Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Απρίλιος 2009                              


ΑΡΘΡΟ



ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΥΦΕΣΗ ΓΙΑΤΙ ΜΠΗΚΑΜΕ, ΠΩΣ ΘΑ ΒΓΟΥΜΕ



Στο άρθρο αυτό επισημαίνονται οι κύριες αιτίες της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007, που εξελίχθηκε γρήγορα σε παγκόσμια οικονομική ύφεση, με άγνωστη ακόμη ένταση. Εξετάζονται επίσης οι επιπτώσεις της ύφεσης στην Ελλάδα και άλλες χώρες, καθώς και τα μέτρα πολιτικής για την αντιμετώπισή της.


από τον Ρωσσέτο Φακιολά*


Κύρια αιτία της τελευταίας χρηματοπιστωτικής  κρίσης θεωρείται η υπερβολική εμπιστοσύνη στην αυτορύθμιση των  αγορών, παρέχοντας πρόσθετες ενδείξεις ότι οι αγορές δεν φθάνουν πάντα στην ισορροπία, την οποία με αξιωματικό σχεδόν τρόπο δέχεται η οικονομική θεωρία ως τη «βέλτιστη» κατάσταση.
Τα γεγονότα του φυσικού κόσμου είναι ανεξάρτητα από την επίδραση όσων τα βιώνουν ή από τις απόψεις των επιστημόνων που τα διερευνούν. Οι οικονομικές όμως εξελίξεις προσδιορίζονται σε υψηλό βαθμό από τις αποφάσεις των συναλλασσόμενων  που βασίζονται στις προσδοκίες και τις επιδιώξεις τους, και τις τιμές αγοράς. Επιπλέον, οι συναλλασσόμενοι παίρνουν συχνά λανθασμένες αποφάσεις γιατί οι γνώσεις τους είναι ατελείς. Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι δυσχέρειες να προβλεφθούν μελλοντικές καταστάσεις. Τα σπουδαιότερα γεγονότα και οι εφευρέσεις από τα μέσα του περασμένου αιώνα δεν είχαν προβλεφθεί (διαδίκτυο, επέκταση της κινητής τηλεφωνίας, έξαρση της τρομοκρατίας, ταχύρρυθμη ανάπτυξη πολλών ασιατικών χωρών, έντονες διακυμάνσεις στην τιμή του αργού πετρελαίου την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, η πρόσφατη οικονομική ύφεση κ.ά.).


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Η πολιτική για φθηνό χρήμα που εφάρμοζε η Fed από της αρχές της δεκαετίας 2000 με κύριο σκοπό τη διατήρηση υψηλού ρυθμού ανάπτυξης οδήγησε σε αρνητικά πραγματικά επιτόκια, την πιστωτική επέκταση και την ταχύρρυθμη άνοδο στην οικοδομική δραστηριότητα. Αντίθετα, η πολιτική της ΕΚΤ και της Τράπεζας της Αγγλίας ήταν συγκρατημένη μέχρι το 2008, επισύροντας την κριτική ότι για να περιοριστεί ο πληθωρισμός παρεμποδίζονταν η επιτάχυνση του αναπτυξιακού ρυθμού. Τα ονομαστικά επιτόκια διατηρούνταν σε επίπεδα άνω του 4%, τα πραγματικά γύρω στο 2% και ο δεδηλωμένος σκοπός ήταν η νομισματική σταθερότητα.
Στις ΗΠΑ οι δανειζόμενοι προσδοκούσαν αύξηση στην αξία της ιδιοκτησίας πάνω από το κόστος για την απόκτησή της και επαληθεύονταν από τον υψηλό ρυθμό ανάπτυξης, τη χαμηλή ανεργία και τη γενική ευημερία. Το 40% περίπου των σπιτιών που αγοράζονταν ήταν για επένδυση ή αγορά δεύτερης κατοικίας.
Με τη συνεχή χαλάρωση στα σχετικά κριτήρια, χορηγούνταν ενυπόθηκα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης (subprimes) σε δανειολήπτες χωρίς εργασία, εισόδημα, περιουσιακά στοιχεία ή γνώσεις για την εκτίμηση των κινδύνων. Αναπτυσσόταν επίσης μια νοοτροπία αδιαφορίας για τις εξελίξεις στα βασικά οικονομικά μεγέθη και η απατηλή «βεβαιότητα» για μακροχρόνια οικονομική ανάπτυξη.
Αξιοποιώντας την εμπιστοσύνη των επενδυτών, τα πιστωτικά ιδρύματα απορροφούσαν νέα επενδυτικά κεφάλαια, μέρος των οποίων χρησιμοποιούνταν για υψηλές  αποδόσεις στους καταθέτες και μερίσματα στους μετόχους. Εφάρμοζαν  επίσης νέους τρόπους επιχειρηματικής δραστηριότητας και αύξησης του κύκλου εργασιών. Και επινοούσαν νέα πιστωτικά προϊόντα, αξιολογώντας τα με χαμηλή εκτίμηση. Παραγνώριζαν τους κινδύνους που εγκυμονούσαν και συχνά παρέκαμπταν τις κανονιστικές διατάξεις. Περιλάμβαναν επίσης διάφορα «επενδυτικά οχήματα»  (SIV ή SPV, Special Investment -ή Purpose- Vehicles)  που δεν αναφέρονταν στους ισολογισμούς (off balance-sheet activities) και ήταν εκτός ελέγχου των νομισματικών αρχών.
Με την αύξηση της κερδοφορίας, τα στελέχη των επιχειρήσεων και ιδιαίτερα οι διαχειριστές των κεφαλαίων κάλυψης (Hedge Funds) προέβαιναν σε σπάταλες επιχειρηματικές εκδηλώσεις και εισέπρατταν αμοιβές μέχρι και πάνω από 70 εκατ. δολάρια το χρόνο που δικαιολογούνταν από τα εμφανιζόμενα μεγάλα κέρδη.
Τον Αύγουστο του 2007 εκδηλώθηκαν τα πρώτα συμπτώματα της κρίσης με την αδυναμία πολλών δανειοληπτών να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους. Εξελίχθηκαν δε σε χιονοστιβάδα, με μείωση στη ρευστότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων, τις τιμές των κατοικιών και την οικοδομική δραστηριότητα. Επακολούθησε η μείωση των εισοδημάτων, η πτώση στη συνολική δαπάνη της οικονομίας και ο δισταγμός πολλών υποψήφιων επενδυτών να συμμετέχουν σε επιχειρηματικές πρωτοβουλίες. Η κρίση εξελίχθηκε σύντομα σε οικονομική ύφεση.


Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΥΦΕΣΗ
Με την κατάρρευση μεγάλων βιομηχανικών και εμπορικών επιχειρήσεων στις ΗΠΑ το 2008 προκλήθηκε παγκόσμια οικονομική αναταραχή που οδήγησε σε ύφεση, διαψεύδοντας τις ελπίδες ότι η κρίση θα περιορίζονταν στις πιστωτικές αγορές. Μέχρι το φθινόπωρο του 2008, τα συμπεράσματα από τις περισσότερες αναλύσεις ήταν ότι οι αγορές θα παρουσίαζαν βελτίωση από τις αρχές του 2009. Με τη χρεοκοπία όμως της Lehman Brothers (15/9/2008) και την απόρριψη από το Κογκρέσο της πρότασης για μεγάλη χρηματοδότηση των τραπεζών (που σύντομα όμως ανακλήθηκε), πολλοί αναλυτές προέβλεπαν ένταση και μακρά διάρκεια της ύφεσης. Έκτοτε ανακοινώνονται προβλέψεις με αυξανόμενη συχνότητα, χωρίς όμως να παρουσιάζουν σύγκλιση. Το Φεβρουάριο του 2009 ο ΟΟΣΑ, η ΕΚΤ και η ΕΕπ. προέβλεπαν μείωση του ΑΕΠ για τις περισσότερες χώρες το 2009 (-2% για την Ευρωζώνη, +0,2% για την Ελλάδα) και το ΔΝΤ μηδενική περίπου αύξηση στο παγκόσμιο ΑΕΠ. Ελάχιστοι πλέον ελπίζουν σε ενθαρρυντικές ενδείξεις πριν από το  2010.


ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΦΕΣΗΣ
Η ύφεση έχει κοστίσει γύρω στα 53 τρισ. δολ. σε μείωση αξιών, με παγκόσμιο ΑΕΠ περίπου 67 τρισ. δολ., 17 τρισ. δολ. στην ΕΕ, 14 τρισ. δολ. στις ΗΠΑ και 300 δισ. δολ. και πλέον στην Ελλάδα. Το μισό περίπου επιβαρύνει χώρες εκτός των ΗΠΑ από τη μείωση στις τιμές των αμερικανικών μετοχών και δομημένων ομολόγων που έχουν αποκτήσει. Για να ανακάμψει η  πραγματική οικονομία υπολογίζεται ότι απαιτούνται 8 τρισ. δολ. που θα αυξήσουν  περαιτέρω το δημόσιο χρέος (περίπου 10 τρισ. δολ. στις ΗΠΑ, γύρω στο 100% του ΑΕΠ στην Ελλάδα και Ιταλία). Έχουν ήδη διατεθεί περίπου 3 τρισ. δολ. και πρόσθετοι πόροι μπορούν να εξασφαλιστούν από ορισμένες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες, την Ιαπωνία, και την Κίνα, και ασφαλώς τις ατλαντικές χώρες. Τα «προπύργια» του φιλελευθερισμού ΗΠΑ και ΗΒ κρατικοποίησαν τράπεζες ή συμμετείχε το κράτος στο μετοχικό τους κεφάλαιο* (1). Ιαπωνία και Αυστραλία ακολουθούν παρόμοιες πολιτικές. Αν και απαραίτητα, τα μέτρα αυτά δεν έχουν αποτρέψει μέχρι τώρα την επιδείνωση της ύφεσης.


ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Αντικατοπτρίζοντας τη λαϊκή δυσφορία για μια επιχειρούμενη «κοινωνικοποίηση» των ζημιών δίχως κοινωνική δικαιοσύνη και λογοδοσία των υπευθύνων, η πρώτη αντίδραση στην κρίση ήταν να αφεθούν οι επιχειρήσεις να την αντιμετωπίσουν με τα περιουσιακά τους στοιχεία και τους (ωφελημένους  στο παρελθόν) μετόχους τους. Όλοι όμως συμφωνούν τώρα ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση της ύφεσης απαιτεί την ενίσχυση της συνολικής ζήτησης και της αγοράς εργασίας, για να διασφαλιστούν οι θέσεις εργασίας που απειλούνται και οι μελλοντικές ευκαιρίες απασχόλησης.
H Fed μείωσε επανειλημμένα τα προεξοφλητικά επιτόκια και κρατικοποίησε ή ενίσχυσε πολλά μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα, χορηγώντας, μεταξύ άλλων μέτρων 1 τρισ. δολ. για την «διάσωσή» τους. Τον Οκτώβριο του 2008 άρχισε να ενισχύει και μεγάλες εταιρίες, όπως η General Motors για να αποτραπεί η κατάρρευσή τους  και να περιοριστούν οι απολύσεις χιλιάδων εργαζομένων.  Ταυτόχρονα άρχισε και η ΕΚΤ να χορηγεί μεγάλες πιστώσεις στα κράτη-μέλη. Προκύπτουν επίσης διαφορές μεταξύ των ΗΠΑ που προτείνουν να διατεθεί μέχρι το 2% του ΑΕΠ για την  ενίσχυση της οικονομίας και της ΕΕ που δεν δέχεται τόσο μεγάλη αύξηση του δημοσίου χρέους.
Θα αποφευχθεί όμως η προσφυγή στον προστατευτισμό που θα επιδείνωνε την ύφεση; Αυτό υπόσχονται όλες οι κυβερνήσεις αλλά αναγκάζονται να υποχωρούν, έστω και προσωρινά, σε μεγάλες εσωτερικές πιέσεις.  Επίσης, θα ενισχυθεί κυρίως η κατανάλωση ή η επένδυση και με ποια μέσα;


ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΜΕΤΡΑ
Για την ενίσχυση της κατανάλωσης προτείνονται κυρίως η μείωση του ΦΠΑ (ΗΒ), η χορήγηση γραμματίων αγοράς καταναλωτικών αγαθών (Γερμανία) και η αύξηση των επιχορηγήσεων σε αγρότες, συνταξιούχους και άλλες κατηγορίες του πληθυσμού με σχετικά χαμηλό εισόδημα (διάφορες μεσογειακές χώρες). Η με οποιοδήποτε τρόπο ενίσχυση της κατανάλωσης θα περιορίσει τις αντιδράσεις από ενδεχόμενη σημαντική πτώση του βιοτικού επιπέδου. Θα ενισχύσει όμως παράλληλα την εξίσου δυσχερή στην αντιμετώπισής της πεποίθηση στον πληθυσμό, ότι μπορεί να διατηρεί αλλά και να προσδοκά συνεχή άνοδο του βιοτικού επιπέδου, ακόμη και αν αυτό δεν δικαιολογείται από το ύψος της ατομικής παραγωγικότητας και το μέγεθος της παραγωγής στη χώρα. Οι διεκδικήσεις που προκύπτουν από την πεποίθηση αυτή προβάλλονται συχνά ως «κεκτημένα και αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα». Εθίζονται  λοιπόν μεγάλες κατηγορίες νοικοκυριών σε καταναλωτικά επίπεδα ανώτερα από εκείνα που δικαιολογεί το εισόδημά τους αυξάνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις, όπως π.χ. στις ΗΠΑ που τροφοδοτούνταν από την πιστωτική επέκταση και τις μεγάλες πολεμικές τους δαπάνες, και στην Ελλάδα.
Πρόσθετο πρόβλημα στις αναπτυγμένες χώρες είναι η «ζήτηση αντικατάστασης» για πολλά διαρκή καταναλωτικά αγαθά. Με τη σημερινή  ψυχολογία οι καταναλωτές διστάζουν να προβούν στις σχετικές δαπάνες εάν δεν πρόκειται για «νέα» προϊόντα, όπως π.χ ηλεκτρικά αυτοκίνητα με αυτονομία πολλών χιλιομέτρων ή σημαντικά χαμηλότερη κατανάλωση καυσίμων. Δίχως λοιπόν την εμφάνιση σοβαρών καινοτομιών είναι αναπόφευκτη η εκδήλωση υψηλής ανεργίας σε χώρες με το 15% περίπου της συνολικής απασχόλησης στους κλάδους που σχετίζονται άμεσα με την αυτοκινητοβιομηχανία. Παρόμοια ισχύουν και για τις περισσότερες οικιακές συσκευές.


ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Σε όλες σχεδόν τις χώρες, μικρό μόνο ποσοστό του χρέους έχει αξιοποιηθεί για επενδύσεις υλικού κεφαλαίου και την ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων. Αυτό συνεπάγονταν  σημαντική αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος όσων αποταμίευαν σε υγιή ομόλογα και μακροπρόθεσμες τραπεζικές καταθέσεις. Όσοι αύξησαν απλώς την κατανάλωσή τους επιβαρύνονται με τα τοκοχρεολύσια που καλούνται άμεσα ή έμμεσα να εξοφλούν.
Με την ενίσχυση των επενδύσεων σε βασικές υποδομές, που υιοθετούν τώρα οι περισσότερες χώρες διευρύνεται η παραγωγική δυναμικότητα και μπορεί να  ενισχύεται άμεσα η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και το εισόδημα μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού. Με την ενίσχυση δε της τεχνολογικής και κοινωνικής καινοτομίας προκύπτει άνοδος της παραγωγικότητας όλων των παραγωγικών συντελεστών και  βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Δημιουργούνται επίσης νέα προϊόντα με ικανοποιητική ζήτηση στην αγορά. Αυτά δε που σχετίζονται με την εξοικονόμηση πόρων και την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έχουν και οικολογικό  αποτέλεσμα. Έστω και εάν παράγονται με διαδικασίες υψηλής έντασης κεφαλαίου και τεχνολογίας αυξάνουν τη ζήτηση εργασίας σε πολλούς κλάδους, από την επιστημονική έρευνα μέχρι την κατασκευή των απαιτούμενων έργων υποδομής.
Διλήμματα προκύπτουν και για άλλα θέματα. Εάν ο ετήσιος πληθωρισμός υπερβεί το 2-3%, θα διευκολυνθεί η μείωση του δημοσίου χρέους. Θα προκληθούν όμως στρεβλώσεις στις συναλλαγματικές ισοτιμίες και τις νομισματικές ροές. Οι συγχωνεύσεις τραπεζών έχουν καταρχήν θετικά αποτελέσματα γιατί ενισχύουν την αποδοτικότητα. Ανακύπτουν όμως προβλήματα «ηθικού κινδύνου», εάν δημιουργηθούν ολιγοπωλιακές επιχειρήσεις που θα είναι  «πολύ μεγάλες για να αφεθούν  να αποτύχουν». Σε βάθος χρόνου θα πρέπει να ληφθούν αυστηρότερα μέτρα για την ενίσχυση του ανταγωνισμού.
Διαφορές προκύπτουν και ως προς τις σχέσεις κράτους και αγοράς. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕπ.) επιδιώκει μικρά ελλείμματα και χαμηλό πληθωρισμό και ζητά αύξηση των εσόδων και μείωση των δαπανών. Καθήκον όμως των εθνικών κυβερνήσεων είναι η  «προστασία» του εισοδήματος των χαμηλότερων εισοδημάτων.


ΔΥΣΧΕΡΕΙΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Η διεθνής συνεργασία των εποπτικών αρχών για το συντονισμό των  χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων είναι ελλιπής και σε αρκετούς τομείς ουσιαστικά ανύπαρκτη. Η αποτελεσματικότητα δε της πολιτικής για την ενίσχυση της ζήτησης με μείωση των επιτοκίων έχει φθάσει τα όριά της. Σε ΗΠΑ, Ιαπωνία, ΗΒ  και Ευρωζώνη το  προεξοφλητικό επιτόκιο είναι ήδη στο 1% ή κάτω από αυτό (το χαμηλότερο, αντίστοιχα, από την ίδρυση της ΕΚΤ και της Τράπεζας της Αγγλίας το 1694) και χαμηλότερο από τον πληθωρισμό.
Στις μακρές διαβουλεύσεις για τη ρύθμιση του διεθνούς νομισματικού συστήματος στο Breton Woods (1944-46), οι βορειοατλαντικές χώρες συμμετείχαν με 90% στην παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα. Σήμερα μόνο με 50% (οι ΗΠΑ με 23% περίπου). Η ταχύρρυθμη δε οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη μεγάλων χωρών στην Ευρασία και τη Νότια Αμερική προοιωνίζεται τη γρήγορη εξέλιξη προς μια πολυκεντρική διεθνή κοινωνία. Οι ΗΠΑ λοιπόν διαθέτουν περιορισμένες δυνατότητες να επηρεάζουν αποφασιστικά τα γεγονότα σε παγκόσμιο επίπεδο, παρότι φιλοξενούν τα κύρια πιστωτικά, πολιτικά και ιδρύματα αξιολόγησης (ΔΝΤ, Διεθνής Τράπεζα, ΟΗΕ). Επικρίνεται δε αυστηρά η πολιτική τους σε πολλά θέματα. Επιπλέον, οι ισχυροί σε επιρροή οργανισμοί αξιολόγησης ευθύνονται για πολλές αστοχίες. Εκφράστηκαν π.χ. ευνοϊκά για τη Lehman Brothers, λίγες μέρες πριν την κατάρρευσή της. Συχνά δε πυροδοτούν έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις, αντί να προσφέρουν αξιόπιστη πληροφόρηση σε επενδυτές και δανειολήπτες.


ΘΕΣΜΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΥΦΕΣΗΣ
Η έξοδος από την ύφεση θα επιταχυνθεί εάν συνεχιστούν οι πολυμερείς διεθνείς συσκέψεις για τη χάραξη κοινής πολιτικής. Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν γνωρίζει σύνορα και οι κρίσεις εξαπλώνονται γρήγορα σε όλες τις χώρες.
Την 15/11/2008 συνήλθε στις ΗΠΑ το συμβούλιο κορυφής  «20 χωρών», ένα διευρυμένο G8 του ΟΟΣΑ, με σκοπό να συμβάλλει στην αποτροπή των  κρίσεων και τη διαμόρφωση νέων κανονισμών εποπτείας, που περιλαμβάνει και νέες χώρες ως ισότιμες συνομιλήτριες (Κίνα, Ινδίες, Βραζιλία, Αργεντινή. Σαουδική Αραβία, Ισπανία, Νοτιο-Αφρικανική Ένωση, Ινδονησία, Τουρκία κ.ά). Η επόμενη συνεδρία ορίσθηκε στο Λονδίνο (2/4/2009) και στα μέσα Μαρτίου συνήλθαν οι υπουργοί οικονομικών των χωρών αυτών.
Και το ΔΝΤ μπορεί να συμβάλλει στο σκοπό αυτό, με βάση την εμπειρία που διαθέτει. Θα ήταν επίσης χρήσιμο να επανεξεταστούν οι κανόνες της Βασιλείας ΙΙ για την καλύτερη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τον περιορισμό στην ένταση των κυκλικών διακυμάνσεων. Το ίδιο ισχύει για την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (Bank of International Settlement) στην Ελβετία, που εποπτεύει την εκκαθάριση (clearing) των λογαριασμών και την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη. Αναγνωρίζεται επίσης  η ανάγκη βελτίωσης στο λογιστικό  χειρισμό προϊόντων, για τα οποία δεν υπάρχει οργανωμένη αγορά ή αφορούν περίπλοκα παράγωγα, με σκοπό τη διασφάλιση έγκαιρης και αξιόπιστης πληροφόρησης των εποπτικών αρχών και των επενδυτών. Χρειάζεται ακόμη συντονισμός των διεθνών κανόνων για την εποπτεία των τραπεζών, σε συνδυασμό με εκείνους  που επιβάλλονται από τα Σύμφωνα Σταθερότητας της ΕΕ.


Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Η κυβέρνηση αναγνωρίζει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζονται. Τονίζει όμως ότι η οικονομία έχει θωρακιστεί με τις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών και τα πρόσφατα μέτρα πολιτικής. Αν και αποδυναμώνονται οι παράγοντες που στήριξαν την άνοδο της εγχώριας ζήτησης και τον υψηλό ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης τα τελευταία 13 χρόνια (4% κατά μέσον όρο), υποστηρίζεται ότι οι τράπεζες είναι ισχυρές στην κεφαλαιακή τους επάρκεια. Έχουν επίσης περιορισμένη έκθεση στη χορήγηση πιστώσεων υψηλού κινδύνου και εμπλοκή σε τοξικά προϊόντα. «Η εισαγόμενη κρίση βρήκε  το τραπεζικό σύστημα υγειές, ασφαλές και σταθερό» (Τράπεζα της Ελλάδος, Ενδιάμεση Έκθεση 2008:24).
Με έγκαιρη παρέμβασή της, η κυβέρνηση εγγυήθηκε τις καταθέσεις στις τράπεζες (μέχρι 100.000 ευρώ για κάθε συμμέτοχο σε κοινό λογαριασμό και για κάθε τράπεζα χωριστά) και δεσμεύτηκε (πολιτικά) για το σύνολο των καταθέσεων, αποτρέποντας την απόσυρσή τους από τους καταθέτες. Χορήγησε ακόμη στις τράπεζες 28 δισ. ευρώ για να διευκολυνθούν οι πιστώσεις σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, διαβεβαιώνοντας ότι παρέχονται με εγγύηση την έκδοση προνομιούχων (και συνεπώς μερισματοφόρων μετοχών), και το δικαίωμα απόκτησης άλλων μετοχών σε χαμηλότερη τιμή, στην περίπτωση μη εμπρόθεσμης αποπληρωμής του χρέους. Τοποθετήθηκαν επίσης κυβερνητικοί επίτροποι στα διοικητικά τους συμβούλια και ελέγχονται οι τυχόν υπερβολικές αμοιβές στελεχών. Για την κάλυψη όμως των υψηλών επιτοκίων καταθέσεων και του αυξημένου πλέον πιστωτικού κινδύνου, οι τράπεζες εξακολουθούν να δανείζουν με υψηλό επιτόκιο και μόνο σε αξιόπιστες επιχειρήσεις και νοικοκυριά.


ΕΛΛΕΙΜΑΤΙΚΕΣ ΔΕΚΟ
Είναι όμως επαρκή τα μέτρα που έχουν ληφθεί και έχουν πραγματοποιηθεί οι αναγκαίες μεταβολές στην οικονομία; Οι δεκάδες των δημοσκοπήσεων που δημοσιεύονται κάθε χρόνο δείχνουν ότι οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις εγκρίνονται από την πλειονότητα του πληθυσμού. Για κάθε όμως σχετική πρωτοβουλία από οποιαδήποτε κυβέρνηση εκδηλώνεται μεγάλη αντίδραση από εκείνους που θεωρούν ότι θίγονται, περιορίζοντας τα  αποτελέσματά της. Η  αντίδραση ενισχύεται βέβαια όταν οι κυβερνητικές προτάσεις δεν είναι καλά μελετημένες και δεν ακολουθούνται από την κατάλληλη επικοινωνιακή πολιτική. Η πρόοδος λοιπόν που πραγματοποιείται είναι αργή, συγκριτικά με εκείνη στις περισσότερες χώρες της ΕΕ-15, οι οποίες συνεχίζουν εντούτοις επίμονα τις μεταρρυθμίσεις στην οικονομία και την ενίσχυση του ελεύθερου ανταγωνισμού.
Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στον περιορισμό της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής, δυσχεραίνεται ο έλεγχος των πρωτογενών δημοσίων εσόδων και δαπανών. Συνεχίζονται π.χ. τα ελλείμματα των ΔΕΚΟ (σε υψηλό βαθμό εξαιτίας της κακοδιοίκησης), οι ανερχόμενες δαπάνες για την Κοινωνική Ασφάλιση και Κρατική Πρόνοια (από την προϊούσα γήρανση του πληθυσμού και πρόσφατα από τη μείωση του εισοδήματος σε υψηλό ποσοστό των κατοίκων της χώρας) και οι  κρατικές χορηγίες σε πολλούς άλλους τομείς Επιπλέον, οι συναλλαγματοφόροι κλάδοι της ναυτιλίας και  του τουρισμού έχει ήδη πληγεί από την ύφεση.


ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΧΡΕΟΥΣ
Η Ελλάδα επιβαρύνεται με ετήσιους τόκους 12 δισ. ευρώ και χρεολύσιο 30 δισ. ευρώ για την εξυπηρέτηση του υψηλού δημόσιου χρέους. Με την κατάταξή της δε σε δανειολήπτη υψηλού κινδύνου επιβαρύνεται με διαρκώς υψηλότερα επιτόκια, καθιστώντας πιο επιτακτική την ανάγκη για αναδιάρθρωση του χρέους, σε συνεννόηση με τη ΕΕπ. Δυσχεραίνεται όμως ο περιορισμός του χρέους γιατί, όπως και σε πολλές άλλες χώρες, επί πολλά χρόνια η τελική κατανάλωση ήταν μεγαλύτερη από το παραγόμενο προϊόν. Εντούτοις, είναι εδραιωμένη η πεποίθηση σε υψηλό ποσοστό του πληθυσμού ότι βιώνει μια μακρά περίοδο λιτότητας με υψηλή ανεργία, χαμηλούς μισθούς, μεγάλη φορολογία και ανεπαρκείς κρατικές παροχές, παρά το διπλασιασμό σχεδόν του προσδόκιμου ζωής και την αύξηση κατά 20 περίπου φορές των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από προπολεμικά, την ιδιοκατοίκηση του 84% των νοικοκυριών, την κυκλοφορία σχεδόν 5 εκατ. αυτοκινήτων, τον πολλαπλασιασμό των ελλήνων τουριστών στο εξωτερικό κ.ά.
Επιπλέον, χαμηλό μόνο ποσοστό της κοινοτικής βοήθειας των 94 δισ. ευρώ έχει απορροφηθεί σε παραγωγικές επενδύσεις και έργα υποδομής. Αντίθετα, έχουν  χρησιμοποιηθεί μεγάλης αξίας πόροι για καταναλωτικούς σκοπούς ή για δραστηριότητες αμφίβολης χρησιμότητας, όπως οι άτυποι κύκλοι σπουδών για μετεκπαίδευση. Αν και οι πιστώσεις στους ιδιώτες μέσω των ΣΔΙΤ συμβάλλουν στην αξιοποίηση ιδιωτικών αποταμιεύσεων και την καλύτερη διαχείριση των δημοσίων επενδύσεων, φαίνεται ότι χρειάζεται πιο μελετημένος προγραμματισμός στην επιλογή των δημοσίων έργων.
Είναι τέλος θετικό ότι η ΕΕπ. ανέχεται το δημοσιονομικό έλλειμμα μέχρι το 2010 (στις περισσότερες χώρες υπερβαίνει το οριζόμενο 3%), αποδεχόμενη την προσωρινή και υπό όρους χαλάρωση στην εφαρμογή των διατάξεων του Συμφώνου Σταθερότητας. Επιμένει όμως ότι οι χώρες-μέλη πρέπει να συνεχίσουν τις προσπάθειες για τη δημοσιονομική πειθαρχία και είναι ιδιαίτερα αυστηρή σε χώρες με υψηλό χρέος. Εκφράζει επίσης ανησυχία για το μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας (15% του ΑΕΠ), παρότι αυτό δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία της.


* Ο κ. Φακιολάς είναι Ομότιμος Καθηγητής Οικονομικής
του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου


* (1) Η κρατικοποίηση τραπεζών υποδηλώνει ότι (κατά παράφραση της ρήσης του Κλεμανσώ για τον πόλεμο και τους στρατηγούς) «οι τράπεζες παίζουν πολύ σοβαρό ρόλο στην οικονομία για να αφεθούν στα χέρια των τραπεζιτών»!

  Περιεχόμενα
Editorial
περιεχόμενα τ. 351/04.2009
Επικαιρότητα
Προτάσεις Αγοράς
Συνέντευξη: Αρης Ξενόφος
Αφιέρωμα: Διαχείριση Κεφαλαίων
ΘΕΜΑ: Εξελίξεις στην Αγορά Ακινήτων
Θέμα: Αλλαγή Πλεύσης
Αφιέρωμα: Αγορά Φαρμάκου
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Νέα Χορηγητικά Προϊόντα
EUROMONEY: Δομημένα Προϊόντα για Δύσκολους Καιρούς
Διεθνείς Αγορές: 8 εκατ. Ευρωπαίοι θα χάσουν τη δουλειά τους μέσα στο 2009
Αρθρο: Αντιμέτωποι με την ύφεση, γιατί μπήκαμε, πώς θα βγούμε
ΑΝΑΛΥΣΗ: ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΥΡΩ, ΤΙ ΚΑΤΑΦΕΡΕ, ΠΟΥ ΑΤΥΧΗΣΕ, ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ
ΑΝΑΛΥΣΗ: ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΕΣ: ΜΠΟΡΕΙ ΤΟ 2009 ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΜΕ ΣΕ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΥΨΗΛΟΤΕΡΟΥ ΡΙΣΚΟΥ;
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ: ΑΝΤΕΧΕΙ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ
Ερευνα: της DELOITTE
Ερευνα της ICAP: Ελληνικές επιχείρησεις
Ερευνα της EXPERIAN: Ξοδεύεουν λιγότερα το 2009 οι Ευρωπαίοι καταναλωτές
Στα ενδότερα του Χρηματιστηρίου Αθηνών
Παρουσιάσεις
Τα Νέα της Αγοράς
Δία Ταύτα: Ουδείς ασχολείται με την ουσία…
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΕ ΜΟΡΦΗ EBOOK

 Όροι και προϋποθέσεις του site