Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Μάιος 2005                               Τεύχος 310

ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ:
ΜΙΚΡΟΙ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ!
Οι πρόσφατες εξελίξεις με τα γιαούρτια της Φάγε έδειξαν πόσο δύσκολη μπορεί είναι πραγματικά η αγορά του γάλακτος, καθώς οι απαιτήσεις για ποιότητα και υγιεινή έχουν αυξηθεί κατακόρυφα και έτσι μπορεί να δυσφημιστεί έντονα ακόμη και μια εταιρία όπως η Φάγε, που επί τόσα χρόνια, «δεν είχε δώσει δικαίωμα».
Η ουσία είναι ότι ο ανταγωνισμός στο χώρο του γάλακτος είναι πολυμέτωπος:
Μεγάλες εταιρίες εναντίον μεγάλων
Μικρές εναντίον μεγάλων κυρίως σε περιφερειακό επίπεδο, αλλά τελευταία και στην Αττική.
Κομβικό σημείο στον ανταγωνισμό είναι και οι σχέσεις των βιομηχανιών του κλάδου με το λιανεμπόριο και ιδιαίτερα με τις μεγάλες αλυσίδες super market, μέσω των οποίων υλοποιείται σημαντικό ποσοστό του τζίρου, χωρίς βέβαια να υποτιμώνται και οι «μάχες» που δίδονται μεταξύ των εταιριών στα ψυγεία των περιπτέρων.
Οι κυριότερες εξελίξεις που συνέβησαν το τελευταίο διάστημα στις αγορές είναι:
Η δυναμική είσοδος της Friesland στην αγορά του γιαουρτιού, κερδίζοντας σημαντικά μερίδια αγοράς στις περιοχές που δραστηριοποιείται και δευτερευόντως της Κρι-Κρί. Αποτέλεσμα των παραπάνω κινήσεων ήταν να τονωθεί η ζήτηση για το γιαούρτι, αλλά και ουσιαστικά από πλευράς μεριδίων αγοράς να πληγεί μόνο η Φάγε. Και φυσικά δεν αναφερόμαστε μόνο στο τελευταίο διάστημα λόγω της επιπτώσεων από την εύρεση αλλοιωμένων προϊόντων, αλλά από τότε που η Friesland εισήλθε στην αγορά. Παράγοντες της αγοράς υποστηρίζουν ότι το γεγονός ότι η Φάγε δεν ακολούθησε στις προσφορές της Νουνού και της Δέλτα, της στοίχισε σημαντικά. Άλλη σημαντική εξέλιξη ήταν η ανακοίνωση για συναινετικό διαζύγιο μεταξύ του Ομίλου Δέλτα και της πολυεθνικής Danone. Η συγκεκριμένη στρατηγική συνεργασία είχε ξεκινήσει με υψηλούς στόχους κατά τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, πλην όμως τα αποτελέσματά της ήταν πενιχρά, ενώ επιπλέον εμπόδιζε τον ελληνικό όμιλο να επεκταθεί στα Βαλκάνια, λόγω του ότι η Danone διέθετε ήδη εκεί παρουσία. Τώρα λοιπόν, η Δέλτα θα επιχειρήσει το βαλκανικό της εγχείρημα, έχοντας ως στήριγμα το ήδη υπάρχον δίκτυο της Δέλτα Παγωτού. Με τον τρόπο αυτό, θα δημιουργηθούν οικονομίες κλίμακας και έτσι θα μειωθεί το υψηλό λειτουργικό κόστους ενός δικτύου σε τόσες χώρες που στο μεγαλύτερο βαθμό του εξυπηρετεί μόνο το παγωτό, ένα εποχιακό μάλιστα προϊόν.
Στο παγωτό, οι υπεύθυνοι των εταιριών δεν θα θέλουν να θυμούνται την περυσινή χρονιά, καθώς λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών, η κατανάλωση μειώθηκε σημαντικά. Δεν είναι τυχαίο που η ηγέτιδα Δέλτα Παγωτού που αύξησε το μερίδιο αγοράς της, είδε τις πωλήσεις της να μειώνονται. Μεγαλύτερες ήταν οι απώλειες της εταιρίας στο εξωτερικό (Βαλκάνια), καθώς οι εκεί καιρικές συνθήκες ήταν ακόμη δυσμενέστερες. Η αγορά του παγωτού γενικότερα παρουσίασε τα τελευταία χρόνια μια ανάκαμψη που κυρίως αφορούσε τα προϊόντα υψηλής τιμής, πλην όμως η γενικότερη οικονομική δυσπραγία προβληματίζει τους παράγοντες της αγοράς. Απέναντι, σ’ αυτή την κατάσταση, οι εταιρίες μελετούν το ενδεχόμενο περικοπών κόστους. Η Δέλτα Παγωτού για παράδειγμα, εκτός των άλλων, μελετά δύο κινήσεις, προκειμένου να γίνουν πιο αποδοτικές οι επενδύσεις της στα Βαλκάνια. Πρώτον, μετά την επικείμενη ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2007, να περιορίσει από τρεις σε δύο τις εκεί παραγωγικές της μονάδες, καθώς δεν θα υπάρχει το αντικίνητρο των εισαγωγικών δασμών που υπάρχει σήμερα.
Στην αγορά του γάλακτος, αυτή καθ’ εαυτή, παρατηρείται μια πτώση του μεριδίου αγοράς του εβαπορέ (παλαιότερα αποτελούσε το 50% και τώρα γύρω στο 35% με φθίνουσα τάση) προς όφελος του φρέσκου γάλακτος. Μια δεύτερη εξέλιξη είναι η έμφαση που δίδεται τελευταία στην αγορά του γάλακτος μακράς διάρκειας, ενώ επίσης σημαντικός ανταγωνισμός έχει ξεκινήσει και σε επίπεδο τιμών, με δεδομένο ότι η τιμή του γάλακτος στην Ελλάδα είναι ακριβότερη από αυτή του εξωτερικού. Τα πράγματα για τον κλάδο πιθανόν να επηρεαστούν και από το πρόστιμο που επεβλήθη στα μεγάλα super market από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, καθώς είναι πιθανόν να περιοριστούν οι εκπτώσεις. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό της αγοράς είναι ότι αρκετές μικρότερες εταιρίες που μέχρι πρότινος δραστηριοποιούνταν σε περιφερειακό επίπεδο, χτυπούν πλέον και την αγορά της Αττικής, κερδίζοντας κάποια μερίδια αγοράς από τους μεγάλους.


Κλάδος και χρηματιστήριο
Σε χρηματιστηριακό επίπεδο, τρεις μετοχές του κλάδου είναι εισηγμένες στη Σοφοκλέους: η Δέλτα Συμμετοχών (με κυριότερες θυγατρικές τη Δέλτα Γάλακτος, τη Δέλτα Παγωτού, τον Μπάρμπα Στάθη, τα Goody’s και την κυπριακή γαλακτοβιομηχανία Χαραλαμπίδη, η Δέλτα Παγωτού, καθώς και η γαλακτοβιομηχανία Κρι-Κρί. Η τελευταία έχει έδρα το νομό Σερρών (από τους περισσότερο γαλακτοπαραγωγούς νομούς της χώρας) και δραστηριοποιείται στο γάλα, στο παγωτό και στο γιαούρτι (άρχισε επιτυχημένα από το «οικογενειακό» και επεκτάθηκε και στο ατομικό, προσδοκώντας αύξηση μεριδίων στην απαιτητική αγορά της Αττικής, αλλά και σε άλλους νομούς). Οι μετοχές του κλάδου έχουν καταφέρει να επιτύχουν πορεία καλύτερη του μέσου όρου, μειονέκτημά τους όμως είναι η χαμηλή τους εμπορευσιμότητα (κυρίως για Δέλτα Παγωτού και Κρι-Κρί).


ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
Η βιομηχανία παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων αποτελεί σημαντικό τμήμα της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων και ποτών με μερίδια σε βασικά μεγέθη που ξεπερνούν το 15% του συνόλου, ενώ καταλαμβάνει σημαντικό μέρος του συνολικού μεταποιητικού τομέα της χώρας. Με ετήσιο τζίρο που ανέρχεται σε 2,5 δισ. ευρώ και διαρκώς αυξάνεται, η ελληνική αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων αλλάζει ραγδαία, καθώς νέοι παίκτες και τοπικές γαλακτοβιομηχανίες απειλούν σοβαρά πλέον την κυριαρχία των παραδοσιακά μεγάλων παικτών. Όπως αναφέρει σχετική έρευνα της ICAP, στις γαλακτοκομικές επιχειρήσεις συμπεριλαμβάνεται ένας σημαντικός αριθμός παραγωγικών μονάδων, οι οποίες διαφέρουν μεταξύ τους τόσο όσον αφορά στο μέγεθος όσο και στον τρόπο οργάνωσης της παραγωγικής τους δυναμικότητας. Επιπρόσθετα, σημειώνεται πως διαφέρουν και όσον αφορά στο εύρος, καθώς και στην οργάνωση του δικτύου διανομής τους. Την «αιχμή του δόρατος», σύμφωνα με την ίδια έρευνα, αποτελούν τα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας και μακράς διαρκείας, όπως το γάλα υψηλής παστερίωσης, το εμπλουτισμένο συμπυκνωμένο γάλα, τα γιαούρτια με χαμηλά λιπαρά και πρόσθετα, καθώς και τα γαλακτοκομικά προϊόντα υψηλών προδιαγραφών και θρεπτικής αξίας για παιδία. Η ICAP επισημαίνει πως οι επιχειρήσεις του κλάδου "εκμεταλλευόμενες" την θετική ανταπόκριση των καταναλωτών στα "νέα" προϊόντα επένδυσαν σε πρωτότυπες συσκευασίες και καινοτόμα προϊόντα, με σκοπό την αύξηση της κατανάλωσης και την διατήρηση ή/και ενίσχυση της θέσης τους στην αγορά. Είναι σημαντικό πως οι μεγάλου μεγέθους βιομηχανικές επιχειρήσεις καλύπτουν σημαντικό μέρος της συνολικής αγοράς γαλακτοκομικών προϊόντων, ενώ οι μικρές παραγωγικές μονάδες, οι οποίες ασχολούνται κυρίως με τα παραδοσιακά προϊόντα εξυπηρετούν την τοπική αγορά στην οποία δραστηριοποιούνται, συμπληρώνει η ίδια έρευνα.
Παράλληλα, σημειώνεται πως στη συνολική αγορά γάλακτος κατανάλωσης, το γάλα υψηλής παστερίωσης, παρουσίασε τον υψηλότερο ρυθμό μεταβολής, καθώς το μέγεθος κατανάλωσης υπερδιπλασιάστηκε την πενταετία 1998-2002. Η εγχώρια κατανάλωση φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος με διαχρονική αύξηση την περίοδο 1994-2002 εμφάνισε μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής της τάξεως του +3%, ενώ το γάλα εβαπορέ σε κονσέρβα σε πτωτική πορεία παρουσίασε αντίστοιχο ρυθμό μεταβολής της τάξης του -3%. Επίσης, ετήσιο ρυθμό μεταβολής κατά -1% παρουσίασε το γάλα μακράς διαρκείας, την ίδια περίοδο.
Όσον αφορά την εξέλιξη του κλάδου τα προσεχή χρόνια, σύμφωνα με την έρευνα της ICAP εκτιμάται ότι θα παρουσιάσει ανοδική πορεία. Ιδιαίτερες προοπτικές εξέλιξης παρουσιάζουν τα προϊόντα υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας όπως το γάλα υψηλής παστερίωσης, το φρέσκο παστεριωμένο γάλα, το γιαούρτι ευρωπαϊκού τύπου και ειδικότερα το γιαούρτι με πρόσθετα και το παιδικό, τα επιδόρπια γάλακτος και το εμπλουτισμένο συμπυκνωμένο γάλα. Σε επίπεδο επιχειρήσεων, αναμένεται συνεργασία μεταξύ των επιχειρήσεων του κλάδου, με σκοπό την παραγωγή ποικιλίας προϊόντων, την επέκταση των δικτύων διανομής τους, και γενικότερα την περαιτέρω ενίσχυσή τους στην ελληνική αγορά.
Ανοδική τάση, αν και σε ηπιότερο βαθμό, αναμένεται να παρουσιάσει και η αγορά παγωτού τα ερχόμενα χρόνια. Ειδικότερα, διαφορετική έρευνα της ICAP που σχολιάζει τη αγορά παγωτού αναφέρει πως τη διετία 2003-2004 ο προβλεπόμενος μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής του όγκου της κατανάλωσης θα διαμορφωθεί σε περίπου 2%.
Σημαντικό σταθμό για την πορεία της εγχώριας παραγωγής αποτέλεσε το 2000, όταν μία από τις τρεις κυριότερες επιχειρήσεις διέκοψε την παραγωγική της δραστηριότητα και μετετράπη  σε εισαγωγική. Σημειώνεται πως την περίοδο 1994-2000 η εγχώρια παραγωγή παρουσίασε πτωτική πορεία, με εξαίρεση τη διετία 1998-1999, το 2001 σημείωσε αύξηση της τάξεως του 3%, ενώ το 2002 εμφάνισε οριακή μείωση.
Χρήζει προσοχής πάντως το γεγονός ότι τα εγχώριος παραγόμενα παγωτά καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κατανάλωσης, όπως επισημαίνει η ίδια έρευνα που σημειώνει πως ο βαθμός αυτάρκειας είναι της τάξεως του 75%. Εξίσου σημαντικό πάντως είναι το γεγονός ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν καταφέρει να επεκταθούν με ιδιαίτερη επιτυχία σε αγορές του εξωτερικού καταλαμβάνοντας εξέχουσα θέση. Συγκεκριμένα η Δέλτα Βιομηχανία Παγωτού, έχει παρουσία – εκτός Ελλάδας – σε πέντε ακόμη χώρες με σημαντικά μερίδια αγοράς. Ειδικότερα, η θυγατρική της Δέλτα Συμμετοχών ελέγχει το 66% της αγοράς της Βουλγαρίας, το 60% της αγοράς της Ο.Δ. Γιουγκοσλαβίας, το 50% στο Μαυροβούνιο, το 45% στην ΠΓΔΜ και το 40% στην αγορά της Ρουμανίας, ενώ διατηρεί την πρώτη θέση στην ελληνική αγορά με ποσοστό 40%. Στην Ελλάδα η αγορά του παγωτού διακατέχεται – για την ώρα – από εποχικότητα, γεγονός το οποίο δεν ισχύει σε αγορές του εξωτερικού.
Πάντως, αν και τα στοιχεία φέρνουν μέχρι στιγμής τις ελληνικές βιομηχανίες στην κορυφή του κλάδου, η ενεργοποίηση των παγκόσμιων ηγετών – Nestle και Unilever (με το σήμα Algida) – στην ελληνική αγορά με διαρκείς επενδύσεις δεν μπορούν να αποσιωπηθούν. Επίσης εκτιμάται ότι οι συγκεκριμένοι ξένοι παίκτες ενδέχεται να προβούν σε εξαγορές ή στρατηγικές συνεργασίες με εγχώριους παίκτες – που τυχόν οδηγηθούν ή αποφασίσουν την απόσυρση από τον συγκεκριμένο τομέα της γαλακτοβιομηχανίας.


ΓΑΛΑ
Η αξία της αγοράς γάλακτος (φρέσκο, εβαπορέ, υψηλής παστερίωσης, UHT, ξυνόγαλο), σύμφωνα με στοιχεία της ACNielsen, διαμορφώθηκε το κυλιόμενο δωδεκάμηνο που ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο του 2004 στο ύψος των 648 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 6,6% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα ένα χρόνο πριν. Ανοδικά κινήθηκε το εξεταζόμενο χρονικό διάστημα και η συνολική ποσότητα που καταναλώθηκε με αποτέλεσμα να ανέλθει στα 546.580.000 λίτρα, ενισχυμένη κατά 2,7% σε σχέση με το κυλιόμενο δωδεκάμηνο που ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο του 2003. Από την άλλη πλευρά η αξία του σοκολατούχου γάλακτος, σύμφωνα με στοιχεία της IRI, αυξήθηκε πέρυσι κατά 1,3% σε σχέση με το 2002 με αποτέλεσμα να ξεπεράσει πέρυσι τα 65,439 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με στοιχεία της IRI το φρέσκο γάλα παραμένει το γάλα που προτιμούν περισσότερο οι έλληνες καταναλωτές, με το μερίδιό του στο σύνολο της αγοράς να προσεγγίζει το 47,5%, το εβαπορέ βρίσκεται στη δεύτερη θέση με μερίδιο 32,24% ενώ το γάλα υψηλής παστερίωσης αντιπροσωπεύει το 13,53% της συνολικής αγοράς γάλακτος.
Την πρώτη θέση στην αγορά γάλακτος rtd εκτός εβαπορέ και σοκολατούχων που πωλείται μέσω των σούπερ μάρκετ και των μεσαίων καταστημάτων, σύμφωνα με στοιχεία της IRI, κατέχει η ΔΕΛΤΑ, το μερίδιο της οποίας το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου – Αυγούστου, ανήλθε στο 30,3%. Το μερίδιο της ΦΑΓΕ το εξεταζόμενο χρονικό διάστημα ανήλθε στο 17,7%, της Friesland στο 12,2%, της ΜΕΒΓΑΛ στο 10,5%, ενώ το μερίδιο της Όλυμπος, ανήλθε στο 9,9%. Η ΑΓΝΟ, κατείχε το διάστημα Ιανουαρίου–Αυγούστου 2,9%, ενώ το μερίδιο των υπολοίπων εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον κλάδο, διαμορφώθηκε στο 15,1%.
Σε ότι αφορά τα μερίδια των εταιρειών στη συνολική αγορά του λευκού γάλακτος μαζί με το εβαπορέ, η Friesland κατέχει την πρώτη θέση με μερίδιο το οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου του 2004 28,4%, το μερίδιο της ΔΕΛΤΑ ανήλθε στο 22,2%, της ΦΑΓΕ στο 12,1%, της Nestle στο 9,6%, της ΜΕΒΓΑΛ στο 6,8%, της Όλυμπος στο 3,6%, της ΑΓΝΟ στο 2,6%, ενώ το μερίδιο όλων των υπολοίπων εταιρειών προσέγγισε το 15,6%.
Το φρέσκο γάλα υψηλής παστερίωσης σε κάθε περίπτωση κερδίζει μερίδια έναντι των υπολοίπων κατηγοριών, οι πωλήσεις του οποίου τα τελευταία χρόνια εμφανίζουν αύξηση κατά 30% σε μέση ετήσια βάση.
ΓΙΑΟΥΡΤΙ
Ο ετήσιος τζίρος της αγοράς γιαουρτιού υπολογίζεται  σε 330 εκατ. ευρώ και οι ρυθμοί ανάπτυξής της είναι της τάξεως του 8%-10% τον χρόνο σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς και τη στατιστική. Εκτός από μερικές δεκάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που «παίζουν» στις τοπικές αγορές, τη «μερίδα του λέοντος» κατείχαν η Φάγε, η Δέλτα και η Μεβγάλ τουλάχιστον πριν από μερικούς μήνες, οπότε και εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ελληνική αγορά γιαουρτιού η Friesland Hellas, πιο γνωστή με το εμπορικό όνομα «Νουνού».
Στο προσκήνιο, όμως, της αγοράς του γιαουρτιού, η οποία έχει περιθώρια κέρδους πολύ μεγαλύτερα σε σχέση με την αγορά του γάλακτος, έχουν μπει και οι λεγόμενες περιφερειακές δυνάμεις (μικρές επιχειρήσεις), ο αριθμός των οποίων υπερβαίνει τις 800 και σε αυτές αναλογεί αυτή τη στιγμή περίπου το 10% της αγοράς.


ΒΟΥΤΥΡΟ-ΚΡΕΜΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ
Η  εγχώρια αγορά βουτύρου αναμένεται να κυμανθεί στα επίπεδα των τελευταίων ετών, με τις εισαγωγές να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης, δεδομένου ότι η εγχώρια παραγωγή δείχνει να έχει σταθεροποιηθεί στους 1.500-1.600 τόνους. Όσον αφορά την κατανάλωση κρέμας γάλακτος, εκτιμάται ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής της ποσότητας δεν θα ξεπεράσει το +3% τη διετία 2003-2004. Το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων του εν λόγω προϊόντος κατευθύνεται για επαγγελματική χρήση-μετα-ποίηση και ειδικότερα στην παραγωγή παγωτών τύπου premium, όπου χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη.


ΤΥΡΙ
Τα 1,1 δις. ευρώ, - στο ποσό αυτό υπολογίζεται η συνολική αξία της αγοράς -, η υψηλή κατά κεφαλήν κατανάλωση η οποία υπερβαίνει τα 25 κιλά αλλά και η σταθερή αύξηση του μεριδίου και της αξίας των τυποποιημένων τυροκομικών, έχουν «ανοίξει» την «όρεξη» των μεγάλων επιχειρήσεων του ευρύτερου κλάδου. Ήδη στο κομμάτι αυτό της αγοράς, δραστηριοποιούνται μεγάλοι όμιλοι, όπως η ΔΕΛΤΑ, η ΦΑΓΕ, η ΜΕΒΓΑΛ, η Τυράς, η Δωδώνη, η Κολιός ακόμη και ο όμιλος Νίκα κ.λπ.
Κινήσεις για την περαιτέρω ανάπτυξή τους εκτός των συνόρων είτε μέσω εξαγωγών είτε μέσω παραγωγικής δραστηριότητας, πραγματοποιούν αρκετές εταιρίες καθώς  ΜΕΒΓΑΛ, ΔΩΔΩΝΗ, Τυράς, ΔΕΛΤΑ, Κολιός, ΦΑΓΕ κ.α. έχουν ήδη καταφέρει να αποκτήσουν θέση στα ξένα σούπερ μάρκετ, ενώ κάποιες εξ αυτών έχουν δημιουργήσει παραγωγικές μονάδες και εκτός των ελληνικών συνόρων.
«Στροφή» στα τυποποιημένα τυροκομικά, προκειμένου να καλύψουν αφενός τις ανάγκες των καταναλωτών και αφετέρου να κεφαλαιοποιήσουν την επωνυμία τους, έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια οι περισσότερες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην αγορά. Αν και σήμερα το κομμάτι των τυποποιημένων – συσκευασμένων τυροκομικών που πωλούνται από τα ράφια των super market, δεν υπερβαίνει το 10% της συνολικής αγοράς, εν τούτοις τα μηνύματα είναι θετικά για το μέλλον τους. Σύμφωνα λοιπόν με στοιχεία της IRI, το 2003 η αξία των τυποποιημένων τυροκομικών αυξήθηκε κατά 15,56% με αποτέλεσμα να ξεπεράσει τα 112,726 εκατ. ευρώ όταν το 2002 είχε ανέλθει στα 97,542 εκατ. ευρώ. Ενώ άνοδο της τάξεως του 11,23% κατεγράφη στην ποσότητα των τυποποιημένων τυροκομικών που πωλήθηκαν πέρυσι σε σχέση με το 2002 από τα ράφια των super market. Τον υψηλότερο βαθμό τυποποίησης παρουσιάζουν τα ημίσκληρα τυριά, ενώ στη συνολική παραγωγή συσκευασμένων τυριών η φέτα κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο. Συγκεκριμένα, το τυποποιημένο φρέσκο τυρί πέρυσι απέσπασε το 79,24% της συνολικής αγοράς τυποποιημένων τυριών βάσει αξίας, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό αφορά το κρεμώδη τυριά.
Η συνολική εγχώρια παραγωγή τυροκομικών προϊόντων (σε ποσότητα) παρουσίασε
μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης της τάξεως του 3%,  την περίοδο 1993-2002, ενώ με ρυθμούς ανόδου 3%-4% «τρέχει» τη διετία 2003-2004. Σύμφωνα δε με παράγοντες της αγοράς τέσσερα χρόνια πριν η παραγωγή άγγιζε τους 220.000 τόνους, ενώ σήμερα η συνολική κατανάλωση προσεγγίζει τους 300.000 τόνους.
Ο βαθμός αυτάρκειας της αγοράς, σύμφωνα με την ICAP, ανέρχεται σε υψηλά επίπεδα, καθώς τα ελληνικά προϊόντα καλύπτουν το 74%-75% της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης τυριών, ενώ οι εισαγωγές συμμετέχουν με το υπόλοιπο 25%-26%. Ειδικότερα, η φέτα, ο τελεμές και άλλα μαλακά τυριά κάλυψαν περίπου το 51% της συνολικής κατανάλωσης το 2002· ακολουθούν τα ημίσκληρα και σκληρά με 17% και τα τυριά τυρογάλακτος με 7%. Τα αιγοπρόβεια τυριά κάλυψαν το 77%-79% της παραγωγής των βιομηχανιών κατά τη διετία 2001-2002, με κυριότερο προϊόν τη φέτα. Τα τυριά από αγελαδινό γάλα, με κυριότερα τα ημίσκληρα και μαλακά, απέσπασαν το 12%-13% και τα τυριά τυρογάλακτος, κυρίως η νωπή μυζήθρα, το ανθότυρο και η ξηρή μυζήθρα, το 9%, αντίστοιχα, την ίδια περίοδο.
Παρά το γεγονός ότι η ελληνική τυροκομία χαρακτηρίζεται από υψηλή παραγωγική δυναμικότητα, η εξαγωγική επίδοση του κλάδου διαμορφώνεται σε χαμηλά επίπεδα, καθώς οι εξαγωγές δεν ξεπερνούν το 9%-11% της εγχώριας παραγωγής τα τελευταία χρόνια. Η φέτα και ο τελεμές αποτελούν τα κυριότερα προϊόντα εξαγωγής, με σημαντικότερους προορισμούς τη Γερμανία, την Ιταλία και τη Βρετανία.


ΠΑΓΩΤΟ
Δέσμια των καιρικών φαινομένων, της χαμηλής κατά κεφαλήν κατανάλωσης και του τουριστικού ρεύματος είναι η εγχώρια αγορά παγωτού η συνολική αξία της οποίας σε ότι αφορά το τυποποιημένο – συσκευασμένο προϊόν, - που αντιπροσωπεύει το 80% της συνολικής αγοράς - σε τιμές λιανικής διαμορφώνεται στα 350 εκατ. ευρώ. Η εποχικότητα άλλωστε του προϊόντος – σημειώνεται ότι το 70% της συνολικής ετήσιας κατανάλωσης πραγματοποιείται από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο – και η οριακή αύξηση 2-3% των τελευταίων ετών δεν αναμένεται να μεταβληθεί σημαντικά τα επόμενα. Σύμφωνα με στοιχεία της ICAP, την περίοδο 1998-2001, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης ήταν της τάξεως του 4%, ενώ κατά το 2002 εμφάνισε μείωση κατά 2% περίπου σε σχέση με το 2001. Τα ατομικά παγωτά κατέβαλαν το 54% περίπου της αγοράς το 2002, τα οικογενειακά το 26% και το μη τυποποιημένο (χύμα) παγωτό, εμφανίζοντας αυξητική τάση, απέσπασε το 20% της κατανάλωσης. Ειδικότερα, στο κομμάτι των τυποποιημένων ξυλάκι απέσπασε μερίδιο 39%, ο πύραυλος 25%, το κύπελλο 25% και τα ειδικού τύπου το 11%.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της IRI το 2003, - αφορούν κυρίως πωλήσεις μέσω σούπερ μάρκετ και μεγάλων σημείων πώλησης - η συνολική αξία της αγοράς κυμάνθηκε στα 180 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 18,44% σε σχέση με το 2002. Γεγονός που αποδεικνύει ότι χρόνο με το χρόνο αυξάνει η αγορά παγωτού μέσω των αλυσίδων super market, κυρίως των οικογενειακών και των multipack συσκευασιών. Συγκεκριμένα, η αξία του οικογενειακού παγωτού αυξήθηκε κατά 20,89% και διαμορφώθηκε πέρυσι στα 61,925 εκατ. ευρώ, ενώ άνοδο 17,21% κατέγραψε η αγορά του ατομικού με αποτέλεσμα να ξεπεράσει τα 118,467 εκατ. ευρώ.
H εξαγωγική επίδοση του κλάδου διαμορφώνεται σε χαμηλά επίπεδα, κυρίως τα τελευταία χρόνια. Καθώς οι ΔEΛTA Bιομηχανία Παγωτού, EBΓA και KPI–KPI, έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους την τελευταία δεκαετία και εκτός των ελληνικών συνόρων, είτε μέσω εξαγωγών αλλά κυρίως μέσω παραγωγικών μονάδων.
Eιδικότερα, οι εξαγόμενες ποσότητες κυμάνθηκαν μεταξύ 6.000-6.700 τόνων περίπου την περίοδο 1994-1995, το 1998 διαμορφώθηκαν στους 4.149 τόνους, ενώ το διάστημα 1999-2002 κυμάνθηκαν στους 3.000-3.500 τόνων. Κυριότερος προορισμός των ελληνικών παγωτών είναι οι Tρίτες Xώρες και συγκεκριμένα η Kύπρος, η Π.Γ.Δ.M. και η Aλβανία, ενώ μεταξύ των χωρών της E.E. αξιόλογη θέση κατέχει και το Hν. Bασίλειο. Oι εισαγωγές αναλογούν περίπου το 25% περίπου της συνολικής αγοράς - αφορά τα μερίδια που κατέχουν κυρίως οι εταιρείες Algida και Nestle.

  Περιεχόμενα
¶ρθρο: Οικονομική πολιτική δια... χειρός Χριστοδούλου
¶ρθρο: Ξένες ¶μεσες Επενδύσεις στην NΑ Ευρώπη
¶ρθρο: Συνταγματική διάταξη... αντί συνταγματική
¶ρθρο: Πώς μπορούμε εύκολα να μετράμε τον κίνδυνο χρηματιστηριακών δεικτών και μετοχών;
Αφιέρωμα: Ακτοπλοΐα Τα δυσκολότερα ανήκουν στο παρελθόν
Αφιέρωμα: Βαριά βιομηχανία «Κρατάει» γερά
Αφιέρωμα: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ
Αφιέρωμα: ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ
Αφιέρωμα: ΓΑΛΑΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ: ΜΙΚΡΟΙ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ!
Editorial: Στενεύουν τα περιθώρια για την κυβέρνηση
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΓΟΡΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ
Επενδύσεις: ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΓΟΡΑΣ
Επενδύσεις: Σοφοκλέους: Ώρα για άμυνα και επαγρύπνηση
¶ρθρο: Απόσπασμα από την Έκθεση του Διοικητή της ΤτΕ κ. Νικόλαου Γκαργκάνα για την ελληνική οικονομία

 Όροι και προϋποθέσεις του site