Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Μάιος 2006                               Τεύχος 321

Βαριά Βιομηχανία: Κι όμως, έχει μέλλον
Τα στοιχεία, οι στόχοι, οι τάσεις και οι προοπτικές


Παρά τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική βιομηχανία, υπάρχουν πολλές ανταγωνιστικές μονάδες στα τσιμέντα, στα μέταλλα και αλλού, όπως επίσης πολλά υποσχόμενος είναι και ο κλάδος της ενέργειας
Τάσεις βελτίωσης παρουσιάζει η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας


Ποιο είναι το μέλλον της ελληνικής βαριάς βιομηχανίας και κατά πόσο μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι για τις προοπτικές της, σε μια περίοδο που παρατηρείται σαφής στροφή τόσο προς την Ανατολική Ευρώπη, όσο και προς άλλες περιοχές, όπως η Μέση Ανατολή και η Νοτιοανατολική Ασία;
Αυτό που χρόνια τώρα παρατηρείται στην Ελλάδα είναι μια διαρκής αποβιομηχάνιση της χώρας, με το ποσοστό ανάπτυξης της βιομηχανικής παραγωγής να διατηρείται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με αυτό του Α.Ε.Π. Μάλιστα, το 2005 η βιομηχανική παραγωγή υποχρεώθηκε σε πτώση.
Η απάντηση βέβαια στο ερώτημα του κατά πόσο βιώσιμη είναι η βαριά βιομηχανίας (και γενικότερα η βιομηχανία) στην Ελλάδα, δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη, αλλά εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες κάθε κλάδου. Στο χώρο του τσιμέντου για παράδειγμα, οι εγχώριοι όμιλοι είναι κερδοφόροι, οικονομικά υγιείς και μάλιστα προχωρούν και σε εξαγωγές, παρά το υψηλό κόστος μεταφοράς, ιδίως μετά την άνοδο των ναύλων. Στο χώρο των μετάλλων, έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια υψηλότατες επενδύσεις, οι οποίες κατάφεραν να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών βιομηχανιών. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις, οι μειωμένες παραγγελίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα (π.χ. περίπτωση καλωδίων) επηρέασαν δυσμενώς τα ύψη των κερδών. 
Στον τομέα του προφίλ αλουμινίου, οι ελληνικοί όμιλοι συνεχίζουν να είναι ιδιαίτερα εξωστρεφείς και σε ορισμένες περιπτώσεις (για παράδειγμα Αλουμύλ, Alco Hellas, Ετέμ, κ.ά.) υπάρχει και έντονη δραστηριοποίηση στο εξωτερικό. Ενισχυτικά στο συγκεκριμένο κλάδο, επέδρασε η εγχώρια οικοδομική δραστηριότητα, η οποία παραμένει ισχυρή για μια ακόμη χρονιά φέτος, διαψεύδοντας όλους όσοι προέβλεπαν δραστική κάμψη από το 2004 και μετά. Ωστόσο, η έντονη δραστηριότητα των τελευταίων ετών, σε συνδυασμό με την ανοδική πλέον τάση των επιτοκίων, δημιουργούν προϋποθέσεις εκτόνωσης από το 2007 και μετά.


Οι τιμές των commodities
Η εκτόξευση των τιμών των μετάλλων επηρέασε δραστικά τις αποδόσεις των εταιριών του κλάδου και στην Ελλάδα. Τα στελέχη, για παράδειγμα, του Ομίλου Μυτιληναίου πανηγυρίζουν λόγω των ευνοϊκότατων επιδράσεων και των απίστευτων υπεραξιών που έχουν προκύψει από τη «νέα κατάσταση». Τα  απίστευτα κέρδη της θυγατρικής Αλουμίνιον της Ελλάδος έχουν προσφέρει σημαντικότατες υπεραξίες στο μητρικό Όμιλο, αλλά και πολύ υψηλή ταμιακή ρευστότητα που κατευθύνεται στο χώρο της ενέργειας.
Ωστόσο, πέρα από τους πρωτογενείς παραγωγούς, οι μεταποιητές μεταλλουργικών προϊόντων είδαν το 2005 το κόστος των πρώτων υλών τους να εκτινάσσεται, χωρίς οι ίδιοι να είναι σε θέση να μετακυλήσουν στο σύνολό του το αυξημένο αυτό κόστος στους πελάτες τους. Αλλά ακόμη και αν το είχαν καταφέρει, θα είχαν πιθανότατα να αντιμετωπίσουν μια μειωμένη ζήτηση, καθώς η οικονομική κατάσταση στη διεθνή οικονομία δεν έχει βελτιωθεί σημαντικά μετά την πολυετή δυσπραγία που προηγήθηκε.
Ο χώρος της ενέργειας είναι πλέον ένας από τους κεντρικότερους της ελληνικής οικονομίας και αναμφίβολα σχετίζεται σημαντικά και με το μέλλον της ελληνικής βαριάς βιομηχανίας. Παρά το θεσμικό κενό και τις χαμηλές τρέχουσες τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, ισχυρότατοι επιχειρηματικοί όμιλοι είναι διατεθειμένοι να επενδύσουν στο χώρο της ενέργειας.


Περί ανταγωνιστικότητας
Ήδη, στο μέτωπο της ανταγωνιστικότητας φαίνεται να έχει ξεκινήσει από πέρυσι και να συνεχίζεται και φέτος, μια σαφής βελτίωση, καθώς έχουν παρατηρηθεί τα παρακάτω:
> Σύμφωνα με τα στοιχεία του ενδεκαμήνου του 2005, οι εξαγωγές της Ελλάδας έχουν αυξηθεί 10,3% αν εξαιρέσουμε τα πετρελαιοειδή, ενώ αντίθετα οι εισαγωγές (αν πάλι εξαιρέσουμε τα πετρελαιοειδή) μειώθηκαν κατά 1,9%. Μάλιστα, η αύξηση των εξαγωγών θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη αν δεν παρατηρείτο τάση μετεγκατάστασης των ελληνικών επιχειρήσεων προς τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Οι εξαγωγές λοιπόν προς τις 25 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξήθηκαν κατά 14,2%, ενώ στις λοιπές χώρες (κυρίως λόγω της μετεγκατάστασης, γιατί πρώην εξαγωγές, τώρα αναφέρονται ως πωλήσεις τοπικών θυγατρικών εταιριών) μόνο κατά 5,5%.
> Φέτος, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, το πραγματικό κόστος ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος θα μειωθεί, όπως φαίνεται από τα στοιχεία του παρακάτω πίνακα. Συγκεκριμένα, ενώ το Α.Ε.Π. προβλέπεται να αυξηθεί φέτος (σε σταθερές τιμές) κατά 3,7%, ο αριθμός των εργαζομένων θα αυξηθεί μόλις κατά 1,4%, το κόστος εργασίας ανά μονάδα θα ανεβεί σε τρέχουσες τιμές κατά 2,6%, ενώ μετά την επίδραση του πληθωρισμού θα μειωθεί κατά 0,8%. Πέρυσι, το πραγματικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος είχε υποχωρήσει κατά 0,8%.
Με ποιους όμως τρόπους, οι ελληνικές επιχειρήσεις καταφέρνουν να μειώνουν το πραγματικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος; Πρώτον, μειώνοντας την ανεκμετάλλευτη παραγωγική δυναμικότητά τους (π.χ. χρήση μη απασχολούμενου μηχανολογικού εξοπλισμού, εντατικότερη χρήση χρόνου εργασίας, περυσινός νόμος για το ελαστικό ωράριο απασχόλησης, κ.λπ.). Δεύτερον, μέσω επενδύσεων που είναι εντάσεως κεφαλαίου και ως στόχο έχουν να περιορίσουν το κόστος εργασίας.
Γενικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του παρακάτω πίνακα, οι πραγματικές κατά κεφαλή αμοιβές αυξήθηκαν το 2005 κατά 2,20% και προβλέπεται να αυξηθούν φέτος κατά 1,70%, πολύ λιγότερο δηλαδή από το ποσοστό ανόδου του Α.Ε.Π. (3,7%) και φυσικά ακόμη λιγότερο από το ποσοστό ανόδου των επιχειρηματικών κερδών (πρόβλεψη για +15%-20% φέτος, σε τρέχουσες τιμές σε ό,τι αφορά τις εισηγμένες εταιρίες). Οι εξελίξεις αυτές φαίνεται να επιδρούν και στην καταναλωτική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή, καθώς πέρα από τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων, στις υπόλοιπες κατηγορίες καταστημάτων (ένδυση-υπόδηση, φάρμακα-καλλυντικά, κ.λπ.) οι αυξήσεις των λιανικών πωλήσεων κατ’ όγκο (σε ποσότητες) ήταν περιορισμένες.
Διαφαινόμενη λοιπόν οικονομική πολιτική σε ό,τι αφορά την αγορά εργασίας, φαίνεται να αποτελείται από τις παρακάτω συνιστώσες:
> Αυξήσεις γύρω στον πληθωρισμό στον άμεσο δημόσιο τομέα, ή ακόμη και ενδεχομένως κάτω από τον πληθωρισμό σε ορισμένες εταιρίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
> Χαμηλές πραγματικές (μετά από τον πληθωρισμό) ποσοστιαίες αυξήσεις στον ιδιωτικό τομέα, ή έστω πολύ χαμηλότερες σε σχέση με το ρυθμό ανόδου των επιχειρηματικών κερδών, προκειμένου να αυξηθεί σημαντικά η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων και να προσελκυσθούν επενδύσεις.
> Ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας στον ιδιωτικό κυρίως τομέα, μέσα από θεσμικές παρεμβάσεις που αναμένεται να γίνουν μέσα στην επόμενη διετία.
> Αύξηση της αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων, με στόχο την υλοποίηση σημαντικών νέων ιδιωτικών επενδύσεων (οι δημόσιες θα υλοποιηθούν σε μεγάλο βαθμό με τη συνδρομή των Κοινοτικών κονδυλίων, των αυτοχρηματοδοτούμενων έργων και των Σ.Δ.Ι.Τ.), προκειμένου να μειωθεί η ανεργία και να αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα.
> Νέες αναμενόμενες κινήσεις για την περαιτέρω «ελαστικοποίηση» των εργασιακών σχέσεων.
Το «σημεία κλειδιά» στο σχέδιο της πολιτικής αυτής, είναι το αν και κατά πόσο γρήγορα θα έρθουν αυτές οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα, το κατά πόσο γρήγορα θα «τρέξουν» τα έργα του Γ’ Κ.Π.Σ., αλλά και το αν θα υπάρξει και κατά πόσο θα αντιμετωπιστεί θέμα «πολιτικού κόστους». 


Τιτάν: Το «θαύμα» της Σοφοκλέους
Ο Τιτάνας, το αποκαλούμενο «ομόλογο» του ελληνικού χρηματιστηρίου, έχει καταφέρει να σημειώνει μέση ετήσια αύξηση κερδών κατά τα τελευταία 46 χρόνια 16,8% σε δολάρια και κατά την τελευταία πενταετία 17%!
Κατά πόσο όμως θα μπορέσει ο Τιτάνας να συνεχίσει με τους ίδιους εντυπωσιακούς ρυθμούς το απίθανο αυτό σερί και στο μέλλον; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα των επενδυτών, που μέχρι τώρα μόνο χαμένοι δεν έχουν βγει από τον εισηγμένο Όμιλο.
Αν μιλάμε για το 2006, η νέα σημαντική άνοδος των κερδών θα πρέπει να θεωρείται εξασφαλισμένη. Στην Αμερική για παράδειγμα, η ζήτηση παραμένει ισχυρή και οι τιμές έχουν αυξηθεί κατά 10% περίπου σε σχέση με πέρυσι. Στην Ελλάδα, η δραστηριότητα της κατοικίας θα κυμανθεί γύρω στα περυσινά επίπεδα, ενώ αντίθετα η πορεία των έργων αναμένεται από ελαφρά έως αρκετά καλύτερη σε σχέση με πέρυσι. Οι προοπτικές για Βουλγαρία και Αίγυπτο είναι καλές, ενώ το κόστος των καυσίμων είναι φέτος –μέχρι στιγμής τουλάχιστον- χαμηλότερο του περυσινού.
Επιπλέον, ο Όμιλος έχει «στηθεί» κατά τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να έχει μειώσει τους κινδύνους που διατρέχει. Συγκεκριμένα, έχει μετατρέψει από πέρυσι τα δάνειά του από κυμαινόμενου σε σταθερού επιτοκίου, είναι αδιάφορος για τη συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ/δολαρίου, ενώ η γενικότερη γεωγραφική του διασπορά έχει μετατρέψει τη δραστηριότητά του από κυκλική σε ομαλά ανοδική.
Το ερώτημα όμως παραμένει: πόσο growth μπορεί να υποσχεθεί ο Όμιλος μετά το 2006;
Στην Ελλάδα, πέρα από την υλοποίηση των έργων του Γ’ Κ.Π.Σ., οι μελλοντικές προκλήσεις μπορούν να προέλθουν από το κατά πόσο θα προχωρήσει το θέμα της χρήσης εναλλακτικών πηγών ενέργειας (καύση ελαστικών, χρησιμοποιημένων υλικών, κ.λπ.) προκειμένου να μειωθεί το κόστος παραγωγής και το κατά πόσο θα προσελκύσει η χώρα Βορειοευρωπαίους για δευτερεύουσα κατοικία, όπως συμβαίνει στις άλλες μεσογειακές χώρες.
Στις Η.Π.Α. ακόμη και αν υποχωρήσει σε κάποιο βαθμό η ζήτηση για κατοικίες (στις περιοχές πάντως που δραστηριοποιείται ο Τιτάνας, προβλέπεται μια ετήσια αύξηση του πληθυσμού κατά 2% για την επόμενη εικοσαετία), υπάρχει σαφής ανάκαμψη στα δημόσια έργα και στα εμπορικά ακίνητα που κατά την τελευταία τριετία δεν πήγαν καθόλου καλά. Επιπλέον, ακόμη και αν μειωθεί η ζήτηση για τσιμέντο στις Η.Π.Α., η χώρα είναι ελλειμματική σε τσιμέντο και έτσι θα μειωθούν οι πολύ λιγότερο κερδοφόρες εξαγωγές (λόγω υψηλού μεταφορικού κόστους) του Τιτάνα και όχι η επικερδέστατη τοπική παραγωγή.
Στη Βουλγαρία, από τις αρχές του 2007 θα ξεκινήσει να λειτουργεί το μεγαλύτερο σε μέγεθος εργοστάσιο, με αποτέλεσμα κάποιες εξαγωγές με μικρότερο κόστος, να υποκατασταθούν με επικερδέστερη επιτόπια παραγωγή.
Στην Αίγυπτο τέλος, η ταχεία αύξηση του πληθυσμού, σε συνδυασμό με την σταδιακή ανάκαμψη της τοπικής οικονομίας μπορεί να οδηγήσει σε αρκετά καλύτερες επιδόσεις.
Λεφτά υπάρχουν, αλλά: Συμπερασματικά λοιπόν, από την μια πλευρά, ο Τιτάνας δείχνει να είναι ένα Όμιλος που έχει περιορίσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τους κινδύνους και έχει «κλειδώσει» σε πολύ μεγάλο βαθμό τη σημερινή του κερδοφορία, ακόμη και αν συμβούν ορισμένα από τα ιδιαίτερα δυσμενή σενάρια.
Από την άλλη πλευρά, ο Όμιλος είναι σε θέση να αυξήσει σημαντικά την οργανική του κερδοφορία, αν δεν συμβεί κάποια απρόοπτη κατάσταση.
Και τέλος, είναι σε θέση να προχωρήσει και σε νέα επεκτατικά ανοίγματα, καθώς ο δανεισμός του 2005 ισούται περίπου όσο το EBITDA μιας χρονιάς και συνεχώς συρρικνώνεται δραστικά.
Πάνω από δέκα χώρες βρίσκονται στο στόχαστρο του Τιτάνα (Μεσόγειος, Ανατολική Ευρώπη, αλλά όχι Κίνα και Άπω Ανατολή), αλλά η διοίκηση του Ομίλου δείχνει να είναι αρκετά διστακτική καθώς η άνοδος των αποτιμήσεων των εταιριών του κλάδου φαίνεται να έχει περιορίσει σημαντικά τις ενδεχόμενες ευκαιρίες. Τον τελευταίο χρόνο, οι αποτιμήσεις των τσιμεντοβιομηχανιών έχουν ανεβεί και τα P/E του κλάδου διαπραγματεύονται γύρω στις 13-14 φορές, ενώ τα P/EBITDA γύρω στις 7 με 8 φορές. «Όσο περισσότερο οι άλλοι αισιοδοξούν για τον κλάδο, τόσο επιφυλακτικότεροι γινόμαστε εμείς» δήλωσε στέλεχος του Τιτάνα.
Το πλεονέκτημα πάντως είναι ότι ακόμη και μια μικρή (για τα διεθνή επίπεδα) εξαγορά που θα αύξανε την παραγωγική δυναμικότητα του Ομίλου κατά ένα ή δύο εκατομμύρια τόνους, θα οδηγούσε σε μια αξιοσημείωτη άνοδο του μεγέθους.


Ανοδικό για τα μέταλλα το 2005
«Το 2005 ήταν μια χρονιά έντονης δραστηριότητας τόσο για την ελληνική εξορυκτική βιομηχανία όσο και για τον Σύνδεσμο Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ). Ο κύριος παράγοντας που επέδρασε θετικά στην πορεία του κλάδου, τη χρονιά που πέρασε, ήταν η διατήρηση της υψηλής ζήτησης πρώτων υλών και μεταλλουργικών προϊόντων, καθώς και των σχετικά υψηλών τιμών τους διεθνώς. Από την άλλη πλευρά, η επάνοδος στα προ-oλυμπιακά επίπεδα, στην Ελλάδα, επηρέασε πτωτικά τον τομέα των κατασκευών και κατ’ επέκταση την παραγωγή ορυκτών προϊόντων που τον τροφοδοτούν. Παράλληλα, η διατήρηση των θαλασσίων ναύλων σε υψηλά απόλυτα επίπεδα, καθώς και οι τιμές ρεκόρ του πετρελαίου, επέδρασαν αρνητικά στο κόστος και στη διεθνή ανταγωνιστικότητα των προϊόντων του κλάδου». Τα παραπάνω τόνισε μιλώντας στην Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων ο πρόεδρός του, κ. Ευθύμιος Βιδάλης.
Ο κ. Βιδάλης επισήμανε ότι «μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική εξορυκτική βιομηχανία συνέχισε με ικανοποιητικούς ρυθμούς την παραγωγική και εξαγωγική της δραστηριότητα, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ανταγωνιστικότητα και βιωσιμότητα και άλλων σημαντικών κλάδων της εθνικής βιομηχανίας, στην περιφερειακή ανάπτυξη διαφόρων περιοχών της χώρας, στην ενίσχυση της εξωστρέφειας και της αναπτυξιακής προοπτικής της ελληνικής οικονομίας. Ο κλάδος κάλυψε τις ανάγκες σε ορυκτές πρώτες ύλες σημαντικών τομέων της ελληνικής βιομηχανίας, όπως του αλουμινίου και των τσιμέντων, τις απαιτήσεις της χώρας σε ενέργεια με την εκτεταμένη εξόρυξη λιγνίτη και των κατασκευών σε ασβεστολιθικά αδρανή. Ταυτόχρονα, πραγματοποίησε σημαντικού ύψους εξαγωγές, διατηρώντας και ενισχύοντας περαιτέρω τις ηγετικές θέσεις που κατέχει παγκοσμίως σε προϊόντα όπως περλίτη, μπεντονίτη, μαγνησία, σιδηρονικέλιο, μάρμαρα κ.ά. Με ικανοποιητικούς ρυθμούς συνεχίστηκε και η παραγωγή προϊόντων όπως κίσσηρης, ποζολάνης, αστρίων, χαλαζία, γύψου, καολίνη, χουντίτη, ατταπουλγίτη, δολομίτη, ανθρακικού ασβεστίου, μικτών θειούχων και άλλων πυριτικών ορυκτών και αργίλων. Αυξανόμενη ήταν και η δραστηριότητα των ελληνικών εξορυκτικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό, με νέες διεθνείς συνεργασίες, με επεκτάσεις της εξορυκτικής και βιομηχανικής δραστηριότητας καθώς και με επέκταση των δικτύων διανομής τους εκτός Ελλάδας.
Σημαντική για την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη του ελληνικού εξορυκτικού κλάδου είναι η αντιμετώπιση των προκλήσεων και δυσκολιών που αντιμετωπίζει. Πέραν από τον εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό και τις γενικότερες πιέσεις στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τα ειδικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος πηγάζουν κατά κύριο λόγο:
> Aπό τις μακροχρόνιες και περίπλοκες διαδικασίες αδειοδότησης και λειτουργίας εξορυκτικών έργων.
> Aπό την ασάφεια ή την έλλειψη χωροταξικού σχεδιασμού.
> Aπό ατυχείς εφαρμογές σε εθνικό επίπεδο νόμων ή οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως, ο Νόμος 3010, ο οποίος αντιμετωπίζει τα εξορυκτικά έργα αυστηρότερα και από τη σχετική οδηγία της Ε.Ε. και η έλλειψη ξεκάθαρων εθνικών κανόνων για το ποιες δραστηριότητες επιτρέπονται και με ποιους περιοριστικούς όρους σε κάθε περιοχή Natura.
Οι δυσκολίες αυτές, σε συνδυασμό με λανθασμένες αντιλήψεις ορισμένων παραγόντων της δημόσιας διοίκησης και των τοπικών κοινωνιών δημιουργούν ανασχετικό κλίμα και οδηγούν κάποιες από τις εξορυκτικές δραστηριότητες σε αναπόφευκτη στασιμότητα ή και συρρίκνωση, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό του κλάδου του μαρμάρου. Συγχρόνως, εμποδίζουν την ανάπτυξη νέων κοιτασμάτων και αποθαρρύνουν τόσο ελληνικές όσο και, κυρίως, ξένες επενδύσεις, παράγοντες που υποθηκεύουν την ανάπτυξη στο μέλλον. Περιπτώσεις όπως αυτές της ματαίωσης των επενδύσεων στον ελληνικό χρυσό ή των σχεδίων έρευνας για χαλκό και μάλιστα πριν καν ξεκινήσουν, έχουν πολύ αρνητικό για τη χώρα μας αντίκτυπο σε διεθνές επίπεδο» υπογράμμισε  ο πρόεδρος του ΣΜΕ.
«Αναγνωρίζουμε ότι η απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης δεν είναι εύκολη υπόθεση καθώς εμπλέκονται πολλά υπουργεία και οι κανόνες που ισχύουν για τον εξορυκτικό κλάδο είναι πιο σύνθετες και από αυτές της βιομηχανίας. Από την άλλη μεριά, αν θέλουμε επενδύσεις, και υπάρχουν πολύ καλές προοπτικές για νέες επενδύσεις στον κλάδο, θα πρέπει να δράσουμε άμεσα,.
Η πολιτική βούληση για αλλαγές έχει εκφρασθεί αλλά τώρα χρειάζεται περισσότερη συνεργασία και συντονισμένες ενέργειες, ώστε να ξεπεραστούν τα προβλήματα και οι αγκυλώσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Η αδειοδότηση από το Κράτος βέβαια δεν αρκεί. Από την πλευρά τους, οι εξορυκτικές επιχειρήσεις οφείλουν να επιδιώκουν και να πετυχαίνουν την κοινωνική αποδοχή, κυρίως των τοπικών κοινωνιών όπου δραστηριοποιούνται, σεβόμενοι τους προβληματισμούς τους για την προστασία του περιβάλλοντος και αναπτύσσοντας μαζί τους σχέσεις βασισμένες στο αμοιβαίο και συλλογικό όφελος.
Το περιβάλλον είναι μια έννοια που απασχολεί και πρέπει να απασχολεί όλους μας» είπε ο κ. Βιδάλης. «Αν όμως θέλουμε να αναπτύξουμε σωστά μία από τις σημαντικές πλουτοπαραγωγικές πηγές της πατρίδας μας οφείλουμε να κινηθούμε έξω από στερεότυπα και προκαταλήψεις. Το δίλημμα περιβάλλον ή ανάπτυξη είναι ψευδές, αφού η ισόρροπη ανάπτυξη με ανταγωνιστικούς όρους και η λήψη μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος μπορούν και πρέπει να συνυπάρξουν αρμονικά εξυπηρετώντας τις ανάγκες της κοινωνίας σε βάθος χρόνου.
Για όλα τα παραπάνω, και με πλήρη συνείδηση του ρόλου και των ευθυνών μας εμείς, ως Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, δεσμευόμαστε:
1. Να ενδυναμώσουμε την εποικοδομητική συνεργασία μας με τη Δημόσια Διοίκηση, καταθέτοντας συγκεκριμένες και ολοκληρωμένες προτάσεις ώστε με πνεύμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης, να ξεπεραστούν τα όποια προβλήματα εξακολουθούν να υπάρχουν.
2. Να συνεχίσουμε τον παρεμβατικό ρόλο μας και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, απ’ όπου πηγάζει πολύ μεγάλο μέρος της νομοθεσίας, ιδιαίτερα αυτής που σχετίζεται με το περιβάλλον, με κύριο σκοπό να προλαμβάνουμε αντί να θεραπεύουμε.
3. Να ενθαρρύνουμε το διάλογο των μελών του Συνδέσμου με τις τοπικές κοινωνίες, με βάση το αμοιβαίο και συλλογικό συμφέρον.
4. Να εφαρμόσουμε τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης στο εσωτερικό του κλάδου, με την αυτοδέσμευση των μελών μας στις αρχές του Κώδικα Αρχών Βιώσιμης Ανάπτυξης, τον οποίο πρόσφατα υιοθετήσαμε».
Ο ελληνικός εξορυκτικός κλάδος αποτελεί δομικό στοιχείο, απαραίτητο για την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη πολλών άλλων κλάδων της εθνικής οικονομίας, προμηθεύοντας υλικά απαραίτητα σε αυτούς αλλά και χρήσιμα για την καθημερινή ζωή. Συμβάλλει ουσιαστικά στην περιφερειακή απασχόληση και ανάπτυξη, καθώς δραστηριοποιείται σε απομακρυσμένες περιφέρειες της χώρας, με περιορισμένους άλλους πόρους ή οικονομική δραστηριότητα. Είναι κλάδος εξωστρεφής, με έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό, αφού πάνω από το 65% των πωλήσεών του προέρχεται από εξαγωγές και διεθνοποιημένη δραστηριότητα. Εκτός δε από ένα πολύ σημαντικό παρόν έχει και ένα πολύ ελπιδοφόρο μέλλον, με δυνατότητα προσέλκυσης σημαντικών νέων επενδύσεων, αρκεί, μέσα από την συνδυασμένη αντιμετώπιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει, να του δοθεί η δυνατότητα να αξιοποιήσει τις προοπτικές που διαθέτει, ώστε να συνεχίσει να αναπτύσσεται και μάλιστα με επιταχυνόμενους  ρυθμούς.


Βιοχάλκο: Προβληματίζουν οι τιμές των μετάλλων
Προβληματισμό έχει προκαλέσει στον Όμιλο Βιοχάλκο η συνεχής αύξηση των τιμών του αλουμινίου και του χαλκού στο London Metal Exchange, καθώς μια συνέχιση της ανοδικής τους πορείας θα μειώσει τη ζήτηση των τελικών καταναλωτών και θα τους οδηγήσει στην επιλογή υποκατάστατων προϊόντων. Τα στελέχη του ελληνικού Ομίλου φαίνεται να συμμερίζονται την άποψη ότι η αλματώδης άνοδος στις τιμές των δύο μετάλλων δεν οφείλεται αποκλειστικά στη αυξημένη ζήτηση, αλλά κατά ένα σημαντικό βαθμό σε κινήσεις επενδυτών που δεν έχουν ως στόχο την απόκτηση μετάλλων, αλλά το κέρδος.
 Σε κάθε περίπτωση, οι εταιρίες του ελληνικού Ομίλου δεν ευνοούνται από την άνοδο της τιμής της πρώτης ύλης επειδή έχουν προχωρήσει σε hedging, ενώ αντίθετα πλήττονται από την άνοδο του πετρελαίου και από την αρνητική επίπτωση στη ζήτηση που επιφέρουν οι αυξήσεις των τιμών των commodities.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η Ελβάλ που λειτουργεί ουσιστικά με πλήρη παραγωγική δυναμικότητα, θα συνεχίσει και φέτος την προσπάθεια διαφοροποίησης της προϊόντικής της γκάμας, φεύγοντας από τα (μεγάλων διακυμάνσεων και μικρού περιθωρίου κέρδους) εμπορικά προϊόντα και δραστηριοποιούμενη περαιτέρω σε ειδικά προϊόντα, όπως φαρδιά φύλλα για τη ναυπηγική βιομηχανία, κουτιά για κονσέρβες και μπύρες, ψιλό foil για τσιγάρα, κ.λπ. Η κατάσταση στον κλάδο έχει υποχρεώσει την Ελβάλ σε πολύ χαμηλότερη κερδοφορία σε σχέση με αυτή της προηγούμενης πενταετίας και μάλιστα παρά το γεγονός ότι στο ενδιάμεσο διάστημα υλοποιήθηκαν υψηλότατες επενδύσεις (365 εκατ. ευρώ την περίοδο 2000-2005).
Οι προοπτικές φαίνεται να είναι καλύτερες για την Χαλκόρ. Παρά το γενικότερο προβληματισμό για τις επιπτώσεις της πολύ υψηλής διεθνούς τιμής του χαλκού, η φετινή χρονιά άρχισε με ανοδική ζήτηση για τη Χαλκόρ (μάλλον, πέρυσι οι πελάτες εξάντλησαν όλα τους αποθέματα και φέτος αγοράζουν κάπως επιθετικότερα). Επιπλέον, ο Όμιλος προχωρεί σε αύξηση της παραγωγικής του δυναμικότητας στη Βουλγαρία, μπαίνουν σε νέα προϊόντα όπως ο τιτανιούχος ψευδάργυρος και μιας πατέντας που συνδυάζει χαλκό με πλαστικό, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος υποκατάστασης του χαλκοσωλήνα, κ.λπ. Επιπλέον, η Χαλκόρ αναμένεται φέτος να υποκατατήσει τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό της σε μακροπρόθεσμο. Οι προβλεπόμενες σε όγκο πωλήσεις σωλήνων αναμένεται να αυξηθούν από τους 59.308 στους 65.200 τόνους και οι πωλήσεις προϊόντος έλασης από τους 37.464 στους 48.700 τόνους.
Η Σιδενόρ διαπραγματεύεται με P/E ανώτερο από το μέσο της αγοράς, ωστόσο αρκετά πράγματα θα πρέπει να επισημανθούν, έτσι ώστε να προκύψει μια καθαρότερη εικόνα:
Πρώτον, ότι η περυσινή χρονιά, ήταν μια αντιδιαμετρική χρήση σε σύγκριση με το 2004, όπου η εξέλιξη της τιμής του scrap οδήγησαν σε συγκυριακά πολύ χαμηλή κερδοφορία. Η κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται από το Δ’ τρίμηνο του 2005 και μέχρι σήμερα εξελίσσεται σαφώς ικανοποιητικά.
Δεύτερον, οι φόβοι ότι θα έχουμε μια υποχώρηση εργασιών στην ελληνική αγορά δεν επιβεβαιώνονται ούτε και για τη φετινή χρονιά, που συνεχίζει να είναι ισχυρότατη.
Τρίτον, η νέα υλοποιούμενη επένδυση στη Βουλγαρία, που θα ξεκινήσει να λειτουργεί από το 2007, όχι μόνο θα αυξήσει δραστικά την παραγωγική δυναμικότητα εκεί όπου παρουσιαζόταν κάποιο σχετικό πρόβλημα, αλλά θα δώσει την ευχέρεια στον Όμιλο για υψηλότερες πωλήσεις και σε προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Και τέλος, υπάρχει και το θέμα της ανάκαμψης των Σωληνουργείων Κορίνθου που φέτος θα εμφανίσουν ένα σημαντικό κέρδος, αντί ζημιάς το 2005. Για τα Σωληνουργεία Κορίνθου όμως, θα μιλήσουμε παρακάτω.
Συνολικά, ο Όμιλος Σιδενόρ προβλέπει έως το 2010 μια αύξηση του όγκου των πωλήσεών του από τα 2 στα 3 εκατ. τόνους. Όσο για τον υψηλό δανεισμό των 569 εκατ. ευρώ, αυτός προήλθε κυρίως από τις επενδύσεις στα Σωληνουργεία Κορίνθου και παρά τις σημαντικές επενδύσεις που σχεδιάζονται, η σχέση δανεισμού προς EBITDA αναμένεται να βελτιωθεί από φέτος.
Ας πάμε τώρα στα Σωληνουργεία Κορίνθου, όπου πέρυσι σημείωσαν λειτουργικό break even και η ενοποιημένη ζημιά που εμφανίστηκε προήλθε από μη επαναλαμβανόμενο παράγοντα (κόστος κλεισίματος εργοστασίου στην Κόρινθο). Τα στελέχη της εταιρίας μιλούν για ένα επικείμενο δυναμικότατο turn around και αυτό το βασίζουν σε στοιχεία όπως τα παρακάτω:
Πρώτον, το περυσινό break even ήρθε με μια κάλυψη της συνολικής παραγωγικότητας γύρω στο 32% και οι προβλέψεις μιλούν για αύξηση του όγκου των πωλήσεων κατά 54% φέτος (ήδη με βάση τις κλεισμένες παραγγελίες ο στόχος είναι επιτεύξιμος) και κατά ένα ακόμη 20% το 2007 (από τους 242.000 τόνους το 2005 στους 450.000 τόνους). 
Δεύτερον, διανύουμε μια πολύ καλή περίοδο σχετικά με τη ζήτηση του κλάδου λόγω της έντονης κινητικότητας στον ενεργειακό χώρο και τα μεγάλα έργα που σχεδιάζονται.
Και τρίτον, γιατί το περιθώριο EBITDA της εταιρία που ιστορικά κυμαινόταν γύρω στο 13%-16% και το 2005 ήταν 7,8%, έχει τις προϋποθέσεις να επιστρέψει σταδιακά στα ιστορικά του επίπεδα και ενδεχομένως να τα ξεπεράσει.


Μυτιληναίος: Όλα για την ενέργεια
«Όλα για την ενέργεια». Αυτό μοιάζει να είναι το σύνθημα στον Όμιλο Μυτιληναίου, καθώς πρόθεση είναι το σύνολο των υψηλών θετικών που παράγουν οι υπόλοιπες δραστηριότητες του Ομίλου να διοχετευθεί στο νέο αυτό υποσχόμενο τομέα. Και λεφτά υπάρχουν πολλά. Με ίδια κεφάλαια άνω του 1 δισ. ευρώ, με ελάχιστο καθαρό δανεισμό και με μηνιαίες θετικές ταμιακές ροές που υπολογίζονται γύρω στα 8 εκατ. ευρώ το μήνα, οι δυνατές επενδύσεις δείχνουν να είναι πολύ μεγάλες.
Πριν όμως πάμε στον τομέα της ενέργειας, ας αναφερθούμε περιληπτικά στις δύο εισηγμένες θυγατρικές:
Το Αλουμίνιον της Ελλάδος ευνοείται και φέτος από το νέο ράλι στις τιμές του αλουμινίου, προσδοκώντας νέα μεγάλη άνοδο κερδών. Παράλληλα, μεγάλη έμφαση έχει δοθεί στον περιορισμό του λειτουργικού κόστους, προσπάθεια που θα συνεχιστεί και φέτος, ενώ ενδεχομένως να πουληθούν και μη χρησιμοποιούμενα πάγια περιουσιακά στοιχεία.
Σε ό,τι δε αφορά την μονάδα συμπαραγωγής ενέργειας, που θα εξυπηρετεί και τις ανάγκες της εταιρίας, όλα δείχνουν ότι θα τελειώσει νωρίτερα από το αρχικό στόχο που ήταν για το δεύτερο τρίμηνο του 2007. Το πρόβλημα είναι το κατά πόσο είναι διατηρήσιμα τα τρέχοντα κέρδη, καθώς η τιμή του αλουμινίου έχει εκτοξευθεί γύρω στα 2.500 δολάρια. Τι θα γίνει, αν επιστρέψει στα 1.500 δολάρια; Σύμφωνα με πληροφορίες, η εταιρία έχει «κλειδώσει» σε σημαντικό βαθμό μέσω hedging τα φετινά κέρδη, ενώ προτίθεται να πράξει το ίδιο και για το επόμενο έτος, στην περίπτωση που η θετική συγκυρία για την αγορά του αλουμινίου συνεχιστεί.
Η Μέτκα όχι μόνο θα αποτελέσει την δύναμη κρούσης του Ομίλου, αναλαμβάνοντας τα κατασκευαστικά έργα στην ενέργεια, αλλά προτίθεται να διεκδικήσει όλες τις δουλειές που θα «βγουν», έχοντας μέχρι σήμερα εκτελέσει μεγάλα έργα, χωρίς να «φύγει από τους χρόνους». Το ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων της προσεγγίζει τα 500 εκατ. ευρώ, ενώ διαπραγματεύεται έργα ύψους 800 εκατ. ευρώ.
Το «μενού» της ενέργειας περιλαμβάνει για τον Όμιλο: 1) μια σειρά από αιολικά πάρκα 2) το εργοστάσιο που ήδη χτίζεται και θα εξυπηρετήσει τις ανάγκες του Αλουμινίου της Ελλάδος 3) εργοστάσιο με καύσιμο φυσικό αέριο, για το οποίο θα δοθεί προσφορά το φθινόπωρο 4) αίτηση τον Απρίλιο για δημιουργία ανθρακικού σταθμού γύρω στα 600 MW 5) διεκδίκηση κατασκευής λιγνιτικών μονάδων.
Το στοίχημα βέβαια για τον Όμιλο είναι το κατά πόσο τα φετινά κέρδη είναι διατηρήσιμα, καθώς βασίζονται σε μια πολύ υψηλή τρέχουσα τιμή του αλουμινίου, ενός μετάλλου που συνήθως ακολουθεί κυκλική πορεία. Παρά το γεγονός ότι ο Όμιλος άρχισε να «κλειδώνει» τις τιμές του μετάλλου για φέτος, ο κίνδυνος είναι ορατός. Από την άλλη πλευρά όμως, οι «οπαδοί» της μετοχής αναμένουν και τα οφέλη που θα προκύψουν από την πολυμέτωπη «επίθεση» στο χώρο της ενέργειας.


Της Αντιόπης Σχοινά

  Περιεχόμενα
Editorial
Επενδύσεις: ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ: ΑΛΛΟ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ...
Επενδύσεις: Διεθνείς Αγορές: Εντείνονται οι διεθνείς χρηματοοικονομικές αντιθέσεις
Αφιέρωμα: Βαριά Βιομηχανία: Κι όμως, έχει μέλλον
Αφιέρωμα: Τηλεπικοινωνίες: ένας κλάδος γεμάτος deals
¶ρθρο: ΤΡΑΠΕΖΕΣ-ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ: ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΕ ΠΟΛΛΑ ΜΕΤΩΠΑ...
Αφιέρωμα: Επιβατηγός ναυτιλία: Μερική απελευθέρωση της αγοράς
¶ρθρο: ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ: ΝΙΚΕΣ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΤΩΠΑ
Αφιέρωμα: E-Business O «γίγαντας» που δεν ξύπνησε...
¶ρθρο: PRIVATE BANKING: «ΧΡΥΣΗ ΕΠΟΧΗ» ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ
Αφιέρωμα: Αυτοκίνητο: Τα νέα μοντέλα
¶ρθρο: Η ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΩΝ ΤΕΧΝΗΣ: Τα Private Banking, τα Funds και η διασπορά του Κινδύνου
¶ρθρο: Η ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΞΥΛΕΙΑΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ
¶ρθρο: ΣΠΥΡΟΥ: ΕΝΑ «ΤΡΕΛΟ» ΣΕΝΑΡΙΟ ΜΕ ΜΕΓΑΛΕΣ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ
¶ρθρο:
Επενδύσεις: EΠENΔYΣEIΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΓΟΡΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ Ανασκόπηση για το Μήνα Απρίλιο του 2006

 Όροι και προϋποθέσεις του site