Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Μάρτιος 2009                              

Αρθρο: ΤΟ «ΝΤΟΜΙΝΟ» ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙΤΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΕΩΝ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΧΡΥΣΟΥ ΣΕ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟ, ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ, ΕΞΑΓΩΓΕΣ, ΑΕΠ, ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ


Στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου παρατηρείται η μεγαλύτερη - στην Ευρωπαϊκή Ένωση - αρνητική επίδραση στο ΑΕΠ από τις απότομες μεταβολές στην τιμή του πετρελαίου, με τη μέγιστη επίδραση να αφορά στην Ελλάδα.


από τον Νεκτάριο Σμυρνή*


Μια αύξηση στην τιμή του πετρελαίου επηρεάζει την οικονομία μιας χώρας μέσω διάφορων παραγόντων, όπως είναι η άνοδος στο κόστος παραγωγής, η μείωση των εταιρικών κερδών, ο πληθωρισμός και η μεταφορά πλούτου από τις χώρες που καταναλώνουν πετρέλαιο προς τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες.
Σε πρώτο στάδιο, οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου δημιουργούν πληθωριστικές πιέσεις, το μέγεθος των οποίων θα εξαρτηθεί αφ’ ενός μεν από το κατά πόσον οι καταναλωτές θα προσπαθήσουν να αντισταθμίσουν, μέσω των υψηλότερων μισθολογικών διεκδικήσεων, την διαφαινόμενη πτώση στο πραγματικό τους εισόδημα, αφ’ ετέρου δε από τον βαθμό στον οποίο οι εταιρίες μπορούν να αποκαταστήσουν τα περιθώρια κέρδους τους (τα οποία πλήττονται από την άνοδο του κόστους παραγωγής) μέσω της τιμολογιακής τους πολιτικής.
Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου μπορεί να θεωρηθεί ως ένας έμμεσος φόρος που επιβάλλεται σε μια χώρα που εισάγει πετρέλαιο από μια πετρελαιοπαραγωγό χώρα. Η καταβολή του «φόρου» καθίσταται εφικτή λόγω της μείωσης των καταναλωτικών ή επενδυτικών δαπανών στις πληττόμενες από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου χώρες. Έτσι, σε δεύτερο στάδιο έχουμε την επίδραση της αύξησης της τιμής του πετρελαίου επί της ιδιωτικής κατανάλωσης και της ιδιωτικής επένδυσης.
Συγκεκριμένα, η άνοδος της τιμής του πετρελαίου προκαλεί αύξηση του επιπέδου τιμών με αποτέλεσμα την μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, και συνακόλουθα  την περιστολή της καταναλωτικής ζήτησης για διαρκή αγαθά και υπηρεσίες.
Επίσης, η άνοδος της τιμής του πετρελαίου προκαλεί πτώση της επενδυτικής ζήτησης για δυο λόγους.
Πρώτον, ο υψηλός ρυθμός πληθωρισμού και η αύξηση των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων που επακολουθεί  καθιστά λιγότερα επενδυτικά σχεδία κερδοφόρα (λιγότερα επενδυτικά σχέδια με θετική καθαρή παρούσα αξία), με αποτέλεσμα η επενδυτική δαπάνη να μειώνεται.
Δεύτερον, η μείωση της καταναλωτικής ζήτησης δημιουργούν αρνητικές προσδοκίες και άνοδο της αβεβαιότητας στους επιχειρηματίες για το μέλλον, με αποτέλεσμα αναβολές ή ακυρώσεις επενδυτικών σχεδίων  σε πολλούς παραγωγικούς κλάδους και δη στην βιομηχανία. Η άνοδος της αβεβαιότητας δύναται να οδηγήσει σε σημαντική επιβράδυνση ή και παύση της παραγωγής, αφού αυτή καθιστά σημαντικό μέρος του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού σε βιομηχανίες εντάσεως πετρελαίου οικονομικά ασύμφορο για χρησιμοποίηση.
Επίσης, σε περιόδους αβεβαιότητας (αναφορικά με την τιμή του πετρελαίου), εντείνεται η ανακατανομή των πόρων από κλάδους που πλήττονται λόγω του ακριβότερου πετρελαίου, σε κλάδους μικρότερης εντάσεως πετρελαίου και ενέργειας. Οι ανακατατάξεις αυτές είναι συχνά βεβιασμένες και δεν οδηγούν σε βέλτιστους συνδυασμούς κεφαλαίου και εργασίας.
Τέλος, σε περιόδους αβεβαιότητας για τα επίπεδα ισορροπίας της τιμής του πετρελαίου, η απόδοση του κεφαλαίου μειώνεται και ως εκ τούτου οι εταιρίες διστάζουν να προβούν σε νέες επενδύσεις. Η μείωση της επενδυτικής δαπάνης σημαίνει αύξηση του κόστους παραγωγής και απώλεια παραγωγικότητας ή ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.


ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΟΝ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟ
Η επίδραση της τιμής του πετρελαίου στον πληθωρισμό έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών μελετών.
Οι Burbidge και Harrison (1984) στηριζόμενοι σε δεδομένα  της περιόδου 1961-1982 χρησιμοποίησαν υποδείγματα VaR (στατιστική τεχνική υπολογισμού κινδύνου) προκειμένου να εκτιμήσουν την επίδραση της ανόδου της τιμής του πετρελαίου στην οικονομία του Καναδά, της Ιαπωνίας, της Δυτικής Γερμανίας, της Μεγάλης Βρετανίας, και των ΗΠΑ. Οι εν λόγω μελετητές διαπίστωσαν ότι μια προσωρινής μορφής αύξηση κατά μια τυπική απόκλιση στην τιμή του πετρελαίου αυξάνει τους μισθούς και τις τιμές σε όλες τις προαναφερθείσες χώρες.
Ωστόσο, στην Γερμανία και την Ιαπωνία ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτού και οι μισθοί στην μεταποίηση παρουσίασαν μικρή σχετικά ευαισθησία στην άνοδο της τιμής του πετρελαίου. Επίσης, η βιομηχανική παραγωγή έδειξε σημεία σημαντικής κάμψης στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία.
Σύμφωνα με τους Guo και  Kliesen (2005), εάν, κατά την διάρκεια ενός τριμήνου, η τιμή του πετρελαίου αυξηθεί κατά 10%, τότε στη διάρκεια των επόμενων 4 τριμήνων, ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ των ΗΠΑ θα μειωθεί κατά 0,7 έως 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ ο πληθωρισμός θα αυξηθεί κατά 0,5 έως 1,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Κατά τους Berben κ.ά. (2005) μια μόνιμη αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10%, ενδέχεται να έχει μόνο μικρές και παροδικές επιπτώσεις στον πληθωρισμό των χωρών της Ευρωζώνης (περίπου 0,06 ποσοστιαίες μονάδες αύξηση το πρώτο τρίμηνο). Ωστόσο, η Ελλάδα και το Λουξεμβούργο είναι οι δύο χώρες όπου οι επιδράσεις στον πληθωρισμό είναι μεγάλες και κορυφώνονται μετά από επτά και πέντε τρίμηνα αντίστοιχα. Η εμμονή των πληθωριστικών πιέσεων σε αυτές τις χώρες αποδίδεται κατά κύριο λόγο στις αυξήσεις των τιμών των εισαγόμενων προϊόντων.
Οι Blanchard και Galí (2007), χρησιμοποιώντας και αυτοί την μεθοδολογία VaR, διαπίστωσαν ότι η άνοδος τιμών του πετρελαίου κατά τη διάρκεια του 1970-83 είχε μια σημαντική επίδραση στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, αλλά πολύ μικρή επίδραση στον πληθωρισμό της Δυτικής Γερμανίας, ή στον πληθωρισμό και την παραγωγή της Ιαπωνίας.


ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΟ ΑΕΠ
Οι Rotemberg και Woodford (1996) βρήκαν ότι μια αύξηση κατά 1% στην τιμή του πετρελαίου σχετίζεται με μια μείωση κατά 0,25% στην παραγωγή της Αμερικανικής οικονομίας μετά την πάροδο πέντε έως επτά τριμήνων.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο σε μια μελέτη του 2000 (IMF, 2000) ανέφερε ότι μια άνοδος στην τιμή του πετρελαίου το 2001 κατά 5 δολάρια υπεράνω της τιμής του πετρελαίου που προεξοφλούσαν τα Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης (ΣΜΕ) κατά τα τέλη του 2000, θα οδηγούσε σε μια πτώση της παραγωγής των ΗΠΑ και της Ευρωζώνης κατά 0,4%, κάθε ένα από τα πρώτα δύο έτη.
Ο Mork (1989) στην μελέτη του διαπίστωσε μια στατιστική ασυμμετρία στην επίδραση της ανόδου και καθόδου των τιμών του πετρελαίου στις ΗΠΑ. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω ερευνητής διαπίστωσε ότι ενώ η άνοδος της τιμής πετρελαίου συνοδευόταν από κάμψη του ΑΕΠ, η πτώση στην τιμή του πετρελαίου δεν είχε τα αντίθετα αποτελέσματα, δηλαδή αύξηση του ΑΕΠ.
Παρόμοιες ασυμμετρίες στην επίδραση της τιμής του πετρελαίου επιβεβαιώθηκαν, κατά την περίοδο 1967-1992, και σε άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα στην Ιαπωνία, στην Δυτική Γερμανία, στην Γαλλίας, στον Καναδά, στην Μεγάλη Βρετανία, και στην Νορβηγία (Mork κ.ά., 1994).
Ωστόσο, οι Darrat κ.ά. (1996) διαπίστωσαν, χρησιμοποιώντας στοιχεία από τις αρχές της δεκαετίας του '90, ότι η τιμή του πετρελαίου δεν φαίνεται να προκαλεί πτώση στην παραγωγή. Οι εν λόγω συγγραφείς χρησιμοποιώντας ένα υπόδειγμα VaR με 6 μεταβλητές, κατά τη διάρκεια της περιόδου 1960-93, δεν διαπίστωσαν αφ’ ενός μεν ότι η βιομηχανική παραγωγή επηρεάζει κατά Granger την κατανάλωση πετρελαίου, αφ’ ετέρου δε ότι ούτε κατανάλωση πετρελαίου ούτε η τιμή του πετρελαίου επηρεάζει κατά Granger το επίπεδο της παραγωγής.
Παρομοίως ο Hooker (1996) διαπίστωσε ότι η τιμή του πετρελαίου δεν επηρέασε κατά Granger τις μεταβολές στο ΑΕΠ των ΗΠΑ, από το τέταρτο τρίμηνο του 1973 έως το δεύτερο τρίμηνο του 1994.
Οι De Miguel κ.ά. (2005) βρήκαν ότι στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, όπως είναι η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία και η Ελλάδα, παρατηρείται η μεγαλύτερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση αρνητική επίδραση στο ΑΕΠ λόγω των απότομων μεταβολών στην τιμή του πετρελαίου, με μέγιστη την επίδραση να απαντά στην Ελλάδα. Οι εν λόγω μελετητές, εξετάζοντας τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του ‘70 και ‘80, διαπίστωσαν ότι τις μεγαλύτερες απώλειες στην ευημερία από τις πετρελαϊκές κρίσεις κατέγραψαν οι Ελλάδα και την Πορτογαλία, με απώλειες της τάξεως του 7,9% και 8,1% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Οι συγγραφείς όρισαν την «ευημερία» ως την απαιτούμενη αύξηση της κατανάλωσης, εκφρασμένης ως ποσοστό του ΑΕΠ, η οποία διατηρεί το βιοτικό επίπεδο των πολιτών στο επίπεδο πριν την πετρελαϊκή κρίση.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με την μελέτη της Παπαπέτρου (2001), το πετρέλαιο επηρεάζει σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα, καθώς οι απότομες μεταβολές στην τιμή του εξηγούν ένα σημαντικό ποσοστό των διακυμάνσεων στους ρυθμούς μεταβολής του ΑΕΠ και της απασχόλησης. Επίσης, σύμφωνα πάντοτε με την ίδια μελέτη, οι διακυμάνσεις της τιμής του πετρελαίου επηρεάζουν αρνητικά τα επιτόκια, την βιομηχανική παραγωγή, και την πορεία του χρηματιστηρίου, οι δε επιδράσεις της τιμής του πετρελαίου στα παραπάνω μεγέθη εκτιμάται ότι διαρκούν από 6 έως 24 μήνες.


ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ
Η τιμή του πετρελαίου επηρεάζοντας την οικονομική δραστηριότητα, τα εταιρικά κέρδη τον πληθωρισμό, και την νομισματική πολιτική, μεταβάλλει τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων, όπως είναι οι μετοχές.
Η τιμή μιας μετοχής αποτελεί την καλύτερη εκτίμηση της αγοράς αναφορικά με την μελλοντικής κερδοφορία της εταιρίας. Δεδομένου δε ότι η (δίκαιη) τιμή μιας μετοχής προκύπτει από την προεξοφλημένη αξία των μελλοντικών καθαρών κερδών της εταιρίας, τότε οι τρέχουσες και οι αναμενόμενες μελλοντικές επιδράσεις που θα επιφέρει η άνοδος της τιμής του πετρελαίου θα πρέπει να αντανακλώνται στην τιμή της μετοχής.
Οι Jones και Kaul (1996) εντόπισαν την άμεση επίδραση που έχει η άνοδος της τιμής του πετρελαίου στις πραγματικές αποδόσεις των μετοχών, στο Ηνωμένο Βασίλειο, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιαπωνία και στον Καναδά. Η άνοδος στην τιμή του πετρελαίου ασκεί μεγαλύτερη επίδραση στις αποδόσεις των μετοχών εταιριών που ανήκουν στον κλάδο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, ενώ επηρεάζει αρνητικές τις αυτοκινητοβιομηχανίες και τις εταιρίες του λιανικού εμπορίου.


ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΝΑ ΧΩΡΑ
Οι De Miguel κ.ά. (2005) βρήκαν ότι στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, όπως είναι η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία και η Ελλάδα, παρατηρείται η μεγαλύτερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση αρνητική επίδραση στο ΑΕΠ λόγω των απότομων μεταβολών στην τιμή του πετρελαίου, με τη μέγιστη επίδραση να απαντά στην Ελλάδα. Οι εν λόγω μελετητές εξετάζοντας τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του ‘70 και ‘80, διαπίστωσαν ότι τις μεγαλύτερες απώλειες στην ευημερία από τις πετρελαϊκές κρίσεις κατέγραψαν οι Ελλάδα και την Πορτογαλία, με απώλειες της τάξεως του 7,9% και 8,1% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Οι συγγραφείς όρισαν την «ευημερία» ως την απαιτούμενη αύξηση της κατανάλωσης, εκφρασμένης ως ποσοστό του ΑΕΠ, η οποία διατηρεί το βιοτικό επίπεδο των πολιτών στο επίπεδο πριν την πετρελαϊκή κρίση.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με την μελέτη της Παπαπέτρου (2001), το πετρέλαιο επηρεάζει σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα, καθώς οι απότομες μεταβολές στην τιμή του εξηγούν ένα σημαντικό ποσοστό των διακυμάνσεων στους ρυθμούς μεταβολής του ΑΕΠ και της απασχόλησης. Επίσης, σύμφωνα πάντοτε με την ίδια μελέτη, οι διακυμάνσεις της τιμής του πετρελαίου επηρεάζουν αρνητικά τα επιτόκια, την βιομηχανική παραγωγή, και την πορεία του χρηματιστηρίου, οι δε επιδράσεις της τιμής του πετρελαίου στα παραπάνω μεγέθη εκτιμάται ότι διαρκούν από 6 έως 24 μήνες.


ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Σύμφωνα με την μαθηματική μορφή της βραχυχρόνιας καμπύλης συναθροιστικής προσφοράς (SRAS), υπάρχουν οι εξής τρεις παράγοντες που δύνανται να μετατοπίσουν αυτή την καμπύλη:
(α) ο δομικός πληθωρισμός,
(β) το φυσικό επίπεδο του προϊόντος, και
(γ) τυχόν κλονισμοί στην προσφορά.
Αρχικά στο σημείο Α η αγορά προϊόντων, η αγορά χρήματος, και η αγορά εργασίας βρίσκονται σε κατάσταση ισορροπίας (βρισκόμαστε δηλαδή επί της καμπύλης AD και της SRAS).
Κατόπιν, ας υποθέσουμε ότι επέρχεται μια αύξηση της τιμής του πετρελαίου (κλονισμός της προσφοράς). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την μετατόπιση της βραχυχρόνιας καμπύλης συναθροιστικής προσφοράς από SRAS1 στο SRAS2. Το σημείο στο οποίο ισορροπεί η οικονομία είναι το Β, όπου το επίπεδο ισορροπίας του πραγματικού εισοδήματος είναι χαμηλότερο του επιπέδου της πλήρους απασχολήσεως (yN) και το επίπεδο τιμών (δηλαδή ο αποπληθωριστής του ΑΕΠ, ή κάποιος άλλος δείκτης τιμών) υψηλότερο από πριν (P2 > P1). Υποθέτουμε ότι αυτή η αρνητική διαταραχή δεν επηρεάζει το επίπεδο του δυνητικού προϊόντος, το οποίο παραμένει ως έχει στο yN.
Επίσης, εφ’ όσον στο σημείο Β έχουμε μετακίνηση της οικονομίας κατά μήκος της καμπύλης AD, τότε θα πρέπει να έχουμε και αύξηση του ονομαστικού επιτοκίου. Έτσι ο συνδυασμός χαμηλότερου επιπέδου τιμών και υψηλότερων επιτοκίων οδηγεί σε πτώση των χρηματιστηριακών τιμών.
Το ζητούμενο είναι ποιο θα είναι το μονοπάτι προσαρμογής της οικονομίας προς το φυσικό επίπεδο απασχόλησης EN.
Από το παραπάνω σχήμα παρατηρούμε ότι στο σημείο Β, η ανεργία έχει ως αποτέλεσμα ο προσφερόμενος από τις επιχειρήσεις πραγματικός μισθός (W / P) να είναι υψηλότερος του πραγματικού μισθού (W / Pe) που διεκδικούν τα συνδικάτα, καθώς αυτά έχουν χάσει μέρος της διαπραγματευτικής τους δυνάμεως λόγω της επικρατούσας στην αγορά εργασίας καταστάσεως. Καθώς λοιπόν δεν υπάρχουν ισχυρές μισθολογικές επιχειρήσεις, τότε θα παρατηρηθεί διαχρονική πτώση του εγχωρίου επιπέδου τιμών, από P2 σε P1, θα οδηγήσει σε μια διαχρονική υποτίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμία (αύξηση της ανταγωνιστικότητας), η οποία καταστήσει δυνατή την κίνηση κατά μήκος της καμπύλης AD.
Εάν τώρα υπάρξει υποτίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας συνεπεία υποτίμησης της ονομαστικής συναλλαγματικής ισοτιμίας, τότε η καμπύλη συναθροιστικής ζήτησης θα μετατοπιστεί από την AD1 στην AD2, με αποτέλεσμα η οικονομία να ξαναβρεθεί στο επίπεδο της πλήρους απασχολήσεως (σημείο Β)
Μια πραγματική υποτίμηση ή αύξηση της ανταγωνιστικότητας (R­) επηρεάζει το εμπορικό ισοζύγιο δια των ακολούθων τρόπων: Κατ' αρχάς, η πραγματική υποτίμηση καθιστά τα εγχώρια αγαθά σχετικά φθηνότερα στο εξωτερικό (το κόστος ευκαιρίας των ξένων αγαθών αυξάνεται), οδηγώντας έτσι σε μια αύξηση της ξένης ζήτησης για αυτά (X­). Δεύτερον, η πραγματική υποτίμηση καθιστά τα ξένα αγαθά σχετικά ακριβότερα, οδηγώντας σε πτώση της ζήτησης τους, έτσι ο όγκος των εισαγωγών μειώνεται (M―). Τρίτον, η πραγματική υποτίμηση αυξάνει το ονομαστικό (= ποσότητα   τιμή) κόστος των εισαγωγών (MxR­).
Κατά συνέπεια μια αύξηση στην ανταγωνιστικότητα θα βελτιώσει το εμπορικό ισοζύγιο εάν τα θετικά αποτελέσματα της πραγματικής υποτίμησης (δηλαδή η αύξηση στον όγκο των εξαγωγών και η μείωση του όγκου των εισαγωγών) ξεπερνούν την αρνητική επίπτωση που επέχει η αύξηση στο κόστος των εισαγωγών. Εάν ισχύει το παραπάνω, κατόπιν λέμε ότι ικανοποιείται η συνθήκη Marshall-Lerner. Με άλλα λόγια, η συνθήκη Marshall-Lerner εξηγεί τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες η αυξανόμενη ανταγωνιστικότητα (πραγματική υποτίμηση) βελτιώνει την ισορροπία του εξωτερικού εμπορίου.
Εφ’ όσον λοιπόν P1 < Pe1, η καμπύλη συναθροιστικής προσφοράς θα μετατοπιστεί προς τα κάτω, από την SRAS1 στην SRAS2, μέχρι ότου η οικονομία επανέλθει στο φυσικό επίπεδο απασχόλησης.


* Ανώτατο Στέλεχος Βιομηχανίας, Υποψήφιος Διδάκτωρ
Διοίκησης Διεθνών Επιχειρήσεων - European University

  Περιεχόμενα
Editorial: ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟΥΣ... ΦΡΑΓΚΟΥΣ
Επικαιρότητα: ΑΠΕΡΡΙΦΘΗ...ΜΕΤ’ ΕΠΑΙΝΩΝ Η ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΣΤΗ ΛΙΤΟΤΗΤΑ
περιεχόμενα τ. 350/03.2009
Προτάσεις Αγοράς: Η ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ... ΘΗΡΙΟ
ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
Συνέντευξη: ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΡΑΡΔΟΣ - ΠΡΟΕΔΡΟΣ & ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ «ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΕ»
ΘΕΜΑ: ΑΓΟΡΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ
ΘΕΜΑ: ΤΡΑΠΕΖΕΣ
ΘΕΜΑ: ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ
ΦΑΚΕΛΟΣ: EUROBANK PROPERTIES
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΑΓΟΡΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ - ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΣΤΑΘΕΡΗ ΤΗΛΕΦΩΝΙΑ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: LOGISTICS & ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΓΟΡΕΣ
EUROMONEY
ΑΝΑΛΥΣΗ
ΑΝΑΛΥΣΗ
Αρθρο: Το «ΝΤΟΜΙΝΟ» ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙΤΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ
ΕΡΕΥΝΑ: STAT BANK
ΕΡΕΥΝΑ: ERNST & YOUNG
ΣΤΑ ΕΝΔΟΤΕΡΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΕ ΜΟΡΦΗ EBOOK

 Όροι και προϋποθέσεις του site