Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Απρίλιος 2008                              

 


AΡΘΡΟ


Προσοχή στις "παγίδες" των δεικτών


Όσο η χρηματιστηριακή αγορά ωριμάζει, όλο και περισσότερο το επενδυτικό κοινό εστιάζει το ενδιαφέρον του - πέρα από το ύψος των κερδών - στο πόσο ικανοποιητική είναι η ρευστότητα των εταιριών, των οποίων τις μετοχές αξιολογεί. Οι δείκτες ρευστότητας άλλωστε επηρεάζονται πολύ λιγότερο από τις παρεμβάσεις της «δημιουργικής λογιστικής» που επιχειρούνται από ορισμένες επιχειρήσεις. Για το σκοπό αυτό υπάρχει μια ευρεία σειρά δεικτών που μπορεί να βοηθήσει σημαντικά. Προσοχή όμως, γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις, οι δείκτες ρευστότητας... δεν λένε την αλήθεια!



Του Στέφανου Κοτζαμάνη


Για όσους πιστεύουν στα βραβεία Γκίνες, η Ελλάδα - και ειδικότερα η Σοφοκλέους - θα μπορούσε κάλλιστα να είχε κερδίσει μία από τις πλέον σπουδαιότερες διακρίσεις: κατά την τελευταία δεκαετία, οι περισσότερες από τις επιχειρήσεις που τέθηκαν εκτός διαπραγμάτευσης και εκ των υστέρων πτώχευσαν (ή έστω επιβίωσαν μετά από πολυετείς περιπέτειες) ήταν μονίμως κερδοφόρες! Ναι, όπως ακριβώς το διαβάσατε. Εταιρίες που εμφάνιζαν κέρδη επί σειρά ετών, εν μία νυκτί «κατέβασαν τα ρολά», αφήνοντας τους μικρομετόχους στα «κρύα του λουτρού». Εταιρίες όπως, η Cosmos, η Globe, η Διεθνής Βιομηχανία Ενδυμάτων, η Δ.Α.Ν.Ε., η Δάρινγκ, ο Μαγγρίζος, η Econ, η Ελβιεμέκ, κ.ά. τέθηκαν εκτός διαπραγμάτευσης, αντιμετωπίζοντας άμεσο πρόβλημα επιβίωσης, παρά το γεγονός της κερδοφόρας πορείας τους!
Τα συμπεράσματα για την αξιοπιστία των λογιστικών καταστάσεων των εταιριών αυτών (αλλά και αρκετών άλλων εισηγμένων στο Χ.Α.Α.) είναι δικά σας... Σε αρκετές περιπτώσεις, δεν δημιουργούνται οι απαιτούμενες προβλέψεις έναντι επισφαλών απαιτήσεων, ή έναντι απαξίωσης αποθεμάτων, ή τέλος έναντι υποθέσεων που εκκρεμοδικούν, ενώ σε πολλές άλλες περιπτώσεις τόκοι δανείων και άλλες κατηγορίες εξόδων, αντί να χρεώσουν τους αποτελεσματικούς λογαριασμούς (μειώνοντας ισόποσα την κερδοφορία) εγγράφονται πότε στα πάγια και πότε στα αποθέματα. ’λλες φορές, στο λογαριασμό των συμμετοχών της εταιρίας βρίσκονται μετοχές θυγατρικών της εταιριών σε τιμές κτήσης πολύ υψηλότερες από τις τρέχουσες τιμές, ενώ τέλος σε πολλές περιπτώσεις δεν εγγράφεται το σύνολο των αποσβέσεων που επιτρέπει ο νομοθέτης. 
Ακόμη όμως και στις εταιρίες εκείνες δεν προσπαθούν να ωραιοποιήσουν τις λογιστικές τους καταστάσεις, υπάρχουν περιπτώσεις (πχ υψηλά συγκυριακού χαρακτήρα κέρδη από πωλήσεις παγίων, ή από αγοραπωλησίες χρεογράφων, κ.λπ.) που συχνά αποπροσανατολίζουν το αμύητο - σε σχέση με χρηματιστήριο - επενδυτικό κοινό.
Κάτω λοιπόν από αυτές τις συνθήκες,
πολλοί είναι οι αναλυτές που όταν θέλουν να αξιολογήσουν μια ευρεία σειρά εταιριών, δεν εστιάζουν τόσο πολύ το ενδιαφέρον τους στα λογιστικά τους κέρδη, όσο κυρίως στη ρευστότητά τους.
Ερμηνεύεται πάντοτε μια αύξηση πωλήσεων της τάξεως π.χ. των 200.000 ευρώ, με παράλληλη αύξηση των τραπεζικών υποχρεώσεων κατά διπλάσιο ή τριπλάσιο ποσό; Πώς ερμηνεύεται μια μεγάλη αύξηση των απαιτήσεων και των αποθεμάτων, όταν το ύψος των πωλήσεων παραμένει σε σταθερό περίπου επίπεδο; Πώς ερμηνεύεται μετά από μια μεγάλη αύξηση κεφαλαίου, οι τραπεζικές υποχρεώσεις της εταιρίας να μην περιορίζονται; Αυτά και άλλα πολλά παρόμοια ερωτήματα απασχολούν τους αναλυτές, προκειμένου να εκτιμήσουν την «πραγματική» τιμή μιας μετοχής και έτσι, να προχωρήσουν ή όχι στην αγορά της.


Το check up της ρευστότητας


Σε αντίθεση με το ύψος των κερδών, η ρευστότητα δύσκολα επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη λεγόμενη «δημιουργική λογιστική». Έτσι, σε γενικές γραμμές, οι λογιστικές καταστάσεις των εταιριών είναι σε θέση να «ανακαλύψουν» τις περιπτώσεις προβληματικής ρευστότητας, ή καλύτερα, να εντοπίσουν εκείνες τις εταιρίες, για τις οποίες υπάρχουν ενδείξεις (όχι αποδείξεις) προβληματικής ρευστότητας. Επιπλέον, η διατήρηση της ρευστότητας σε σχετικά ικανοποιητικά επίπεδα (π.χ. συγκρινόμενη με το ρυθμό ανάπτυξης της εταιρίας και των επενδύσεων που υλοποιεί) αποτελεί και την ισχυρότατη ένδειξη ότι η δηλωμένη κερδοφορία στις λογιστικές καταστάσεις της εταιρίας είναι ειλικρινής.
Ο δείκτης της κυκλοφοριακής ρευστότητας είναι ο πλέον κλασικός δείκτης που σχετίζεται με τη ρευστότητα και - σε γενικές γραμμές - θα πρέπει να έχει υψηλότερη τιμή του 1,3.


Κυκλοφοριακή ρευστότητα =Κυκλοφορούν ενεργητικό/Βραχυπρόθεσμο παθητικό


 


Ο δείκτης της κεφαλαιακής διάθρωσης μπορεί να δώσει χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη ρευστότητα μιας εταιρίας, συγκρινόμενος με τις επιδόσεις των ανταγωνιστικών εταιριών. Εάν για παράδειγμα η τιμή του δείκτη μιας εταιρίας είναι αρκετά χαμηλότερη από αυτές των ανταγωνιστικών της επιχειρήσεων, τότε πολύ πιθανόν η συγκεκριμένη εταιρία να παρουσιάζει πρόβλημα ρευστότητας.


Κεφαλαιακή διάρθρωση = (Ίδια κεφάλαια/Σύνολο ενεργητικού)x 100


 


Σε πολλές περιπτώσεις, χρήσιμος είναι και ο δείκτης της συμμετοχής των χρηματοοικονομικών αποτελεσμάτων επί του κύκλου εργασιών, στην περίπτωση βέβαια που τα χρηματοοικονομικά αποτελέσματα είναι αρνητικά (οι τόκοι που καταβάλλει η εταιρία να είναι υψηλότεροι από αυτούς που εισπράττει). Όταν η τιμή του δείκτη αυτού υπερβαίνει το 3%, τότε αρχίζουν να εμφανίζονται ενδείξεις για ενδεχόμενη προβληματική ρευστότητα μια εταιρίας.



(Χρηματοοικονομικά αποτελέσματα/Κύκλος εργασιών)x 100


 


Υπάρχουν αρκετοί άλλοι δείκτες που μπορούν να μας βοηθήσουν στην αξιολόγηση της ρευστότητας μιας εταιρίας, αλλά το βέβαιο είναι ότι οι δείκτες δεν οδηγούν σε αποδείξεις, αλλά - απλά και μόνο - σε ενδείξεις. Σε κάθε επίσης περίπτωση, θα πρέπει οι επιδόσεις των δεικτών μιας εταιρίας να συνεκτιμώνται με βάση τις τιμές των δεικτών των ανταγωνιστικών της εταιριών. Αποτελεί πολλές φορές μέγα λάθος η σύγκριση των δεικτών της εταιρίας να γίνεται με το μέσο όρο του κλάδου, καθώς στον κλάδο εντάσσονται εταιρίες με πολύ ευρύτερες δραστηριότητες που έχουν εντελώς διαφορετική παραγωγική διαδικασία και εντελώς διαφορετικές χρηματοδοτικές ανάγκες. Για παράδειγμα, στον ευρύτερο κλάδο της κλωστοϋαντουργίας, εντάσσονται νηματουργίες, εριουργίες, βαφεία-φινιριστήρια και εξειδικευμένες άλλες εταιρίες. Θα ήταν πιθανότατα λάθος να συγκρίνουμε τους δείκτες ενός βαφείου-φινιριστηρίου με τους μέσους όρους των δεικτών των εταιριών του κλωστοϋφαντουργικού κλάδου.


Όταν οι δείκτες ρευστότητας, παραπλανούν...


Οι δείκτες βέβαια ρευστότητας θα πρέπει πάντοτε να χρησιμοποιούνται με τη δέουσα προσοχή, καθώς - σε ορισμένους ιδίως κλάδους ή κάτω από συγκεκριμένες περιπτώσεις - μπορούν να οδηγήσουν σε εσφαλμένα συμπεράσματα.
Ας πάρουμε για παράδειγμα, μια εταιρία που δραστηριοποιείται στο χώρο των super market. Συχνά οι εταιρίες του κλάδου εμφανίζουν δείκτες κυκλοφοριακής ρευστότητας με τιμή χαμηλότερη της μονάδας, χωρίς να αντιμετωπίζουν το παραμικρό πρόβλημα ρευστότητας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η μέση περίοδος πίστωσης των πελατών συν τη μέση περίοδο αποθεματοποίησης είναι κατά πολύ μικρότερη από τη μέση περίοδο αποπληρωμής των προμηθευτών (τα super market αγοράζουν με πίστωση μηνών και πωλούν τα προϊόντα που αγοράζουν τοις μετρητοίς κατά κανόνα εντός ολίγων ημερών).


 


 


Μέση περίοδος είσπραξης απαιτήσεων= (Απαιτήσεις/Κύκλος εργασιών)x 365



Μέση περίοδος αποθεματοποίησης= (Αποθέματα/Αποθέματα)x 365



Μέση περίοδος
αποπληρωμης προμηθευτών= (Προμηθευτές/Κόστος πωληθέντων)x 365


 


 



Όταν, λοιπόν, στους παραπάνω δείκτες, η τιμή του ενός είναι σημαντικά διαφορετική από το αθροισμα των τιμών των άλλων δύο, τότε η χρησιμότητα του δείκτη της κυκλοφοριακής ρευστότητας περιορίζεται δραστικά, ή ακόμη και μηδενίζεται.
Ένα δεύτερο παράδειγμα όπου τιμές του δείκτη κυκλοφοριακής ρευστότητας κατώτεροι της μονάδας μπορούν να συνδυάζονται με πολύ ικανοποιητική ρευστότητα είναι οι καπνοβιομηχανίες που παρακρατούν σε καθημερινή βάση την υψηλότατη έμμεση φορολογία και την αποδίδουν μία φορά το μήνα στο δημόσιο. Με δεδομένο ότι η έμμεση φορολογία είναι πολλαπλάσια της τιμής του προϊόντος, οι καπνοβιομηχανίες έχουν τη δυνατότητα άτοκης χρήσης των φόρων για διάστημα 15 ημερών κατά μέσον όρο.
Ένα τρίτο παράδειγμα εταιριών που συνδυάζουν χαμηλή τιμή του δείκτη κυκλοφοριακής ρευστότητας και ικανοποιητική ρευστότητα, αποτελούν πολλές φορές οι εταιρίες που καταφέρνουν να παίρνουν προκαταβολές έναντι πωλήσεων (ή υπηρεσιών) που θα υλοποιήσουν στο μέλλον.
’λλο σχετικό παράδειγμα, θα μπορούσε να προέλθει από εταιρίες που χρησιμοποιούν μέρος του πάγιου ενεργητικού τους, όχι ως μέσο υποστήριξης της παραγωγικής τους λειτουργίας, αλλά ως άμεση πηγή εσόδων. Για παράδειγμα, σε μια εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) ο εξοπλισμός και τα ακίνητα που εκμισθώνει (εγγράφονται στο πάγιο ενεργητικό και όχι στο όχι στο κυκλοφοριακό) της αποφέρουν άμεσα έσοδα (ενοίκια), οπότε ένας δείκτης κυκλοφοριακής ρευστότητας χαμηλότερος της μονάδας, θα μπορούσε να συνδυάζεται και με πολύ ικανοποιτική ρευστότητα.



 

  Περιεχόμενα
Editorial: Διώχνοντας επενδύσεις και υπονομεύοντας το μέλλον μας!
Επενδύσεις - Προτάσεις αγοράς
Στιγμές από τη Σοφοκλέους
Αφιέρωμα - Δανειακά προϊόντα
Αφιέρωμα - Συνεδριακός Τουρισμός
Άρθρο - Συνέδριο CEO & CSR 2008:
Άρθρο - Προσοχή στις "παγίδες" των δεικτών
Φάκελοι
Euromoney: Δομημένα Προϊόντα
Euromoney: Το πρώτο equity fund της Τουρκίας
Επενδυτικά θέματα
Παρουσίαση: Τα Α/Κ της Pictet στην Ελλάδα μέσω της Alpha Private Bank
Έρευνα - Νοτιοανατολική Ευρώπη: Ευνοϊκή οικονομική συγκυρία,θετικές επενδυτικές προοπτικές
Επενδύσεις - Διεθνείς αγορές εμπορευμάτων
Άρθρο: Η αγορά του φυσικού αερίου
Στα ενδότερα της οδού Σοφοκλέους
Marketing & Επικοινωνία
Νέα της αγοράς
Μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου...

 Όροι και προϋποθέσεις του site