Δείτε τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας

Δείτε τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

 


Ιούλιος-Αύγουστος 2009 - Τεύχος 354                              

ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ:
ΠΟΙΟΙ ΘΑ ΗΓΗΘΟΥΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ


Η αβεβαιότητα για την ακριβή πορεία «πλεύσης» της παγκόσμιας οικονομίας παραμένει.  Ταυτόχρονα, σε γρίφο εξελίσσεται το εύρος των συνολικών ζημιών που έχει υποστεί ο βασικός «πρωταγωνιστής» της κρίσης αυτής, δηλαδή το διεθνές τραπεζικό σύστημα.


από τον Δρα Νικόλαο Γεωργικόπουλο*


Αν και κατά κοινή ομολογία τα χειρότερα της μεγαλύτερης χρηματοοικονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών είναι πίσω μας, συνεχίζουμε να βιώνουμε ακόμα και σήμερα έντονες περιόδους οικονομικών αναταραχών. Η αβεβαιότητα για την ακριβή πορεία «πλεύσης» της παγκόσμιας οικονομίας παραμένει.  Ταυτόχρονα, σε άλυτο γρίφο εξελίσσεται το εύρος των συνολικών ζημιών που έχει υποστεί ο βασικός «πρωταγωνιστής» της κρίσης αυτής, δηλαδή το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ουσιαστικά δεν ενδείκνυται ακόμα και σήμερα να προβούμε σε ασφαλείς προβλέψεις για το μέλλον του. Ένα είναι το σίγουρο, ότι μετά το πέρας της κρίσης θα υπάρξει ριζική αναδιάρθρωση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Καταρχήν, το μέλλον των επενδυτικών τραπεζών και κάποιων άλλων επενδυτικών σχημάτων (π.χ. Hedge Funds), δεν διαφαίνεται αισιόδοξο. Εκείνοι οι επενδυτικοί οίκοι που καταφέρουν τελικά να αντέξουν ως το πέρας της κρίσης, θα έχουν τελείως διαφορετικό ρόλο από αυτόν που κατείχαν έως σήμερα και σίγουρα όχι τον πρωταγωνιστικό. Θα διαπραγματεύονται πολύ μικρότερα ποσοστά επενδυτικών κεφαλαίων, σε σχέση με αυτά που κατείχαν τα προηγούμενα χρόνια. Ταυτόχρονα, θα διέπονται από αυστηρότερους κανόνες λειτουργίας, και θα υποβάλλονται σε περισσότερους εποπτικούς ελέγχους, περιορίζοντάς τους με αυτόν τον τρόπο την πιθανότητα να δημιουργούν συστημικούς κινδύνους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Κατά συνέπεια, θα αυξηθεί σημαντικά το λειτουργικό τους κόστος, θα μειωθούν σημαντικά οι αποδόσεις των ιδίων κεφαλαίων τους και ουσιαστικά τα κέρδη τους.


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΝΙΚΗΤΩΝ
Στο νέο χρηματοπιστωτικό σχήμα προβλέπεται να κυριαρχήσουν εκείνοι οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που όχι απλά δεν έπεσαν «θύματα» της αρνητικής συγκυρίας στην αγορά ενυπόθηκων δανείων μειωμένης εξασφάλισης και υψηλού ρίσκου, αλλά ουσιαστικά επωφελήθηκαν. Επιγραμματικά, τα τραπεζικά ιδρύματα που θα οδηγήσουν την κούρσα των εξελίξεων το επόμενο διάστημα θα είναι εκείνα που:
▪ Είχαν μικρή τοποθέτηση σε προϊόντα άλλων τραπεζών που πτώχευσαν και απέφυγαν ουσιαστικά να επενδύσουν σε προβληματικά χρηματοοικονομικά προϊόντα υψηλού ρίσκου.
▪ Έχουν σχετικά μικρή μόχλευση στους ισολογισμούς τους (το ποσοστό, δηλαδή, των δανεικών κεφαλαίων προς τα ίδια κεφάλαια).
▪ Διαθέτουν ισχυρή καταθετική βάση και ικανοποιητική ρευστότητα.
▪ Διατηρούν ικανοποιητική κεφαλαιακή επάρκεια (τη συσχέτιση, δηλαδή, του ύψους των κεφαλαίων ως προς τους αναλαμβανόμενους κινδύνους).
▪ Απεικονίζουν καλή ποιοτική διάρθρωση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων τους (το ποσοστό, δηλαδή, των ιδίων κεφαλαίων χωρίς χαρακτηριστικά χρέους σε σχέση με τα κεφάλαια που διαθέτουν χαρακτηριστικά χρέους).
▪ Είναι εξοπλισμένα με σύγχρονα συστήματα παρακολούθησης και διαχείρισης κινδύνων και στελεχωμένα από ειδικούς με τεχνογνωσία και εμπειρία στον χώρο της διαχείρισης κινδύνων.
 
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ
Ωστόσο είναι λογικό και αυτονόητο την δύσκολη αυτή περίοδο που διανύουμε να εξετάζονται όλα τα σενάρια για το μέλλον του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Ιδιαίτερη μνεία αυτήν την περίοδο γίνεται στους ελληνικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Μελετώντας προσεκτικά όλες τις δημοσιευμένες εκθέσεις των γνωστών οίκων που «βομβάρδιζαν» ο ένας μετά τον άλλον τον χώρο των Βαλκανίων και την ευρύτερη περιοχή, διαπιστώνεται ότι  τα σενάρια για την χειρότερη εξέλιξη όσον αφορά το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εμπεριείχαν αρκετά στοιχεία επιστημονικής φαντασίας και πολλά από αυτά δεν ήταν ούτε καν βασισμένα σε κάποιο κοινώς αποδεκτό υπόδειγμα ποσοτικών χρηματοοικονομικών. Οι εν λόγω οργανισμοί θα έπρεπε να ακολουθήσουν κάποιους θεμελιώδεις κανόνες χρηματοοικονομικών, να υπολογίσουν με πιο ορθολογικό τρόπο τις απαραίτητες εκτιμώμενες παραμέτρους για την ανάλυσή τους και να προβούν σε εφικτά μελλοντικά σενάρια στα όρια της μαθηματικής λογικής και όχι μόνο του «απείρου». Έτσι μόνο θα μπορέσουν να καταλήξουν σε αποτελέσματα που θα δύνανται να τα στηρίξουν βάσει των υπαρχόντων στοιχείων.
Αναμφίβολα, τα πράγματα δεν είναι «ρόδινα» για τους τραπεζικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται στις περιοχές της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Η αναγκαιότητα για πιο φθηνά κεφάλαια λόγω του ανταγωνισμού και της διαρκούς επέκτασης των δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων στην αναπτυσσόμενη Ευρώπη οδήγησαν στην έκδοση νέων προϊόντων, τα οποία παρόλο που ονομάστηκαν κεφάλαια είχαν και χαρακτηριστικά χρέους. Η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζικών ομίλων, αλλά και η ποιοτική διάρθρωση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων τους διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την αντιμετώπιση των κινδύνων που το υπονομεύουν. Αυτό ισχύει διότι η προστασία από τους κινδύνους δεν έγκειται μόνο στο ύψος των κεφαλαίων αλλά και στη ποιότητά τους. Και για του λόγου το αληθές, η επενδυτική τράπεζα Lehman Brothers είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα προς αποφυγή, μιας τράπεζας που υποστήριξε τις επενδύσεις της βασιζόμενη σε υψηλό ποσοστό δανεικών κεφαλαίων, αυξάνοντας έτσι δραματικά τον κίνδυνο μόχλευσης στο χαρτοφυλάκιό της, με αποτέλεσμα όταν η διεθνής κατάσταση επιδεινώθηκε, η ίδια να καταρρεύσει και να δημιουργήσει δυσμενείς καταστάσεις στον κλάδο της τραπεζικής ανά τον κόσμο.
Το προβλήματα στις περιοχές της Νέας Ευρώπης δημιουργήθηκαν από την στιγμή που η ιλιγγιώδης ταχύτητα επέκτασης και ανάπτυξης των πιστωτικών ιδρυμάτων στις χώρες αυτές βασίστηκε σε κεφάλαια χαμηλότερης ποιότητας και συγκριτικά πολύ λιγότερα σε ποσότητα για τους κινδύνους που υποστήριζαν, δηλαδή, πιστωτικό, συναλλαγματικό και κίνδυνο χώρας. Η ραγδαία πτώση της ανάπτυξης, η αύξηση των ελλειμμάτων, οι υποτιμήσεις των νομισμάτων και της πιστοληπτικής ικανότητας των χωρών αυτών, καθώς και η αθρόα εκροή ξένων κεφαλαίων από τις χώρες αυτές, συνθέτουν έναν δύσκολο γρίφο για το «μέλλει γενέσθαι» των εκεί τραπεζικών ομίλων.


ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΕΥΑΛΩΤΕΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
Ωστόσο, διαφαίνεται ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι λιγότερο εκτεθειμένες συγκριτικά με τους ανταγωνιστές τους. Οι ελληνικοί όμιλοι προχώρησαν σε επενδύσεις βασιζόμενοι σε λιγότερα ποσοστά δανεικών κεφαλαίων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, μία σύγκριση ανάμεσα στους ελληνικούς τραπεζικούς ομίλους και σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα τραπεζικών ομίλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), σχετικά με την εξέλιξη στα υβριδικά κεφάλαια (εποπτικά κεφάλαια με χαρακτηριστικά χρέους - τα λιγότερης καλύτερης ποιότητας κεφάλαια) και στις υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης (εποπτικά κεφάλαια με κυρίως χαρακτηριστικά χρέους - τα χαμηλότερης διαβάθμισης ποιότητας κεφάλαια). Τέτοια ανάλυση κρίνεται απαραίτητη διότι μία εκτεταμένη χρήση τέτοιων χρηματοοικονομικών προϊόντων, θα είχε ίσως ως αποτέλεσμα την αδυναμία των πιστωτικών ιδρυμάτων να αντιμετωπίσουν επαρκώς τους κινδύνους που εμπεριέχονται στο χαρτοφυλάκιό τους και ενδεχομένως θα υπονομευόταν η χρηματοπιστωτική σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.
Η εν λόγω έρευνα δείχνει ότι οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι χρησιμοποιούν, κατά κανόνα, κεφάλαια καλύτερης ποιότητας σε σχέση με τους λοιπούς τραπεζικούς ομίλους της ΕΕ για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους. Στην Ελλάδα, ο λόγος των βασικών ιδίων κεφαλαίων - Tier I (τα καλύτερης ποιότητας κεφάλαια) ως προς τα συνολικά εποπτικά ίδια κεφάλαια, κυμαίνεται άνω του 80% για κάθε κατηγορία κεφαλαιοποίησης. Στις περιπτώσεις των ομίλων της ΕΕ, ο λόγος αυτός δεν ξεπέρασε το 80% για κανέναν όμιλο υπό εξέταση, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν κατώτερος του 70%. Επίσης, από την ίδια έρευνα διαφαίνεται ότι την τελευταία τετραετία στους ελληνικούς ομίλους υπάρχει μια τάση μείωσης των υβριδικών κεφαλαίων που αναγνωρίζονται ως πρόσθετα βασικά ίδια κεφάλαια - Lower Tier I (τα λιγότερο καλύτερης ποιότητας κεφάλαια), αλλά και των υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης (τα χειρότερης ποιότητας κεφάλαια). Αντιθέτως, στους υπό εξέταση ομίλους της ΕΕ, παρατηρείται ανάμικτη τάση τόσο στα υβριδικά κεφάλαια όσο και στις υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης. Επιπροσθέτως, οι ελληνικοί όμιλοι κάνουν γενικά χρήση των καλύτερης διαβάθμισης υβριδικών κεφαλαίων (αναγνωρισμένα έως Lower Tier I), ενώ η χρήση των χαμηλότερης διαβάθμισης υβριδικών κεφαλαίων (αναγνωρισμένα έως Upper Tier II) είναι σχετικά περιορισμένη. Αντίθετα, στους ομίλους της ΕΕ και ιδιαίτερα στους ομίλους της μεγάλης κεφαλαιοποίησης, γίνεται ευρεία χρήση των χαμηλότερης διαβάθμισης υβριδικών κεφαλαίων, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις προσεγγίζει το 20% του συνόλου των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων. Επιπλέον, οι όμιλοι υψηλής κεφαλαιοποίησης της ΕΕ, ενώ κάνουν μικρότερη χρήση των καλύτερης διαβάθμισης υβριδικών κεφαλαίων σε σχέση με τους ελληνικούς, καταφεύγουν και ευκολότερα στην  χρήση των υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης.
 
Σημείωση: Ετήσια στοιχεία δεν ήταν διαθέσιμα για όλες τις εξεταζόμενες τράπεζες, γι’ αυτό δεν υπάρχουν συνεχείς παρατηρήσεις για όλες τις τράπεζες στο παραπάνω διάγραμμα.


Η ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Αναφορικά τώρα με την ρευστότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, διαφαίνεται κάποια επιδείνωση το 2008 λόγω του περιορισμού στην άντληση κεφαλαίων τόσο την Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Ο δείκτης ρευστότητας Χορηγήσεις προς Καταθέσεις (Loan to Deposit Ratio) για τους ελληνικούς εισηγμένους τραπεζικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, έχει αυξηθεί σημαντικά την τετραετία 2005-2008 (2008: 115%, 2007: 106%, 2006: 95%, 2005: 93%). Βέβαια σε ορισμένους από τους παραπάνω ομίλους υπήρχε μια καλύτερη συσχέτιση μεταξύ δανείων και καταθέσεων όπου ο λόγος ήταν ακόμα και μικρότερος από 100%. Αντίθετα, υπήρχαν και περιπτώσεις όπου ο λόγος αυτός αυξήθηκε ακόμα και άνω του 120%. Εντούτοις, η εικόνα της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος δεν επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 2009, παραμένοντας περίπου σταθερός στο 114%, παρά το συνεχιζόμενο περιορισμό στην άντληση κεφαλαίων τόσο την Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Διαφαίνεται για την ώρα ότι οι μεγάλοι τραπεζικοί όμιλοι που δραστηριοποιούνται στην Αναπτυσσόμενη Ευρώπη και στην Τουρκία έχουν αναβάλει κάποιες από τις περαιτέρω προγραμματισμένες επενδύσεις τους.
Πρέπει πάντως να επισημανθεί ότι ο δείκτης χορηγήσεων προς καταθέσεις παραμένει χαμηλότερος σε σχέση με τον αντίστοιχο δείκτη για τους ευρωπαϊκούς ομίλους. Για παράδειγμα, ο μέσος όρος των ευρωπαϊκών ομίλων για το έτος 2007 ήταν 127%, ενώ αναμένεται ακόμα υψηλότερος το 2009. Ο λόγος αυτός διαφοροποιείται βέβαια ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς ομίλους. Με βάση ένα δείγμα ευρωπαϊκών ομίλων, παρατηρήθηκε ότι ο δείκτης διαφοροποιείται ανάλογα και με το είδος των δραστηριοτήτων τους. Για παράδειγμα, σε περιπτώσεις ομίλων με σχετικά καλύτερη συσχέτιση δανείων και καταθέσεων (π.χ. Erste Bank Group) ο λόγος διαμορφώθηκε στο 112% το 2008 ενώ σε άλλες περιπτώσεις ξεπερνάει το 200%, όπως για παράδειγμα στον όμιλο της Volkswagen Bank, δεδομένου ότι οι ανάγκες για άμεση χρηματοδότηση είναι πολύ μεγάλες και ικανοποιούνται και με άλλα δανειακά κεφάλαια εκτός από καταθέσεις. Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις των τραπεζικών ομίλων υπό εξέταση, παρατηρήθηκε ότι ο δείκτης ρευστότητας για το 2008 ήταν υψηλότερος σε σχέση με την εξεταζόμενη περίοδο 2005 - 2008. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο δείκτης για τη Societe Generale ήταν 136% το 2008 έναντι 127% το 2007, στην περίπτωση της UniCredit διαμορφώθηκε στο 158% το 2008 από 147% το 2007, ενώ στην περίπτωση της Intesa Sanpaolo ο δείκτης διαμορφώθηκε σε 182% το 2008 από 162% το 2007.
Ωστόσο, το πρώτο τρίμηνο του 2009 παρατηρήθηκε σημαντική επιδείνωση στην κερδοφορία αλλά και στην ποιότητα των χαρτοφυλακίων των τραπεζικών ομίλων σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2008. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε μείωση των κερδών των εισηγμένων τραπεζικών ομίλων σε ενοποιημένη βάση περίπου 56% και διαμορφώθηκαν σε 431 εκατ. ευρώ από 979 ευρώ που ήταν το 1ο  τρίμηνο του 2008. Επιπλέον, πέντε από τις εισηγμένες τράπεζες παρουσίασαν ζημίες. Ο γενικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας αλλά και ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας με μόνο τα βασικά ίδια κεφάλαια (Tier I) μειώθηκαν στο 1ο τρίμηνο του 2009 σε σχέση με το προηγούμενο έτος, παραμένοντας όμως σε σχετικά ικανοποιητικά επίπεδα (ο μεν πρώτος ελαφρώς υψηλότερα από 9% και ο δεύτερος στην περιοχή του 8%).


ΕΝΔΕΙΚΝΥΤΑΙ ΙΣΧΥΡΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ
Αξιόλογα συμπεράσματα απορρέουν από με την τάση των περιθωρίων επικινδυνότητας - Credit Default Swap spreads (CDS) των τεσσάρων ελληνικών εισηγμένων τραπεζών, Εθνική, Eurobank, Alpha Bank και Πειραιώς, όπου ως γνωστόν έχουν σημαντική παρουσία και επιχειρηματική δραστηριότητα στις περιοχές των Βαλκανίων, της αναπτυσσόμενης Ευρώπης και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Παρατηρήθηκαν αξιοσημείωτες μεταβολές στα CDS των παραπάνω ομίλων ειδικά μετά την πτώχευση της Lehman Brothers έως και τις αρχές Ιουλίου 2009. Οι τιμές των CDS έχουν μειωθεί σημαντικά το τελευταίο χρονικό διάστημα, ύστερα από περιόδους έντονης μεταβλητότητας και υψηλών τιμών και κυμαίνονται κατά μέσο όρο στα επίπεδα των 220 μονάδων βάσης, που είναι ακόμα υψηλές μεν, αλλά πολύ χαμηλότερες από τις υψηλότερες τιμές που παρατηρήθηκαν στις αρχές Μαρτίου 2009.
Οι ελληνικές τράπεζες, που ως γνωστόν διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο ελληνικό επιχειρηματικό γίγνεσθαι, αποτελούν έναν από τους βασικούς παράγοντες για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Σε περιόδους αβεβαιότητας, όπως και η περίοδος που διανύουμε, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να έχουν διαθέσιμα επιπλέον κεφάλαια πέρα από τα ελάχιστα προβλεπόμενα, έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν τους μη αναμενόμενους κίνδυνους με ασφαλέστερο τρόπο. Η περαιτέρω βελτίωση της κεφαλαιακής τους βάσης κρίνεται απαραίτητη την περίοδο που διανύουμε και θα πρέπει να πραγματοποιείται κάνοντας χρήση στο μέγιστο βαθμό των καλύτερης ποιότητας κεφαλαίων. Η επιπλέον αναγκαιότητά τους για πιο φθηνά κεφάλαια θα πρέπει να ικανοποιείται με τη μέγιστη δυνατή χρήση των καλύτερης διαβάθμισης υβριδικών κεφαλαίων, αναγνωρισμένα ως Tier I, μειώνοντας ταυτόχρονα στο ελάχιστο τη χρήση των υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης που αναγνωρίζονται ως Tier II.
Ενδείκνυται, επίσης, η περαιτέρω αναβάθμιση των συστημάτων παρακολούθησης και διαχείρισης κινδύνων των ελληνικών τραπεζικών ομίλων, ιδιαίτερα εκείνων που διεισδύουν «επιθετικά» σε ξένες αγορές, με συνεχείς και προγραμματισμένους ελέγχους από ειδικούς με τεχνογνωσία και εμπειρία στον χώρο της διαχείρισης κινδύνων. Η υποχρεωτική υποβολή ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress testing) από όλες τις εμπορικές τράπεζες κρίνεται απαραίτητη ως ένα ισχυρό εργαλείο ανάλυσης για την ανθεκτικότητα των τραπεζών στους κινδύνους που εμπεριέχονται στα χαρτοφυλάκιά τους.
Τέλος, η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) από την πλευρά της, αφού αξιολογήσει επαρκώς τους κινδύνους που εμπεριέχονται στα χαρτοφυλάκια των εμπορικών τραπεζών, ιδιαίτερα αυτών με έντονη παρουσία στις χώρες της αναπτυσσόμενης Ευρώπης και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, θα πρέπει να ζητήσει από τους ομίλους να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια ανάλογα με το βαθμό επικινδυνότητας που εμπεριέχεται στα χαρτοφυλάκιά τους. Αυτό θα πρέπει να γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην ενισχύσει περαιτέρω φαινόμενα προκυκλικότητας και το ήδη υπαρκτό πρόβλημα ρευστότητας.


* Ο Δρ Νικόλαος Γεωργικόπουλος είναι Ερευνητής Χρηματοοικονομικών στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ). Επιστημονικός Συνεργάτης του Prof. N. Christofides - Imperial College London. Τακτικός Επιστημονικός Επισκέπτης στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης (Stern School of Business). Μέλος του διεθνούς δικτύου ερευνητών, SoFiE, του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης.


(Οι γνώμες και κρίσεις που περιέχει το άρθρο είναι του ερευνητή και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαία γνώμες ή κρίσεις των προαναφερθέντων οργανισμών)

  Περιεχόμενα
ΕΝ ΑΡΧΗ...ΥΦΕΣΗ: ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ... ΕΛΛΑΔΑ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΓΟΡΑΣ: ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ 2009
ΑΡΘΡΟ: ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ
ΤΡΑΠΕΖΕΣ: ΕΠΙ ΤΕΛΟΥΣ... ΧΑΜΟΓΕΛΑ
BANKING MONEY CONFERENCE 2009
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΤΡΟΦΙΜΑ - ΠΟΤΑ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΑΓΟΡΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΛΙΑΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ
ΕΡΕΥΝΑ: ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΓΟΡΕΣ
EUROMONEY: ΡΩΣΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ
ΕΡΕΥΝΑ: ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
ΣΤΑ ΕΝΔΟΤΕΡΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΕ ΜΟΡΦΗ EBOOK

 Όροι και προϋποθέσεις του site