Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Μάρτιος 2005                               Τεύχος 308

Η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα


1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου είναι η παρουσίαση των βασικών συμπερασμάτων της έρευνας GEM που παρουσιάστηκε στο συνέδριο «Το Επιχειρείν Θαρσείν Χρη», το οποίο οργανώθηκε από το ΣΕΒ, τη Λέσχη Επιχειρηματικότητας, την ΕΕΔΕ και το ALBA. Η οργάνωση τέτοιων δράσεων είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, εάν λάβουμε υπόψη τις ιδιαιτερότητες της Ελληνικής Οικονομίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη μεγάλου αριθμού μικρομεσαίων επιχειρήσεων και σχετικά υψηλού βαθμού αυτοαπασχόλησης. Μέχρι σήμερα δεν είχε εφαρμοστεί στη χώρα μας ένα σύστημα μέτρησης της επιχειρηματικότητας και μάλιστα ένα σύστημα βασισμένο σε διεθνή πρότυπα και άρα ικανό να προσφέρει συγκριτικά δεδομένα, έτσι ώστε να μπορεί να συγκριθεί η επιχειρηματική επίδοση της Ελλάδας με την επίδοση άλλων χωρών του πλανήτη. Στο παρόν άρθρο, παρουσιάζονται τα βασικά συμπεράσματα της Έκθεσης του ΙΟΒΕ που στηρίζονται στα αποτελέσματα έρευνας η οποία εντάχθηκε στο διεθνές πρόγραμμα του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου για την Επιχειρηματικότητα (Global Entrepreneurship Monitor GEM) για πρώτη φορά το 2003, όπως αυτά παρουσιάστηκαν από τον κύριο Πολίτη Επιστημονικό Διευθυντή του ΙΟΒΕ και τον Αναπληρωτή Καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου, κύριο Ιωαννίδη Σταύρο.


2. TA ΒΑΣΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΟΥ GEM
Στην Ελλάδα, ένα 6,8% του πληθυσμού ηλικίας μεταξύ 18 και 64 δήλωσαν ότι κατά το 2003 είτε βρίσκονταν στη φάση της εκκίνησης ενός επιχειρηματικού εγχειρήματος (συμπεριλαμβανομένης της αυτοαπασχόλησης) για λογαριασμό δικό τους ή του εργοδότη τους είτε ήταν ήδη ιδιοκτήτες/χρηματοδότες μιας νέας επιχείρησης, που δεν είχε ακόμα κλείσει 42 μήνες ζωής. Με βάση αυτόν τον Δείκτη Συνολικής Επιχειρηματικής Δραστηριότητας, η χώρα μας καταλαμβάνει τη 16η θέση ανάμεσα στις 31 χώρες που έλαβαν μέρος στην έρευνα το 2003, και βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με μια σειρά άλλων ανεπτυγμένων, κυρίως ευρωπαϊκών, χωρών. Ωστόσο, σε αντίθεση με τις περισσότερες από αυτές τις χώρες, η Ελλάδα εμφανίζει ένα υψηλό ποσοστό Επιχειρηματικότητας Ανάγκης, επιχειρηματική δραστηριότητα δηλαδή που εκδηλώνεται επειδή ο επιχειρηματίας δεν έχει άλλη δυνατότητα βιοπορισμού. Ταυτόχρονα, η επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα εμφανίζεται εξαιρετικά «ρηχή», με την έννοια ότι είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό προσανατολισμένη σε προϊόντα και υπηρεσίες που απευθύνονται στον τελικό καταναλωτή, παρά σε άλλες επιχειρήσεις. Από τα εγχειρήματα αυτά μόνο ένα ποσοστό 16,14% μπορεί να χαρακτηριστεί ως Υψηλών Δυνατοτήτων, ότι δηλαδή: α) συμβάλλει στην επέκταση των αγορών, β) δημιουργεί νέα απασχόληση, γ) εντείνει τον εξαγωγικό προσανατολισμό της οικονομίας. Με βάση την επίδοση αυτή, η Ελλάδα κατατάσσεται στη 17η θέση στην παγκόσμια κατάταξη. Μεγαλύτερο πρόβλημα παρουσιάζει η χώρα μας στον τομέα της Εταιρικής Επιχειρηματικότητας, τον βαθμό δηλαδή καινοτομικότητας των καθιερωμένων επιχειρήσεων. Εδώ η Ελλάδα καταλαμβάνει μόλις την 33η θέση στην παγκόσμια κατάταξη, ανάμεσα σε 40 χώρες που έλαβαν μέρος στην έρευνα τα δύο τελευταία χρόνια (2002 και 2003). Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι, με βάση τα δεδομένα της έρευνας, το έλλειμμα της καινοτομικότητας φαίνεται ότι αφορά κυρίως τις ΜΜΕ. Με άλλα λόγια, η εταιρική επιχειρηματικότητα φαίνεται ότι αποτελεί στην Ελλάδα χαρακτηριστικό σχετικά μεγάλων επιχειρήσεων. Κατά το 2003, περίπου 110 χιλιάδες άνθρωποι ασχολήθηκαν στην Ελλάδα με την εκκίνηση κάποιου τύπου επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη χώρα μας η επιχειρηματική δραστηριότητα αποδεικνύεται ότι αποτελεί σε πολύ μεγάλο βαθμό μια ατομική υπόθεση. Η έρευνα αποδεικνύει ότι ο μέσος όρος των ιδιοκτητών μιας νέας επιχείρησης είναι μόλις 1,5 άτομα, στοιχείο που τοποθετεί την Ελλάδα στις χαμηλότερες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης. Από την άλλη πλευρά, κάθε εκκίνηση ενός επιχειρηματικού εγχειρήματος δημιούργησε 2 θέσεις εργασίας κατά μέσον όρο, πέρα από την απασχόληση του ίδιου του επιχειρηματία. Είναι όμως ενδιαφέρον το ότι η μεγάλη πλειοψηφία των επίδοξων επιχειρηματιών εκτιμούν ότι η δραστηριότητά τους θα δημιουργήσει σημαντική–για τα ελληνικά δεδομένα-απασχόληση σε βάθος χρόνου. Η χρηματοδότηση νέων επιχειρηματικών εγχειρημάτων, τα οποία ξεκίνησαν εντός του 2003 ανήλθε στην Ελλάδα σε περίπου 6 δις ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των κεφαλαίων προέρχεται από τη συσσωρευμένη αποταμίευση του ίδιου του επίδοξου επιχειρηματία. Κατά τα άλλα, η πρόσθετη χρηματοδότηση της «μικρής» επιχειρηματικότητας κυριαρχείται στην Ελλάδα από άτυπες μορφές, με κυριότερη πηγή χρηματοδότησης τη στενή οικογένεια. Η κυριαρχία τέτοιων μορφών είναι ακόμα μεγαλύτερη, αν εστιάσουμε σε επιχειρηματικές-χρηματοδοτικές δραστηριότητες: Πάνω από το 70% των κεφαλαίων με τα οποία οι Έλληνες χρηματοδότησαν επιχειρηματικά εγχειρήματα άλλων, κατευθύνθηκαν σε μέλη των ίδιων των οικογενειών τους. Τα χαρακτηριστικά του προφίλ του Έλληνα επιχειρηματία παραπέμπουν σε ένα νέο άντρα, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ο οποίος ήδη εργάζεται. Η ανάλυση του προφίλ της επιχειρηματικότητας υψηλών δυνατοτήτων όμως διαφοροποιεί την εικόνα σημαντικά. Η γυναικεία επιχειρηματικότητα αυξάνει (από το 36,70% στο 40%), μειώνεται η ηλικία ακόμα περισσότερο (65% στην ηλικιακή ομάδα 18-35 σε σύγκριση με το 51% στη γενική περίπτωση), ενώ αυξάνει και η σημασία του μορφωτικού επιπέδου (60% με πανεπιστημιακή μόρφωση σε σύγκριση με 28,60% στη γενική περίπτωση). Όσον αφορά στα χαρακτηριστικά του πολιτισμικού και κοινωνικού περιβάλλοντος της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα, η εικόνα εμφανίζεται εξαιρετικά αντιφατική. Οι Έλληνες χαρακτηρίζονται από πολύ μεγάλη αυτοπεποίθηση σχετικά με τις επιχειρηματικές τους ικανότητες και, ταυτόχρονα, από μεγάλο φόβο για μια ενδεχόμενη αποτυχία (τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι οι Έλληνες φοβούνται την αποτυχία περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο λαό). Θεωρούν ότι η ελληνική κοινωνία αποδίδει ιδιαίτερη αξία στην ισότητα εισοδημάτων και πλούτου, αλλά ταυτόχρονα εκτιμούν ότι ο επιτυχημένος επιχειρηματίας χαίρει εκτίμησης και σεβασμού. Αυτή η επιφανειακή αντίφαση φαίνεται ότι αντανακλά μια συγκεκριμένη υποκείμενη αντίληψη για την επιχειρηματικότητα: ότι δηλαδή η ελληνική κοινωνία την αντιμετωπίζει σαν ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, όπου αυτός που επιτυγχάνει είναι μεν άξιος θαυμασμού για το γεγονός ότι κατάφερε να οικειοποιηθεί ένα μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας, αλλά δεν συνέβαλε στη μεγέθυνση της ίδιας της πίτας. Αν ευσταθεί αυτή η εξήγηση της αντιφατικότητας του πολιτισμικού περιβάλλοντος, αυτό που φαίνεται να μην αναγνωρίζεται από την ελληνική κοινωνία είναι η δημιουργική διάσταση της επιχειρηματικότητας, το γεγονός δηλαδή ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα δεν είναι πρωτίστως δραστηριότητα αναδιανομής, αλλά δημιουργίας πλούτου. Τέλος, όσον αφορά στο γενικό πλαίσιο της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα, εντοπίζονται προβλήματα κυρίως σε τομείς που σχετίζονται με το ρόλο της δημόσιας διοίκησης, όπως η ποιότητα του προσωπικού της, η γραφειοκρατία γύρω από τις ρυθμίσεις που αφορούν της ίδρυση μιας επιχείρησης, τη διαφάνεια των συναλλαγών με τις δημόσιες υπηρεσίες, κ.λπ. Ακόμα, αξίζει να σημειωθεί η γενικά αρνητική εκτίμηση για τον ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος στην προετοιμασία των νέων για το ενδεχόμενο επιχειρηματικής σταδιοδρομίας.


3. ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Μια πρώτη κατεύθυνση πολιτικής αφορά στη γενική στάση της ελληνικής κοινωνίας προς την επιχειρηματική δραστηριότητα και ιδιαίτερα την υποτίμηση της δημιουργικότητας. Η βαθμιαία μεταστροφή αυτής της στάσης αποτελεί κυρίαρχο στόχο μιας πολιτικής που επιδιώκει να επηρεάσει το πολιτισμικό και κοινωνικό πρότυπο του επιχειρηματία και πρέπει να επιδιωχθεί μέσω παρεμβάσεων σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα τίθεται πρώτ’ απ’ όλα ένα ζήτημα στρατηγικής: το δίλημμα αν ο πρωταρχικός στόχος πρέπει να είναι απλώς η αύξηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας ή η βελτίωση της ποιότητάς της. Τα δεδομένα της ανάλυσης αποδεικνύουν ότι υψηλή συνολική επιχειρηματικότητα σε μια χώρα μπορεί να μη συνδέεται με το υψηλό επίπεδο ανάπτυξης, αλλά με το ακριβώς αντίθετο. Άλλωστε, η Ελλάδα τοποθετείται σε μέσα επίπεδα της παγκόσμιας κατάταξης με βάση το Δείκτη Συνολικής Επιχειρηματικής Δραστηριότητας. Με βάση τα δεδομένα αυτά και τα υπόλοιπα στοιχεία της ανάλυσης, φαίνεται ότι στρατηγική προτεραιότητα πρέπει να δοθεί σε πολιτικές με έμφαση στη βελτίωση της ποιότητας της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Το συμπέρασμα αυτό αφορά εξίσου τόσο στην επιχειρηματικότητα των καθιερωμένων επιχειρήσεων–την καινοτομικότητά τους δηλαδή-όσο και την καινοτομικότητα των νέων επιχειρηματικών εγχειρημάτων. Η έμφαση στην ποιοτική ενίσχυση της επιχειρηματικότητας δίνει προτεραιότητα στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας υψηλών δυνατοτήτων. Μια τέτοια στρατηγική δεν πρέπει βέβαια να υποτιμά το ζήτημα της ποσότητας των επιχειρηματικών εγχειρημάτων που ξεκινούν στη χώρα σε ετήσια βάση. Σημαντική ποσοτική επίπτωση μπορεί να έχουν πολιτικές που αποσκοπούν πρώτα και κύρια στην άρση των εμποδίων στην άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η προηγούμενη ανάλυση έχει αναδείξει ένα σημαντικό «πολιτισμικό» εμπόδιο στην περίπτωση της Ελλάδας: τον φόβο της αποτυχίας. Στόχος της πολιτικής εδώ μπορεί να είναι λοιπόν ο ορθολογικός πυρήνας του προβλήματος, ζητήματα δηλαδή όπως το στίγμα–τόσο το κοινωνικό όσο και το επιχειρηματικό-που συνοδεύει μια αποτυχία ή η επαγγελματική ανασφάλεια που χαρακτηρίζει τον επιχειρηματία ο οποίος βρίσκεται στη φάση της υλοποίησης ενός επιχειρηματικού σχεδίου, που δεν είναι βέβαιο ότι θα επιτύχει. Η «Πράσινη Βίβλος» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2003) περιλαμβάνει σημαντικές προτάσεις πολιτικής που πρέπει να εξεταστούν και για την Ελλάδα. Η εκκίνηση ενός νέου επιχειρηματικού εγχειρήματος απαιτεί επίπονες και χρονοβόρες διαδικασίες και επαφές με τις δημόσιες υπηρεσίες. Μολονότι η κατάσταση στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, ο αριθμός αυτών των διαδικασιών εξακολουθεί να παραμένει υψηλός. Ένα μέτρο πολιτικής που πρέπει να εξεταστεί, είναι η θεσμοθέτηση μιας μόνο δημόσιας υπηρεσίας που να αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση όλων των απαιτουμένων διαδικασιών, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Κάτι τέτοιο θα «εσωτερίκευε» τις διαδικασίες στη διοίκηση και θα επέτρεπε τον αυστηρό έλεγχο του συνολικού χρόνου που απαιτείται για την έκδοση της άδειας λειτουργίας της νέας επιχείρησης. Η ανάλυση των δεδομένων της έρευνας αναδεικνύει τόσο τη σημασία της χρηματοδότησης των νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων όσο και το χαμηλό ύψος των κεφαλαίων που απαιτούνται για τη μεγάλη πλειοψηφία τέτοιων εγχειρημάτων. Αναδεικνύει επίσης το γεγονός ότι στην Ελλάδα, σε αυτά τα επίπεδα χρηματοδότησης, κυριαρχούν οι άτυπες μορφές, με καθοριστικό μάλιστα τον ρόλο της οικογένειας. Αυτό που φαίνεται ότι απουσιάζει απόλυτα από τη χώρα μας είναι χρηματοδοτικοί μηχανισμοί εξειδικευμένοι στην ενίσχυση μικρών και πολύ μικρών δραστηριοτήτων. Η στρατηγική ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας υψηλών δυνατοτήτων απαιτεί τον σχεδιασμό πολιτικών που θα στοχεύουν στην αναβάθμιση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που ήδη εκδηλώνονται. Τέτοιες πολιτικές μπορεί να είναι οριζόντιες ρυθμίσεις, με σκοπό την αναβάθμιση–κυρίως τεχνολογική-μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Βοηθώντας την τεχνολογική αναβάθμιση μιας μικρής επιχείρησης δεν επιτυγχάνεται απλώς βελτίωση της λειτουργίας που ήδη έχει, αλλά της δίνονται εφόδια με τα οποία θα μπορούσε στη συνέχεια να στραφεί σε επιχειρηματική δραστηριότητα ευκαιρίας, ακόμα και αν η αρχική της λειτουργία είχε ως κίνητρο την ανάγκη. Μάλιστα, βασικός στόχος δεν πρέπει να είναι απλώς η απόκτηση τεχνολογίας (π.χ. η απόκτηση υπολογιστή), αλλά και η εξοικείωση με αυτήν μέσω προγραμμάτων εκπαίδευσης στη χρήση της τεχνολογίας. Μια στρατηγική ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας με έμφαση στην ποιότητα φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα της έρευνας και της τεχνολογίας. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση των χωρών της Ε.Ε., όσον αφορά στις δαπάνες για έρευνα. Με δεδομένη τη χαμηλή θέση της χώρας μας σε σχέση με την εταιρική επιχειρηματικότητα, είναι προφανής η ανάγκη εφαρμογής πολιτικών ενθάρρυνσης της ερευνητικής προσπάθειας των επιχειρήσεων. Τέτοιες πολιτικές μπορεί να δίνουν έμφαση είτε στην οικονομική ενίσχυση των επιχειρήσεων – π.χ. μέσω ευνοϊκών φορολογικών ρυθμίσεων για την ενθάρρυνση της δραστηριότητας Έρευνας και Ανάπτυξης-είτε στη θεσμική προώθηση της συνεργασίας ανάμεσα στις επιχειρήσεις και τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα. Από τη σκοπιά μια πολιτικής ποιοτικής ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας, το ζήτημα δεν εξαντλείται στο πρόβλημα των δαπανών. Για την ποιοτική ενίσχυση της επιχειρηματικότητας έχει μεγαλύτερη σημασία η «άρρητη» γνώση που αποκτάται από την εμπειρία της έρευνας, παρά η «ρητή» γνώση που περικλείεται στο ίδιο το ερευνητικό προϊόν. Σε αυτή τη βάση, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ενίσχυση της έρευνας στα Πανεπιστήμια, διότι εκεί επιτυγχάνεται η εξοικείωση, με τη σύνδεση της έρευνας με τη διδασκαλία, ιδιαίτερα μέσω της ενασχόλησης μεγάλου αριθμού, νέων σε ηλικία, ατόμων με τις τεχνολογικές εξελίξεις. Οι σκέψεις αυτές οδηγούν στο πολυσυζητημένο θέμα της σύνδεσης της εκπαίδευσης –και μάλιστα της τριτοβάθμιας-με την παραγωγή. Το ζητούμενο εδώ δεν είναι απλώς η εναρμόνιση των ειδικοτήτων που προσφέρουν τα ΑΕΙ με τις ανάγκες της αγοράς. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία για την επιχειρηματικότητα είναι η προετοιμασία των φοιτητών και για το ενδεχόμενο να ακολουθήσουν επιχειρηματική σταδιοδρομία, πράγμα που συνεπάγεται τόσο τη μετάδοση ενός συνόλου γνώσεων γύρω από θέματα διοίκησης όσο και μια προετοιμασία «αντίληψης ευκαιριών» στον αντίστοιχο τομέα γνώσης κάθε φοιτητή. Το γεγονός ότι η επιχειρηματικότητα ευκαιρίας αφορά κυρίως νέους που ήδη εργάζονται, σημαίνει ότι η καταπολέμηση της ανεργίας των νέων μπορεί να έχει θετικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη επιχειρηματικότητας υψηλών δυνατοτήτων. Με άλλα λόγια, η ενθάρρυνση της απασχόλησης των νέων, πέρα από τα ευνόητα θετικά αποτελέσματά της στο κοινωνικό επίπεδο και στο γενικό επίπεδο απασχόλησης στη χώρα, ταυτόχρονα δημιουργεί φυτώρια και νέων επιχειρηματιών. Μολονότι η υποστήριξη της γυναικείας επιχειρηματικότητας αποτελεί διακηρυγμένο στόχο πολιτικής, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, η ανάλυση των δεδομένων της έρευνας αναδεικνύει την κοινωνική ομάδα στην οποία η πολιτική ενίσχυσης της γυναικείας επιχειρηματικότητας μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική. Πρόκειται για την κοινωνική ομάδα με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, που κατευθύνεται κυρίως σε επιχειρηματικά εγχειρήματα υψηλών δυνατοτήτων. Πολιτικές με στόχευση σε αυτή την ομάδα πληθυσμού μπορεί να είναι αποδοτικότερες σε σχέση με γενικότερες πολιτικές ενίσχυσης της γυναικείας επιχειρηματικότητας. Αν επαληθευθεί, ένα τέτοιο αποτέλεσμα μπορεί να έχει σημαντικότατες όχι μόνο άμεσες, αλλά και έμμεσες επιπτώσεις, αλλάζοντας βαθμιαία την εντύπωση που επικρατεί σχετικά με τις επιχειρηματικές προοπτικές των γυναικών. Μια δεύτερη ομάδα του πληθυσμού, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, της οποίας πρέπει να αποτελέσει στόχο πολιτικής, είναι οι μετανάστες. Αυτή η πολιτική είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην περίπτωση της Ελλάδας. Η οικονομική μετανάστευση είναι μια πρόσφατη εμπειρία για τη χώρα μας, πράγμα που σημαίνει ότι η ομάδα των μεταναστών αποτελεί ένα πολύ ζωντανό και ηλικιακά νέο μέρος του πληθυσμού. Το άνοιγμα λοιπόν της επιχειρηματικής προοπτικής για αυτή την ομάδα μπορεί να έχει πολλαπλές θετικές επιπτώσεις για την κοινωνική της ενσωμάτωση–ιδιαίτερα μετά το πέρας των έργων για τους Ολυμπιακούς Αγώνες-ενώ ταυτόχρονα θα ενισχύει την οικονομική ανάπτυξη.

  Περιεχόμενα
¶ρθρο: Η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα
¶ρθρο: Η παντοδυναμία των χορηγών
Αφιέρωμα: Αμοιβαία Κεφάλαια
Αφιέρωμα: Ασφαλιστικός κλάδος: Τα δυσκολότερα ανήκουν στο παρελθόν
Αφιέρωμα: Φαρμακοβιομηχανίες: Θετική πορεία σε μια δύσκολη αγορά
Editorial: Να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος
Επενδύσεις: Η αγορά της ζάχαρης
Επενδύσεις: Σοφοκλέους:΄Oλοι οι «Μεγάλοι» θέλουν την άνοδο. Θα την έχουν όμως;
Επενδύσεις: Αγοραστικό κύμα υπεράνω... υποψίας!
Επενδύσεις: H τεχνική εικόνα των αγορών
Επενδύσεις: Ποιoς φοβάται τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα;
Επενδύσεις: Πώς «διαλέγουμε» και διαχειριζόμαστε Ομόλογα
Συνέντευξη: Αναστάσιος Λάππας
Παρουσιάσεις: Customer Care 2005 Conference + Expo

 Όροι και προϋποθέσεις του site