΒΕΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΤΕΣ
ΤΡΑΠΕΖΕΣ: ΟΔΗΓΟΥΝ ΤΟΜΕΣ ΚΑΙ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
Editorial: Επιτέλους, κάτι κινείται!
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΓΟΡΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ
Επενδύσεις: Αγορές: Βλέπουν οικονομία δύο ταχυτήτων
Επενδύσεις: Διαχρονική μετατόπιση της καμπύλης επιτοκίων

 Όροι και προϋποθέσεις του site