Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Νοέμβριος 2008                              

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ: EUROMONEY


Με αξιολόγηση ΑΑ+
και υγιή ρευστότητα
Ποιες ευρωπαϊκές τράπεζες
ωφελούνται από την κρίση


Καταστροφική έχει αποδειχθεί η σοβούσα χρηματοπιστωτική κρίση για πολλές ευρωπαϊκές τράπεζες. Όμως, ορισμένες από αυτές, όχι μόνο αντεπεξήλθαν επί του παρόντος με σχετικά περιορισμένες απώλειες, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις άδραξαν την ευκαιρία να ενισχύσουν τόσο τη θέση τους στην αγορά, όσο και την αξιοπιστία τους. Με τις "ξεχωριστές" αυτές τράπεζες, ασχολήθηκε το Euromoney, και κατέληξε σε ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα.


του Philip Moore


Ο λόγος πρώτα στον Bert Bruggink, γενικό οικονομικό διευθυντή της Ολλανδικής Cooperatieve Centrale Raiffeisen-Boerenleenbank BA, γνωστότερος ως Rabobank. Όπως μαρτυρά και το πλήρες όνομά της, πρόκειται για μία συνεταιριστική τράπεζα, με μικρή έκθεση σε «επιθετικούς» επενδυτές (όπως άλλωστε και η Goldman Sachs, με την οποία ασχοληθήκαμε στο προηγούμενο τεύχος), με ότι ευεργετικό, συνεπάγεται αυτό. «Ένα χρόνο πριν, όταν με ρωτούσαν τι είναι το καλύτερο που θα μπορούσε να συμβεί στην τράπεζά μας, απαντούσα μία κρίση στις αγορές», δηλώνει ο κος Bruggink. «Η κρίση ήρθε και εμείς επωφεληθήκαμε σημαντικά από την ενδυνάμωση της τάσης για ασφαλή καταφύγια».
Η τράπεζα ασχολείται στον μεγαλύτερο βαθμό με την κύρια αγορά της Ολλανδίας, η οποία προσφέρει σταθερότατες αποδόσεις- και εφ' όσον δεν υπάρχει ο κίνδυνος της αποδοκιμασίας από το χρηματιστήριο λόγω του μικρού μεγέθους των αποδόσεων αυτών, η επιτυχία της εξηγείται εύκολα. Τα μεγέθη των τελευταίων 18 μηνών, την δικαιώνουν πανηγυρικά: Αύξηση των καταθέσεων κατά 21 δισ. ευρώ για το 2007 ενώ και για το 2008, ο ρυθμός των εισροών δεν έχει μειωθεί καθόλου. Η τράπεζα ήταν μία από τις λίγες που διατηρούσε τη μέγιστη πιστοληπτική ικανότητα (ΑΑΑ), και αυτή η διάκρισή της λειτούργησε σαν «κράχτης» για τους καταθέτες όταν η κατάσταση άρχισε να γίνεται δύσκολη.
Μία άλλη περίπτωση επιτυχίας, με αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με την Rabobank, είναι η DnB NOR. Μακράν η μεγαλύτερη τράπεζα της (ακόμη περισσότερο εύπορης από την Ολλανδία) Νορβηγίας, με στοιχεία ενεργητικού άνω των 250 δισ. ευρώ. Το Νορβηγικό δημόσιο (Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας) είναι ο βασικός μέτοχος, με ποσοστό 34%, ενώ ένα ποσοστό 11% ανήκει σε μία περίεργη (τουλάχιστον με τα δικά μας δεδομένα) ανώνυμη κερδοσκοπική Νορβηγική εταιρία, η οποία από το καταστατικό της διανέμει το 25% από τα ετήσια κέρδη της σε φιλανθρωπικούς σκοπούς, ενώ επιπλέον ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των κερδών "επενδύεται" σε ζημιογόνες δραστηριότητες, όπως η προώθηση και ανάπτυξη της κλασικής μουσικής και η δημιουργία μουσείων τέχνης. Στις πρόσφατες αναβαθμολογήσεις των πιστοληπτικών ικανοτήτων των Ευρωπαϊκών τραπεζών από την Standard & Poor's, η τράπεζα ξεχώρισε μέσα στον ορυμαγδό των υποβαθμίσεων, αναβαθμιζόμενη από ΑΑ- σε Α+. «Οι S&P αναγνώρισαν την αξία του μοντέλου διασποράς των εσόδων μας, το οποίο μας έχει δώσει μία συνεπή και συνεχή πηγή κερδών. Όμως, νομίζω ότι πολύ σημαντική είναι και η σταθερή προσήλωσή μας σε παραδοσιακά επιχειρηματικά σχήματα, που βασίζονται πάρα πολύ στις σχέσεις μας με τον πελάτη», δήλωσε ο γεν. Οικονομικός διευθυντής της τράπεζας Erik Naess.


Κέρδη από ταλανιζόμενες αγορές


Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι δεν είναι αξιοπερίεργη η επιτυχία τραπεζών από εύπορες χώρες όπως, η Ολλανδία, όπου ένα πολύ μεγάλο μέρος του πλούτου της βασίζεται στο παραδοσιακό εμπόριο ή της Νορβηγίας, της οποίας η οικονομία ανθεί λόγω της πολύ καλής πορείας της εμπορικής ναυτιλίας και των πετρελαιοειδών, που αποτελούν τις κύριες μηχανές της οικονομίας της. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει και για την Ισπανία, που έχει πληγεί σοβαρά από την χρηματοπιστωτική κρίση και η οικονομία της βαδίζει ολοταχώς προς ανάσχεση. Όμως, η τρίτη και τελευταία τράπεζα που αναβαθμίστηκε από την S&P (από ΑΑ- σε ΑΑ) είναι η ισπανική Banco Bilbao Vizcaya Argentaria (πρόσφατα ανέβηκε και μία τέταρτη στο τρένο, η Πορτογαλική CGD).
«Ένα πολύ φιλοσοφημένα διεσπαρμένο προφίλ ρίσκου, η συντηρητική πιστωτική κουλτούρα και τα ισχυρά αποθέματα έναντι των κινδύνων παραγραφών τοποθετούν την BBVA σε πλεονεκτική θέση, ενόψει της διαφαινόμενης ανάσχεσης της ισπανικής οικονομίας και του στεγαστικού κλάδου» ήταν η εξήγηση της S&P για την αναβάθμιση της τράπεζας.
Πέρα από τράπεζες όπως οι παραπάνω, που αναβαθμίστηκαν γιατί κατάφεραν να ξεχωρίσουν μέσα στο σωρό, υπάρχουν και άλλες, οι οποίες κατάφεραν να διατηρήσουν ψηλά την πιστοληπτική τους ικανότητα, παρότι η κρίση κάθε άλλο παρά αλώβητες τις άφησε. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, η μεγαλύτερη γαλλική τράπεζα BNP Paribas, η οποία διατήρησε τη βαθμολογία της στο εξαιρετικά υψηλό ΑΑ+, παρότι η εταιρία τον Αύγουστο ανακοίνωσε μείωση των κερδών κατόπιν φόρων κατά 27%, ενώ ήταν και από τις πρώτες που έκλεισαν δραστηριότητες τους (τρία επενδυτικά funds που παρέπαιαν) πριν από 14 μήνες.


Μόνο τέσσερις με ΑΑ+ παγκοσμίως


«Η δομική ικανότητα της τράπεζας για κερδοφορία παραμένει ισχυρή, και ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μας», ήταν η εξήγηση της S&P, και ο γεν. Διευθυντής της τράπεζας Baudouin Prot επιχαίρει: «Σε αυτό το περιβάλλον της καταβαράθρωσης των πάντων, οι μόνοι μεγάλοι παίκτες που επιδεικνύουν αντοχές και αξιόλογες επιχειρηματικές και επενδυτικές δραστηριότητες είναι η Goldman Sachs, και η BNP Paribas», δήλωσε (σ.σ: ως γνωστόν η Goldman Sachs άλλαξε πρόσφατα προφίλ και έγινε τράπεζα συμμετοχών). Ο κ. Prot εξηγεί ότι η ευημερία της τράπεζας μαρτυρά την επιτυχία του «συμφώνου συμβίωσης» της κερδοσκοπικής πολιτικής της τράπεζας με το αυστηρό προφίλ ρίσκου της. «Πετύχαμε να αυξήσουμε την πελατειακή μας βάση εξυπηρετώντας παράλληλα την υπάρχουσα διαμέσου της κρίσης, αυξάνοντας τα εξασφαλισμένα έναντι των ρίσκων στοιχεία του ενεργητικού μας κατά 10%, και συνεχίζοντας παράλληλα τον δανεισμό. Η πιστωτική κρίση δεν μας άγγιξε».
Δεν φτάνει στο σημείο να δηλώσει, όπως ο διευθυντής της Rabobank, ότι καλωσόρισε την κρίση, αλλά ότι η εταιρία σίγουρα ωφελήθηκε από το υψηλό της προφίλ, όταν η κρίση ξέσπασε. «Στον κόσμο υπάρχουν μόνο 4 τράπεζες με βαθμολογία ΑΑ+ και είναι φανερό ότι αυτό αποτελεί μαγνήτη για πολλούς πελάτες αυτή την εποχή. Τα έσοδα παρουσιάζουν διψήφια ποσοστιαία άνοδο σε σύγκριση με αυτά του 2007, πριν από την κρίση, και τα οποία συνιστούσαν ρεκόρ για την εποχή. Και επιπλέον, η βαθμολογία του ΑΑ+ μας ενισχύει πάρα πολύ στις δραστηριότητές μας στον χώρο των παραγώγων, όπου οι εταίροι μας λαμβάνουν σοβαρά υπόψη την ουσιαστική αξιοπιστία ενός συνεργάτη, τον οποίο θα έχουν εκ των πραγμάτων για αρκετό καιρό».


Διαφορές και ομοιότητες


Οι θετικές βαθμολογήσεις της S&P σταματούν κάπου εδώ- αν και δεν είναι το μοναδικό μέτρο αξιολόγησης της ευρωστίας μιας τράπεζας. Άλλοι οικονομικοί αναλυτές όπως ο Hank Calenti της RBC Capital Markets βλέπει, εκτός από τους «γίγαντες» Paribas και Deutsche Bank, που ανταποκρίθηκαν με επιτυχία στις ανάγκες της κρίσης, και άλλους, μικρότερους παίκτες, να έχουν σημειώσει αξιόλογες επιδόσεις- κύρια σκανδιναβικές τράπεζες, όπου η εγχώρια ζήτηση παραμένει υγιής, και τράπεζες με ισορροπημένη διασπορά ανάμεσα σε τοπικό franchise και πετυχημένα ανοίγματα προς τις νέες αγορές, όπως οι Santander, UniCredit και Standard Chartered. Στη λίστα των επιβιωσάντων ανήκουν και άλλες τράπεζες, οι οποίες ανήκουν σε διαφορετικές σχολές, επιχειρησιακά μοντέλα και πρακτικές. Ωστόσο, μπορεί κανείς να διακρίνει και κάποια κοινά χαρακτηριστικά:
> Τράπεζες που απέφυγαν την έκθεση σε δομημένα χρεόγραφα και υπερβολικό leverage.
> Τράπεζες που τις στιγμές που αυτό απαιτείτο είχαν σχετικά άνετη πρόσβαση προς το ρευστό, και δη με ανταγωνιστικούς όρους.
> Τράπεζες που είχαν τοποθετηθεί σωστά, ώστε να επωφεληθούν από την βίαιη ανακατανομή των τιμών (αλλά και του κόστους του ρίσκου) που ήλθαν σαν αποτέλεσμα της κρίσης.
Λόγω της κρίσης, οι διαφοροποιήσεις που συνέβησαν αναφορικά με το κόστος δανεισμού είναι πολύ μεγάλες, και το γεγονός αυτό επισημαίνει ο κ. Prot της Paribas: «Το διετές deal που κλείσαμε τον περασμένο Απρίλιο βρίσκεται, τη στιγμή αυτή (σ.σ: αρχές Αυγούστου) 20 μονάδες βάσης πάνω από τον Euribor, ενώ άλλα ανάλογα χαρτιά διαπραγματεύονται μεταξύ 40 και 55 μονάδων βάσης. Η διαφορά είναι πολύ μεγάλη, και γίνεται ακόμη μεγαλύτερη για χαρτιά με τριετή ωρίμανση. Τις διαφορές αυτές τις συναντάμε και στην παράλληλη αγορά εξίσου συχνά με τα credit default swaps, πράγμα που αποδεικνύει ότι σήμερα επιχειρούμε σε ένα περιβάλλον πολύ διαφορετικό από αυτό που υπήρχε πριν την κρίση. Και, νομίζω ότι η πίεση αναφορικά με την ρευστότητα, θα συνεχίσει τουλάχιστον μέχρι το 2009, και κατά πάσα πιθανότητα για πολλούς μήνες σε αυτή την χρονιά».



Ρευστότητα με υγιείς τρόπους


Με την εκτίμηση ότι το φθηνό δανεισμό θα πρέπει να τον ξεχάσουμε για αρκετό καιρό ακόμη, συμφωνεί και ο κ. Naess της DNB Nor- κάτι άλλωστε που μαρτυρά η αύξηση του κόστους στην ανωτέρω τράπεζα από δέκα, περίπου, μονάδες βάσης πάνω από τον Libor, στις 80 με 90, προκειμένου για πενταετή κοινά δάνεια. Πάντως, τόσο λόγω της αναβάθμισης της τράπεζας σε ΑΑ, όσο και λόγω της έκδοσης ομολόγων πολύ υψηλής αξιοπιστίας (ΑΑΑ βαθμολογία), η μικτή επιβάρυνση περιορίζεται στις 50 μονάδες βάσης περισσότερο από πέρσι- κόστος όχι βέβαια αμελητέο, αλλά όχι και απαγορευτικό, όπως αποδεικνύει η σημαντική αύξηση του τζίρου της τράπεζας για το 2008.
Ένα ακόμη στοιχείο που βοήθησε κάποιες (ή μάλλον τις περισσότερες) τράπεζες που διακρίθηκαν να αποφύγουν τις παγίδες της κρίσης, είναι η πρόσβασή τους σε ρευστό από υγιείς, σταθερές δραστηριότητες στην κύρια αγορά. Ο Alan Reid, διευθυντικό στέλεχος της DBRS, συνέκρινε τα πρόσφατα κατορθώματα αυτών των τραπεζών με την ως εκ θαύματος διάσωση της Bank of America το 1986, όταν αυτή βρέθηκε στο επίκεντρο της κρίσης που έμεινε στην ιστορία σαν LDC (least developed country) Crisis. Αυτό που έσωσε την BoA τότε, ήταν η πολύ ισχυρή πελατειακή της βάση στην εύπορη Καλιφόρνια, και τα υψηλά έσοδα που είχε από εκεί, τα οποία τελικά την διέσωσαν.
Υπάρχουν επίσης και οι τράπεζες που ωφελήθηκαν, επιχειρησιακά, από την αναθεώρηση των πολιτικών τους στον έλεγχο του επιχειρησιακού ρίσκου. Κατά κανόνα οι αναθεωρήσεις αυτές ήρθαν μετά το «σκάνδαλο Kerviel» στην Societe Generale, όπου ένας ζωτικής σημασίας και σχετικά νέος trader, πέτυχε να ζημιώσει την τράπεζα κατά πέντε, σχεδόν, δισ. ευρώ, κάνοντας εικονικές (και παράνομες) συναλλαγές, κατά τα φαινόμενα όχι απλά εν γνώσει της τράπεζας, αλλά και με τις ευλογίες της... όμως ορισμένοι προνοητικοί είχαν φροντίσει εκ των προτέρων να έχουν καλύτερο έλεγχο επί των συναλλαγών, γεγονός που διατυμπανίστηκε όταν αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο, με τα ανάλογα οφέλη.


Retail banking, η (επικίνδυνη;) μόδα της εποχής


Και βέβαια, ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό είναι ότι έχουν πλέον ελαχιστοποιηθεί οι διατραπεζικές συναλλαγές, όπως και αυτές με τις μεγάλες πολυεθνικές, και το βάρος έχει δοθεί στο παραδοσιακό retail banking (... και πάλι ο μικροκαταθέτης - μικροεπενδυτής καλείται να σώσει το σύστημα!) Ο λόγος στην Carmen Hernansanz, Γενική Διευθύντρια του τμήματος πελατειακών σχέσεων της Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, η οποία όπως προαναφέραμε αναβαθμίστηκε και αυτή από την S&P, και η οποία παρόλο που μεγάλωσε θεαματικά τα τελευταία χρόνια, παρέμεινε πιστή στο παραδοσιακό retail banking:
«Είμασταν πάντα, και θα παραμείνουμε, μία retail τράπεζα. Σε ένα περιβάλλον όπου η ρευστότητα έχει μειωθεί, και το κόστος του δανεισμού είναι υψηλότερο απ’ ότι στο παρελθόν, το επιχειρησιακό μας μοντέλο μας έχει δώσει ένα ξεκάθαρο πλεονέκτημα έναντι του ανταγωνισμού. Η τραπεζική αγορά στην Ισπανία, αλλά και αλλού, χαρακτηρίζεται από τον πολύ σκληρό ανταγωνισμό για μεγαλύτερα μερίδια στον κλάδο των καταθέσεων- όπου εμείς, διαβλέποντας τις εξελίξεις, είχαμε ρίξει 32 δισ. ευρώ ήδη από τον Ιανουάριο του 2007 μέχρις όταν ξέσπασε η κρίση». Και παρόμοιες αναφορές έρχονται και από πολλές ακόμη ευυπόληπτες τράπεζες: Από τότε που ξέσπασε η κρίση, ο τζίρος από τις καταθέσεις έχει ανέβει κατακόρυφα. «Πριν εξαγοράσουμε την BNL (Banco Nazionale del Lavoro) αυτή παρουσίαζε μείωση της πελατειακής της βάσης σε όλα τα τρίμηνα. Το δεύτερο τρίμηνο του έτους, αυτά παρουσίασε αύξηση κατά 15.000, που συνιστά τεράστια αλλαγή, ενώ στη Γαλλική αγορά έχουμε 40.000 νέους πελάτες ανά τρίμηνο» αναφέρει ο κ. Prot της Paribas, ενώ άνοδο έχει σημειώσει και η δεύτερη πρόσφατη εξαγορά της τράπεζας, η αμερικανική BancWest. Εύλογο είναι λοιπόν να υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός στο retail banking και γι’ αυτό οι ανταγωνιστές αναζητούν πλέον και ευκαιρίες σε μη οργανικές δραστηριότητες. Η Santander προχώρησε πρόσφατα σε μία τέτοια κίνηση, εξαγοράζοντας την βρετανική Alliance & Leicester, ενώ ενδιαφέρεται και για τη γερμανική Postbank (στην οποία η Deutsche Post έχει το 50% συν μία μετοχή), και για την οποία η Lloyds TSB έχει καταθέσει πρόταση ύψους 11 δισ. ευρώ. Η Postbank έχει σχεδόν 15 εκατ. πελάτες, και στο πρώτο μισό του 2008 ανέβασε το μερίδιό της στη Γερμανική αγορά από το 7,8% στο 8,9%.


Τα όρια του retail banking


Αλλά οι πιθανότεροι αγοραστές έρχονται από τη Γερμανική αγορά- με πιθανότερους την Commerzbank ή την Deutsche Bank, η οποία πριν από λίγα χρόνια σκεπτόταν να αποσυρθεί εντελώς από το retail banking, ενώ σήμερα όχι μόνο δεν σκοπεύει να αποσυρθεί, αλλά όλες οι επεκτατικές της βλέψεις είναι σε αυτόν τον χώρο. Αυτή τη στιγμή, όσες τράπεζες έχουν διαθέσιμο κεφάλαιο για επέκταση σε οργανικές ή μη οργανικές θέσεις, βρίσκονται σε ιδιαίτερα πλεονεκτική θέση απέναντι στον ανταγωνισμό, αφού αυτή την στιγμή υπάρχουν ευκαιρίες που ίσως αύριο πάψουν να υφίστανται.
Μέχρι πιο σημείο όμως, και μέχρι πότε το retail banking θα είναι «στη μόδα»; «Σύμφωνοι, όλο το ενδιαφέρον είναι τώρα εκεί. Αυτό όμως δεν πρέπει να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι retail = καλό και wholesale = κακό. Η ποιότητα της πελατειακής βάσης, και οι σχέσεις τράπεζας- πελάτη είναι πολύ σημαντικές» δηλώνει ο Michelle Brennan, επικεφαλής αναλυτής της S&P και αναφέρει σαν παράδειγμα τη Northern Rock, που τα πήγαινε πολύ καλά μέχρι τον σκληρό Ιούνη του 2007 και μετά αναζήτησε και βρήκε τη σωτηρία της στο βρετανικό δημόσιο, το οποίο και την κρατικοποίησε. «Η τράπεζα, ενώ είχε μεγάλη πελατειακή βάση, δεν είχε πετύχει να αποκτήσει την εμπιστοσύνη των πελατών της, και με το ξέσπασμα της κρίσης αυτοί άρχισαν να αποσύρουν ομαδικά τις καταθέσεις τους- σε κάποιες περιπτώσεις οι εκροές ξεπέρασαν το ένα δισ. στερλίνες την ημέρα. Όσο "ασφαλές" και αν είναι το retail banking, από τη φύση του δεν εξασφαλίζει κεφάλαια σε μεσομακροπρόθεσμη βάση. Οι τράπεζες, θα πρέπει επιπλέον να έχουν εξασφαλισμένα μεσοπρόθεσμα κεφάλαια από την wholesale αγορά σε λογικό κόστος».
Ας αναφερθεί εδώ το παρόμοιο trend που υπήρχε για τις ασφαλιστικές εταιρίες το 2002, αλλά τρία χρόνια μετά η γενική διαπίστωση ήταν ότι η αγορά είχε κορεσθεί και σημειώθηκαν μαζικές εκροές.


Διαφορετικοί παίκτες, διαφορετικές στρατηγικές


Πολύς λόγος έγινε πρόσφατα για την ενδεχόμενη εξαγορά της βρετανικής HBOS, της εταιρίας συμμετοχών της Bank of Scotland, από την BBVA. Όμως η κα Hernansanz το σκέπτεται μόνο σαν μία μακρινή πιθανότητα, αφού η στρατηγική επέκτασης της τράπεζας, αυτή την στιγμή εξετάζει τον αμερικάνικο χάρτη, και δη το νότιο, εν πολλοίς ισπανόφωνο τμήμα του. Η τράπεζα πρόσφατα εξαγόρασε έναντι 9,6 δισ. δολ. την Compass Mancshares με έδρα την Αλαμπάμα. Η τράπεζα έχει τώρα 622 καταστήματα στις νότιες πολιτείες και οι δουλειές πάνε καλά, καθώς αρκετοί ανταγωνιστές έχουν αποσυρθεί.
Διαφορετικά κινείται η Lloyds TSB, που είναι και η μοναδική βρετανική τράπεζα που έχει βαθμολογηθεί από την Standard & Poors με τον μέγιστο βαθμό, ΑΑΑ. Σαφώς και η πρόσφατη κρίση έδωσε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, και απτά οφέλη στην τράπεζα, η οποία πέτυχε να ισχυροποιηθεί στην βρετανική retail αγορά, που είναι και ο κύριος τομέας δραστηριοποίησής της. Όμως, η δραστηριότητα της τράπεζας εκτός Βρετανίας είναι υποτονική, γεγονός που δυσαρεστεί τους μετόχους της- κάτι που έγινες φανερό όταν η τράπεζα σταμάτησε τη δραστηριότητά της στην Λατινική Αμερική και την Νέα Ζηλανδία. Παρά τις πιέσεις όμως, η τράπεζα δεν φαίνεται να έχει επί του παρόντος επεκτατικές βλέψεις- εξάλλου πρόσφατα απέφυγε να εκδηλώσει σοβαρό ενδιαφέρον για την εξαγορά της Northern Rock στον χώρο που αυτή δραστηριοποιείται, ενώ δεν χτύπησε ούτε την εξαγορά της Alliance  & Leicester.
H τράπεζα έχει διαλέξει να διαχειρίζεται αυτά που έχει, και να προσπαθεί να επιλύει τα δικά της προβλήματα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αντί να αγοράζει και προβλήματα άλλων, έστω και σε δελεαστικές τιμές. Αυτό, εκτός από τον τίτλο της συντηρητικής τράπεζας, θα της εξασφαλίσει κατά πάσα πιθανότητα και τη διατήρηση της εξαιρετικά υψηλής της βαθμολογίας από την S&P και μελλοντικά, δημιουργώντας έτσι κλίμα εμπιστοσύνης στους Βρετανούς πελάτες της. Η όποια διασπορά στην Lloyds περιορίζεται στην γκάμα των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών (που είναι όντως αρκετά μεγάλη) και όχι σε μη οργανικές δραστηριότητες ή στο investment banking- όπου είχαν μπει ζεστά πολλοί ανταγωνιστές της, με τελικό αποτέλεσμα την απώλεια σημαντικών κεφαλαίων, όπως και της ΑΑΑ βαθμολογίας τους.


Εγχώρια ασφάλεια και κερδοφορία


Άλλη μία διαφορετική περίπτωση είναι η Ισπανική Banco Popular, που κινείται σχεδόν αποκλειστικά (93% του τζίρου, και 95,3% της κερδοφορίας της προέρχονται από την εγχώρια αγορά) μέσα στα σύνορα της Ισπανίας. Η έκθεσή της σε αυτή την αγορά (όπως και πολλών ανταγωνιστών) είναι πολύ μεγάλη, με τις ανάλογες συνέπειες από την (τεχνική) είσοδο της ισπανικής οικονομίας σε ανάσχεση, και το κραχ στον οικιστικό κλάδο- για παράδειγμα η τράπεζα είχε σημαντικές απώλειες από την χρεοκοπία της γαλικιανής κατασκευαστικής και real estate Marinsa-Fadesa, τον περασμένο Ιούλιο.
Και όμως ήταν από τις λίγες τράπεζες που διατήρησε την βαθμολογία της (ΑΑ) από την DBRS, την μεγαλύτερη και πλέον αξιόπιστη καναδική εταιρία credit rating, καθώς εκτιμήθηκε ότι η διασπορά του επιχειρησιακού της μοντέλου είναι υγιής, και τα κέρδη της προέρχονται από απολύτως βιώσιμες δραστηριότητες. «Ήδη από ένα εξάμηνο πριν, ήταν ολοφάνερο ότι το real estate στην ισπανική αγορά ξεφούσκωνε. Από τότε, δεν έχει αλλάξει απολύτως τίποτε. Ο οικιστικός κλάδος είναι κυκλικός, και πραγματικά εκπλήσσομαι που μερικοί άνθρωποι απλά αρνούνται να αναγνωρίσουν το γεγονός αυτό. Να υπενθυμίσω μόνο το 1991, όταν ένα σωρό τράπεζες υποβαθμίστηκαν λόγω των ανησυχιών για την έκθεσή τους στο real estate, για να ξανα-αναβαθμιστούν και πάλι μόλις λίγους μήνες αργότερα», εξηγεί ο υπεύθυνος της DBRS που έδωσε στην Banco Popular την υψηλή αυτή βαθμολογία.



Την απόδοση στα ελληνικά έκανε ο Παναγιώτης Φρεντζάς


 

  Περιεχόμενα
Editorial
Επικαιρότητα
Επενδύσεις Προτάσεις Αγοράς
Στιγμές από τη Σοφοκλέους
Αφιέρωμα: Επιχειρηματικά Βραβεία ΧΡΗΜΑ
Αφιέρωμα: Σταθερή & κινητή τηλεφωνία
Αφιέρωμα: Αγορά Αυτοκινήτου
Αφιέρωμα: Λιανικό εμπόριο
Συνέντευξη - Ανδρέας Ταπραντζής: Να μετατρέψουμε τις "αναταράξεις" σε ευκαιρίες
Συνέντευξη - Μάκης Ιωάννου: Η τεχνολογία αποτελεί «όπλο» σε περίοδο κρίσης
Θέμα: Πρόγραμμα «Θησέας»
Αποκλειστικότητα Euromoney - Με αξιολόγηση ΑΑ+ και υγιή ρευστότητα:Ποιες ευρωπαϊκές τράπεζες ωφελούνται από την κρίση
Αποκλειστικότητα Euromoney : Μια νέου τύπου «καθίζηση» της παγκόσμιας αγοράς τιτλοποιήσεων
Ανάλυση - Πιάνουν "πάτο" οι αποτιμήσεις:Μεγάλο μέρος του κινδύνου έχει ήδη προεξοφληθεί
Ανάλυση - Παγκόσμια Πιστωτική Κρίση:Προσδοκάται ανάκαμψη στα μέσα του 2009
Έρευνα - Αξιολόγηση από την Hellastat:Μειώνεται η φερεγγυότητα των ελληνικών επιχειρήσεων
Φάκελοι - Πλαίσιο: «Δρόμος αντοχής και όχι sprint»
Στα ενδότερα της οδού Σοφοκλέους
Παρουσιάσεις
Νέα της αγοράς
Μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου...

 Όροι και προϋποθέσεις του site