Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Μάιος 2009                              

EUROMONEY



ΜΑΘΗΜΕΝΗ ΣΤΙΣ ΚΡΙΣΕΙΣ
Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
ΘΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΙ, ΟΜΩΣ,
ΝΑ «ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΕΙ» ΚΑΙ ΤΩΡΑ;


Η τουρκική οικονομία έχει πετύχει σημαντικά βήματα προόδου από την τρομερή οικονομική και νομισματική κρίση που την ταλαιπώρησε το 2001. Το ερώτημα είναι αν έχει αλλάξει αρκετά ώστε να μπορέσει να αντεπεξέλθει με επιτυχία ακόμη μία μεγάλη πρόκληση, η οποία δεν είναι άλλη από την παγκόσμια κρίση που όλες οι χώρες αντιμετωπίζουν.



από τον Γκάι Νόρτον -
αποστολή στην Κωνσταντινούπολη


Καμία άλλη από τις αναδυόμενες αγορές της Ευρώπης δεν έχει την εμπειρία των οικονομιών κρίσεων που έχει η Τουρκία. Έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής ιστορίας της μετακινούμενη διαδοχικά από φάσεις παραγωγικής άνθησης σε φάσεις απότομης επιδείνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, που επανειλημμένως την έφεραν στα πρόθυρα χρεοκοπίας, η χώρα επλήγη το 2001 από μία πρωτοφανή οικονομική κρίση, ακριβώς τότε που άλλες χώρες της λεγόμενης Νέας Ευρώπης εισέρχονταν σε μία περίοδο που φάνταζε σαν μια «χρυσή εποχή» υψηλής ρευστότητας και ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης.
«Η κρίση του 2001 ήταν επακόλουθο τεσσάρων δεκαετιών στρεβλώσεων και κακοδιαχείρισης», λέει ο Σερχάν Τσεβίκ, έμπειρος οικονομικός αναλυτής της Nomura International στο Λονδίνο. «Αυτοί οι παράγοντες έφεραν την Τουρκία στα πρόθυρα κατάρρευσης». Υποστηρίζει ότι χάρη στις πολιτικο-οικονομικές μεταρυθμίσεις, που εφαρμόσθηκαν από το 2001 και μετά, η Τουρκία βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις που θα προκύψουν στο δρόμο της. «Η Τουρκία είναι πολύ διαφορετική σήμερα συγκρινόμενη με το 2001. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άτρωτη, σημαίνει όμως ότι δεν υφίσταται πλέον το είδος του συστημικού κινδύνου που υπήρχε τότε.»
Αν και κανείς στην Τουρκία δεν θα ισχυριζόταν ότι η πιθανότητα μιας οικονομικής κατάρρευσης είναι εντελώς απίθανη, από όλους εκφράζεται η άποψη ότι -τουλάχιστον μέχρι τώρα- οι οικονομικές επιπτώσεις των τελευταίων 12 μηνών ωχριούν συγκρινόμενες με εκείνες του 2001. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το 2001 ήταν περισσότερο επώδυνο, κρινόμενο από την τοπική οπτική γωνία, λέει η Φεϊζά Σενσόι, διευθύνουσα σύμβουλος και επί κεφαλής επενδυτικής τραπεζικής στην UBS Istanbul. Λέει ακόμη: «To 2008 δεν είδαμε επιπτώσεις στις τράπεζες, το νόμισμα και τις αγορές, σαν κι αυτές που είδαμε το 2001.»


ΕΙΣΑΓΟΜΕΝΗ ΥΦΕΣΗ
Οι δείκτες βιομηχανικής παραγωγής και καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησαν θεαματικά τους τελευταίους μήνες, καθώς βαθαίνει η ύφεση στην Ευρώπη, η οποία απορροφά το 60% των τουρκικών εξαγωγών, ενώ αντιπροσωπεύει το 80% των ξένων άμεσων επενδύσεων στη χώρα. Παρά ταύτα, ο Ράιχαρντ Κλους, οικονομολόγος της UBS, λέει: «Παρά τις πολύ δυσχερείς προοπτικές που διαγράφονται, η Τουρκία βρίσκεται σε καλύτερη θέση από άλλες χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες υποφέρουν από πολύ σοβαρότερα μακροοικονομικά και δομικά προβλήματα.»
Το φλέγον ερώτημα, καθώς ο κόσμος όλος βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μελανή προοπτική της χειρότερης οικονομικής κρίσης από την εποχή του Μεγάλου Κραχ της δεκαετίας του 1930, είναι αν η Τουρκία μπορεί και πάλι να επιβεβαιώσει το δικό της ιστορικό προηγούμενο, που τη θέλει να εξέρχεται με σχετική επιτυχία από τις περιόδους οικονομικών κρίσεων που αντιμετωπίζει τακτικά. Αν δηλαδή στο τέλος της «καταιγίδας» θα είναι από αυτούς που έχουν μέχρι και ωφεληθεί από αυτήν ή από αυτούς που έπεσαν  θύματα στο πέρασμά της.
«Δυστυχώς, ο τόμος που θα περιέγραφε τις οικονομικές κρίσεις που έπληξαν την Τουρκία θα ήταν πολύ παχύς», λέει ο Μερτ Γιαζιτζίογλου, εκτελεστικός αντιπρόεδρος της τράπεζας Yapi Kredi. Παρ’ όλα αυτά, μεταξύ των μελών της χρηματοοικονομικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης επικρατεί η πεποίθηση ότι η Τουρκία είναι καλύτερα τοποθετημένη τώρα απέναντι στην κρίση, σε σχέση με το πώς ήταν πριν από λίγα χρόνια. «Οι Τούρκοι τραπεζίτες έχουν ωφεληθεί πολύ, καθώς διαθέτουν πολύτιμη εμπειρία από τις προηγούμενες οικονομικές κρίσεις που έχουν αντιμετωπίσει», λέει ο κ. Γιαζιτζίογλου. «Η γνώση των περισσοτέρων τραπεζιτών στις ανεπτυγμένες αγορές, σχετικά με τις κρίσεις, πηγάζει κυρίως μέσα από πανεπιστημιακά βιβλία. Εμείς έχουμε ζήσει και δουλέψει μέσα σε περιβάλλον κρίσης.»
Ο κ. Γιαζιτζίογλου, μάλιστα, δεν είναι ο μόνος που θεωρεί ότι η γνώση και η εμπειρία που αποκτήθηκαν με οδυνηρό τρόπο στη δεκαετία του 1990 και το 2001 κάνει τη χώρα του σήμερα να πατά καλύτερα στα πόδια της. «Κοιτάζοντας πίσω, θα έλεγα ότι η κρίση του 2001 ήταν ένα από τα καλύτερα πράγματα που συνέβησαν ποτέ στον τουρκικό τραπεζικό κλάδο», λέει ο Μαχμούτ Καγιά, εκτελεστικός αντιπρόεδρος και επί κεφαλής έρευνας και θεσμικών πωλήσεων στην Garanti Securities. «Οδήγησε στην ίδρυση της Τραπεζικής Εποπτικής και Ρυθμιστικής Αρχής , η οποία διαμόρφωσε έναν από τους αυστηρότερα εποπτευόμενους και συντηρητικότερα διοικούμενους τραπεζικούς κλάδους του κόσμου.» Ο Τανζού Γιουκσέλ, βοηθός γενικός διευθυντής στην Vakifbank, είναι ακόμη ένας τραπεζίτης που πιστεύει ότι τα πικρά μαθήματα από το οικονομικό παρελθόν της Τουρκίας συντελούν ώστε ο τραπεζικός τομέας της χώρας να βρίσκεται σήμερα καλύτερα εξοπλισμένος απέναντι στην «καταιγίδα» απ’ ό,τι συμβαίνει στις περισσότερες άλλες αναδυόμενες αγορές. «Στην Τουρκία ζήσαμε ένα άλλο 2008, το 2001. Η εμπειρία της εκτίναξης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, που ακολούθησε το 2001, οδήγησε στο να είμαστε πολύ προσεκτικοί στις χορηγήσεις ώστε να έχουμε πολύ υψηλό ποσοστό υγιών δανείων, ακόμη και στη διάρκεια της σημαντικής οικονομικής άνθησης και ανάπτυξης των τελευταίων ετών», λέει ο κ. Γιουκσέλ.


ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Πράγματι, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είχαν εκτιναχθεί στο 25% μετά την κρίση του 2001, ανέρχονταν μόλις σε 3,5% στο τέλος του 2008. Ο κ. Γιουκσέλ συμφωνεί ότι το ποσοστό αυτό μπορεί να διπλασιασθεί στο 2009, αλλά και πάλι θα κυμαίνεται σε ένα σαφέστατα πιο εύκολα διαχειρίσιμο επίπεδο από εκείνο του 2001. «Θα δούμε περισσότερα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, σε επίπεδο όμως που ο βαθμός κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών θα μπορεί να απορροφήσει», υποστηρίζει ο κ. Γιουκσέλ. Στο τέλος του 2008 ο μέσος βαθμός κεφαλαιακής επάρκειας στις μεγάλες τουρκικές τράπεζες κυμαινόταν περί το 17,5%. Ο κ. Γιουκσέλ υπογραμμίζει ότι η συντηρητική δανειακή και γενικότερη πολιτική, που ασκούσαν οι τραπεζίτες της Τουρκίας μετά το 2001, ήταν αυτό που κατέστησε μη απαραίτητη την παρέμβαση των αρχών της Άγκυρας το 2008, στην κατεύθυνση υπαγωγής τραπεζών υπό δημόσιο έλεγχο, κάτι που συνέβη σε πολλές αγορές, τόσο αναδυόμενες όσο και ανεπτυγμένες. Τονίζει, επίσης, ότι «ο τουρκικός τραπεζικός τομέας δεν είχε καμία έκθεση σε τοξικούς τίτλους, όπως τα στεγαστικά ομόλογα των ΗΠΑ, ούτε έκθεση σε χώρες που αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσχέρειες, όπως η Ισλανδία».
Η κα Σενσόι της UBS θεωρεί ότι μία από τις αρετές του τουρκικού τραπεζικού τομέα είναι η σχετική «καθυστέρηση» που επικρατεί στην ανάπτυξή του, όσον αφορά στα επίπεδα διάθεσης επενδυτικών προϊόντων υψηλότερου κινδύνου. Εξηγεί δε ότι «οι τουρκικές τράπεζες βρίσκονται σε καλύτερη θέση από τα περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα παγκόσμιας εμβέλειας, όπως και από τα περισσότερα των αναδυομένων αγορών. Η απουσία περίπλοκων δομημένων χρεογράφων σήμαινε, για τις περισσότερες τουρκικές τράπεζες, περιορισμένη χρήση του ισολογισμού τους, ενώ η μικρή διείσδυση –στο επίπεδο του 5% του ΑΕΠ- των στεγαστικών δανείων, περιορίζει τις επιπτώσεις στα καταναλωτικά δάνεια». Υπογραμμίζει, μάλιστα, ότι «μερικές τουρκικές τράπεζες μπορεί να συγκαταλέγονται στις ελάχιστες ανά τον κόσμο που θα διανείμουν μέρισμα για τα κέρδη του 2008»!


ΔΥΣΚΟΛΟ 2009
Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι κανείς έχει την ψευδαίσθηση ότι το 2009 δεν θα είναι δύσκολο έτος και για την Τουρκία, δεδομένης της κατά πολύ περιορισθείσας πρόσβασης σε δανειακά κεφάλαια. Όμως, όπως υποδεικνύει ο Σερχάτ Γκιουρλεγιέν, επί κεφαλής ερευνών στην Is Investment, η αντοχή των τουρκικών τραπεζών στους εισαγόμενους κραδασμούς έχει αυξηθεί πολύ τα τελευταία χρόνια, αφού ο χονδρικός τραπεζικός δανεισμός αντιπροσωπεύει μόνο το 16% του συνολικού, ενώ τα κοινοπρακτικά δάνεια και οι τιτλοποιήσεις μόλις το 6%.
Παρ’ όλα αυτά, η γενικότερη αλλαγή, διεθνώς, της διάθεσης ανάληψης κινδύνου, κάνει τις τουρκικές τράπεζες να αντιμετωπίζουν προβλήματα αναχρηματοδότησης του δανεισμού τους. «Αν και τα κέρδη της μητρικής μας τράπεζας το 2008 ανήλθαν σε σε 1 εκατ. δολ. μετά από φόρους, οι διεθνείς τράπεζες φαίνονται πρόθυμες να αναχρηματοδοτήσουν μόνο το 60% του δανεισμού της», λέει Μετίν Αρ, πρόεδρος της Garanti Securities. Η ρευστότητα, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην Τουρκία, καθώς οι τράπεζες της χώρας κατέχουν άνω του 70% των κρατικών ομολόγων που έχουν εκδοθεί στο τοπικό νόμισμα (Νέα Τουρκική Λίρα). Είναι, λοιπόν, κρίσιμο η Κεντρική Τράπεζα να επιτύχει το στόχο που έχει θέσει όσον αφορά στον εσωτερικό δανεισμό της.
Η σπουδαιότητα των τουρκικών τραπεζών ως επενδυτών σε κρατικά ομόλογα γίνεται περισσότερο αντιληπτή αν κανείς λάβει υπόψη του ότι τα κρατικά ομόλογα που κατέχουν ξένοι επενδυτές μειώθηκαν στο 9,5% στο τέλος του 2008 από 15,5% που ήταν πριν από ένα έτος. «Υπό το πρίσμα της γενικότερης στενότητας που επικρατεί διεθνώς στο πεδίο της ρευστότητας, δεν θα πρέπει να αναμένεται ότι ξένοι επενδυτές θα χρηματοδοτήσουν σε μεγάλο βαθμό τις δανειακές ανάγκες της Τουρκίας, τουλάχιστον για το πρώτο εξάμηνο του έτους», λέει ο Γουΐλιαμ Όσβαλντ, στρατηγικός αναλυτής της JPMorgan στο Λονδίνο.


ΔΙΕΘΝΗΣ ΓΡΙΦΟΣ
Ενώ κάποιοι παράγοντες υποστηρίζουν ότι η σχετική απουσία διεθνών επενδυτών από την αγορά των τουρκικών κρατικών ομολόγων είναι θετικό στοιχείο, καθώς δεν υποβάλλει την αγορά σε κινδύνους από τις διακυμάνσεις της επενδυτικής διάθεσης σε άλλες χώρες, η Φιγκέν Κιλίτς, επί κεφαλής του τομέα διεθνών κεφαλαίων της Deniz Asset Management στην Κωνσταντινούπολη, διαφωνεί διευκρινίζοντας ότι η αποχώρηση των ξένων επενδυτών από την τουρκική αγορά κρατικών ομολόγων στέρησε την αγορά από σημαντική ρευστότητα και κινητικότητα.
«Οι διεθνείς επενδυτές κατέχουν μόνο το 10% του όγκου των ομολόγων, είναι όμως οι πλέον δραστήριοι επενδυτές, που δίνουν ζωντάνια στην αγορά», σχολιάζει η κα Κιλίτς, οποία προσθέτει: «Θα ήταν καλό αν είχαμε περισσότερη συμμετοχή από διεθνείς επενδυτές. Κάτι τέτοιο θα έδινε στην αγορά περισσότερη ρευστότητα, περισσότερη διαφάνεια και πιο ορθολογικές αποτιμήσεις.»


ΜΕΓΑΛΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ
Ακόμη και στα τρέχοντα επίπεδα απόδοσης των επενδύσεων σταθερού εισοδήματος στην Τουρκία, τα οποία είναι τρομερά χαμηλότερα εκείνων που ίσχυαν πριν από πολύ λίγα χρόνια, υπάρχουν αρκετοί παρατηρητές της αγοράς που θεωρούν ότι η τουρκική αγορά παρέχει σημαντικές ευκαιρίες. Ο Ντέιβιντ Τζάκσον, ιδρυτής του επενδυτικού δικτυακού χώρου seeking-alpha.com, λέει: «Η οικονομία και η χρηματοπιστωτική αγορά της Τουρκίας έχουν διανύσει μεγάλη απόσταση τα τελευταία τριάμισι χρόνια. Καταρρίπτοντας καταστροφολογικές προβλέψεις, η εξομάλυνση του πολιτικού και οικονομικού περιβάλλοντος έκανε τις αποδόσεις των ομολόγων να μειωθούν από το 91,7%, που ήταν η μέση απόδοση του 2001, στο χαμηλότερο επίπεδό τους για την τελευταία εικοσαετία και πλέον. Με τη χώρα, λοιπόν, να κινείται σε τροχιά προσέγγισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο προβλέψιμο μέλλον, οι υφιστάμενες αποδόσεις του 15% σύντομα θα ακούγονται μόνο σαν ένα ανέκδοτο της οικονομικής ιστορίας.»
Πέραν του εσωτερικού δανεισμού της, όμως, η Τουρκία αντιμετωπίζει δυσκολία στην προσέλκυση ξένων επενδυτών και για τα ομόλογά της που εκδίδει σε ευρώ. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι, παρά το premium των 33 μονάδων βάσης που προσεφέρθη επί του Ευρωομολόγου του 7,5%, η έκδοση του Ιανουαρίου προσέλκυσε συμμετοχή διεθνών επενδυτών σε ποσοστό μικρότερο του 20%.
Κι αυτό, όμως, δεν ανησυχεί τον Οζγκιούρ Γκιουνερί, εκτελεστικό αντιπρόεδρο της Finans Asset Management, ο οποίος υποστηρίζει ότι «το γεγονός εξισορροπείται από την ισχυρή εσωτερική ζήτηση. Το στοιχείο ότι οι εγχώριοι επενδυτές διαθέτουν τη δυνατότητα να μεταπηδούν από την εγχώρια στη διεθνή αγορά ομολόγων, αναλόγως των συνθηκών που επικρατούν, είναι οπωσδήποτε θετικό».

  Περιεχόμενα
ΕΝ ΑΡΧΗ: τ. 352, Μάιος 2009
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΓΟΡΑΣ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΟΜΑΖΑΚΗΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ : ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΑΓΟΡΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ
ΘΕΜΑ: ASSET MANAGEMENT MONEY CONFERENCE 2009
ΘΕΜΑ ΑΓΟΡΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ
ΘΕΜΑ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΓΟΡΕΣ
EUROMONEY
ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ICAP
ΑΝΑΛΥΣΗ
ΕΡΕΥΝΑ
ΘΕΜΑ ΟΜΙΛΙΑ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΣΤΗΝ ΓΣ ΤΗΣ ΤτΕ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
ΣΤΑ ΕΝΔΟΤΕΡΑ ΤΟΥ ΧΑ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΕ ΜΟΡΦΗ EBOOK

 Όροι και προϋποθέσεις του site