Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Δείτε τον απολογισμό της εκδήλωσης

Older Conferences

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

Δείτε τον απολογισμό του Συνεδρίου

More ...

 


Απρίλιος 2010 - Τεύχος 361                              

ΑΡΘΡΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΕΣ ΕΞΑΓΟΡΕΣ & ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΕΙΣ



ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ, ΚΙΝΔΥΝΟΙ, ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ
ΑΠΟ ΤΟ “Α” ΩΣ ΤΟ “Ω”
ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ
ΕΞΑΓΟΡΩΝ & ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΕΩΝ


Εμπειρικά δεδομένα του εξωτερικού έδειξαν ότι η απόδοση των στοιχείων του ενεργητικού, μειώνεται κατά το έτος της συγχώνευσης και κατά τα επόμενα τρία έτη, λόγω του εφ' άπαξ κόστους της συναλλαγής και της αύξησης του λειτουργικού κόστους. Μεσοπρόθεσμα, δεν υπάρχει μεταβολή στην κερδοφορία, καθώς το πρόσθετο λειτουργικό κόστος αντισταθμίζεται από την αύξηση των εσόδων από την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών.


 


από τον Ιωάννη Μιχόπουλο*


Ο τραπεζικός τομέας είναι ένας από τους κλάδους της οικονομίας που έχει υποστεί ραγδαίες εξελίξεις μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η δομική και λειτουργική του σύνθεση, η πολυπλοκότητα των δομών του, τα οικονομικά χαρακτηριστικά των τραπεζών και των πιστωτικών ιδρυμάτων που τον απαρτίζουν, η γεωγραφική διαφοροποίηση και ποικιλότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, το περιοριστικό, κανονιστικό ρυθμιστικό πλαίσιο δράσης, η ευελιξία εφαρμογής καινοτομικών υπηρεσιών και ο τεράστιος όγκος συναλλαγών, τον καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτο σε ταχύτατες και μαζικές αναδιαρθρώσεις. Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των τραπεζών με ενεργό δραστηριοποίηση έχει μειωθεί σημαντικά είτε λόγω πτωχευτικών συνθηκών, είτε κυρίως -όπως προκύπτει από έρευνες- από τις πραγματοποιηθείσες εξαγορές και συγχωνεύσεις, που συντελούνται με απίστευτη συχνότητα στο πλαίσιο της ελευθερίας των επενδυτικών επιλογών και της αριστοποίησης των επενδυτικών χαρτοφυλακίων. Στόχος του συγκεκριμένου άρθρου είναι να εστιάσει στα κύρια σημεία των τραπεζικών εξαγορών και συγχωνεύσεων, όπως αυτά έχουν προκύψει από την τρέχουσα βιβλιογραφία και τα υπάρχοντα εμπειρικά δεδομένα περιπτώσεων κατ' εξοχήν του εξωτερικού.
Αναγκαία προϋπόθεση για τη βελτιστοποίηση των τραπεζικών επεκτατικών επιλογών, είναι η ξεχωριστή θεώρηση και αντιμετώπιση των εξαγορών και συγχωνεύσεων, λόγω των διαφορετικών επιδράσεων στην επιχειρηματική απόδοση, στα λειτουργικά, χρηματοοικονομικά και επενδυτικά κόστη, στη μεταβολή των ταμειακών ροών, στο επίπεδο της χρηματοοικονομικής μόχλευσης, στη  νομοθετική και φορολογική διαφοροποίηση, στην οργανωτική δομή των εμπλεκόμενων τραπεζών και στο διαφορετικό στρατηγικό επενδυτικό προσανατολισμό.
Βασικά κίνητρα, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αιτίες τραπεζικών εξαγορών και συγχωνεύσεων είναι οι τεχνολογικές καινοτομίες, οι φορολογικοί περιορισμοί ή τα φορολογικά και εισοδηματικά κίνητρα, η τραπεζική απορρύθμιση, η φιλελευθεροποίηση των αγορών, η ανάγκη διασποράς κινδύνου και επενδυτικής διαφοροποίησης χαρτοφυλακίου, η αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της ισχύος στην αγορά, η διεύρυνση των παρεχόμενων υπηρεσιών και της πελατειακής βάσης, η επίτευξη οικονομιών κλίμακας, η αριστοποίηση των καθαρών κερδών χρήσης, η αύξηση της αποδοτικότητας (δείκτες ROE και ROA) κ.τ.λ.
Γενικά, μια εξαγορά ή συγχώνευση θεωρείται πετυχημένη, όταν τα οικονομικά αποτελέσματα της ενοποιημένης τράπεζας είναι μεγαλύτερα από το άθροισμα των οικονομικών αποτελεσμάτων των τραπεζών μεμονωμένα. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι εξαγοράζουσες τράπεζες αποκτούν οικονομικά οφέλη σε βάρος των οικονομικών μεγεθών των τραπεζών που εξαγοράζονται. Επιπροσθέτως, η αγορά δε είναι σε θέση να προεξοφλήσει το αποτέλεσμα μιας επιχειρούμενης συγχώνευσης ή εξαγοράς με ένα προκαθορισμένο επίπεδο σημαντικότητας, διότι υπάρχει έλλειψη συσχετισμού στις μεταβολές των λογιστικών καταστάσεων των υπό συγχώνευση τραπεζών για τους εξωτερικούς φορείς, ενώ και οι μεταβολές στις χρηματιστηριακές τιμές δεν δίνουν σαφείς ενδείξεις για την πορεία των διαπραγματευτικών συναλλαγών.


ΚΡΙΣΙΜΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ
Δίχως αμφιβολία, παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την υγιή πραγμάτωση μίας εξαγοράς ή συγχώνευσης, είναι οι συσχετισμοί των πραγματικών και ονομαστικών μεγεθών των υπό συγχώνευση πιστωτικών ιδρυμάτων, η αξιολόγηση της οικονομικής επίδοσης της εξαγοράζουσας τράπεζας και των σχετικών της μεγεθών, η διάρθρωση της τοπικής οικονομίας και το φορολογικό και νομοθετικό πλαίσιο, οι απότομες μεταβολές στη συμπεριφορά του καταναλωτικού κοινού, η αποτυχία αλληλεπίδρασης μεταξύ δύο ιδρυμάτων και πιθανές διαφορές οργανωτικής και επιχειρηματικής φιλοσοφίας, η απόκλιση από τον αρχικό επενδυτικό στρατηγικό σχεδιασμό, οι επιπτώσεις της τεχνολογικής εξέλιξης, τυχόν αντιμονοπωλιακοί κανονισμοί, οι επιδράσεις μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης διεθνούς χαρακτήρα, οι περιβαλλοντικές μεταβολές και η επιδείνωση των οικονομικών δεικτών μιας χώρας.
Εμπειρικά δεδομένα του εξωτερικού (κυρίως των ΗΠΑ), έδειξαν ότι -όσον αφορά στις συγχωνεύσεις- η απόδοση των στοιχείων του ενεργητικού (ROE), μειώνεται κατά το έτος της συγχώνευσης και κατά τα επόμενα τρία έτη, λόγω του εφ' άπαξ κόστους της συναλλαγής και της αύξησης του λειτουργικού κόστους. Μεσοπρόθεσμα, δεν υπάρχει μεταβολή στην κερδοφορία, καθώς το πρόσθετο λειτουργικό κόστος αντισταθμίζεται από την αύξηση των εσόδων από την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών. Ο ρυθμός αύξησης των περιουσιακών στοιχείων εξακολουθεί και σε μακροπρόθεσμη βάση να φθίνει αλλά με διαφορετικό ποσοστό μακροχρόνια, ενώ μακροπρόθεσμα η οικονομική αποδοτικότητα (ROE) αυξάνεται συνήθως κατά ένα ποσοστό μεγαλύτερο του 6%, καθώς αυξάνονται τα έσοδα από τους πιστωτικούς τόκους τα οποία υπερκαλύπτουν τα λειτουργικά έξοδα.
Ζωτικής τραπεζικής σημασίας, είναι και τα αντίστοιχα συμπεράσματα για τις τραπεζικές εξαγορές. Οι αποκτηθείσες τράπεζες εμφανίζουν μια πτώση στο δείκτη οικονομικής αποδοτικότητας κατά το έτος της συναλλαγής της τάξης του 7%, πιθανώς ως αποτέλεσμα της αύξησης στις απώλειες δανείων σε συνδυασμό με την επανεξέταση του χαρτοφυλακίου δανείων για την βελτιστοποίηση των επιλογών. Μακροπρόθεσμα όμως, ο δείκτης αυξάνεται για την αποκτηθείσα τράπεζα και επέρχεται αποκατάσταση της κερδοφορίας, ενώ παρατηρείται και αύξηση στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών   κατά 13% σε μακροπρόθεσμη βάση παρά τη μείωση που μπορεί να αγγίζει και το 10% κατά το έτος εξαγοράς. Επιπροσθέτως, οι ενοποιήσεις που λαμβάνουν χώρα στην ΕΕ, αντιμετωπίζονται ξεχωριστά από τις αντίστοιχες των ΗΠΑ. Αυτό οφείλεται στις διαφορές που παρατηρούνται στα οργανωτικά και ρυθμιστικά πλαίσια, στα συνολικά χρηματοοικονομικά μεγέθη και στους επενδυτικούς περιορισμούς, στις εποπτικές και νομοθετικές αρχές, στους αντιμονοπωλιακούς κανονισμούς, στη νομισματική σταθερότητα, στα διαφοροποιημένα χαρτοφυλάκια επενδύσεων και τις φιλοσοφίες επένδυσης. Στις ευρωπαϊκές τράπεζες που προβαίνουν σε ενοποιήσεις, εμφανίζεται ένα χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο ετών ανάμεσα στην πραγματοποιηθείσα ενοποίηση και στην εμφάνιση θετικών οικονομικών αποτελεσμάτων στον ενιαίο χρηματοπιστωτικό φορέα.


ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Η περίπτωση των ευρωπαϊκών τραπεζικών ενοποιήσεων παρουσιάζει ενδιαφέρον και ως προς τα ακόλουθα: Οι πιστωτικές οντότητες στην Ευρώπη δεν φαίνεται να αποκτούν μεγαλύτερα κέρδη στο σχηματισμό χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων, σε σχέση με τα αντίστοιχα κέρδη που παρατηρούνται στη συγκέντρωση τραπεζικών συναλλαγών, μέρος των οποίων αποτελούν και οι προσπάθειες εξαγοράς άλλων τραπεζών, κάτι το οποίο οφείλεται στο γεγονός, ότι ένα μεγάλο φάσμα προϊόντων είναι εμπορεύσιμα και η διαφοροποίηση δεν θεωρείται ως ένα πρόσθετο πλεονέκτημα. Επίσης, το 50% των εσόδων που προέρχονται από τις εξαγορές, λαμβάνουν χώρα ένα έτος μετά το έτος κατά το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές εξαγοράς, ενώ παρατηρήθηκε ότι οι εξαγορές στις ευρωπαϊκές τράπεζες οδηγούσαν σε αύξηση της αποδοτικότητας των ιδίων κεφαλαίων της μέσης τράπεζας που πραγματοποιεί την εξαγορά κατά 4,1% ή 5,5%.
Θεωρητικά, από τα εμπειρικά δεδομένα, οι επιδράσεις μίας τραπεζικής ενοποίησης ή εξαγοράς στις μετοχικές και ομολογιακές αξίες είναι οι ακόλουθες: Η καθαρή παρούσα αξία της επίδρασης στις μετοχές μιας εξαγοράς ή συγχώνευσης φαίνεται να είναι θετική αλλά μικρή, ενώ διαφαίνεται να είναι μεγαλύτερη για “επιθετικές” εξαγορές ή συγχωνεύσεις, που γίνονται με ταμειακά διαθέσιμα, παρά για τις “φιλικές”, οι οποίες στηρίζονται στη χρησιμοποίηση αποθεματικού.
Ιδρύματα όπως τα πιστωτικά, στις πραγματοποιούμενες εξαγορές εμφανίζουν διαφορετικά οικονομικά αποτελέσματα από ιδρύματα και επιχειρήσεις άλλων κλάδων. Οι τραπεζικές ενοποιήσεις συνδέονται με τάσεις ενίσχυσης της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών και θετικές αναμενόμενες οικονομικές αποδόσεις, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις που σχετίζονται και με μείωση των λειτουργικών και χρηματοοικονομικών εξόδων, σε αντίθεση με κλάδους δραστηριοποίησης όπως οι βιομηχανίες ποτών, όπου έρευνες δείχνουν ότι αποτέλεσμα των συγχωνεύσεων είναι αυξημένες τιμές διάθεσης και μειωμένη παραγωγή, ή κλάδους που δραστηριοποιούνται οι τσιμεντοβιομηχανίες, όπου οι επεκτατικές κινήσεις συνοδεύονται από μειώσεις στις τιμές των προϊόντων.


ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟΙ ΟΙ ΟΜΟΛΟΓΙΟΥΧΟΙ
ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ-ΣΤΟΧΟΥ

Κατά κανόνα, στις ομολογιακές αποδόσεις, και οι τρεις δυνατές περιπτώσεις ενοποιήσεων, (δηλαδή διαφοροποίηση, τράπεζα μεγάλη ώστε να πτωχεύσει και τέλος σε ένα μικρότερο βαθμό συνεργία), σχετίζονται με αυξημένες αποδόσεις για τους ομολογιούχους.
Λαμβάνοντας υπόψη μόνο το μήνα που ανακοινώνεται η ενοποίηση, οι ομολογιούχοι και των δύο ή περισσότερων τραπεζών που προβαίνουν σε διαπραγματεύσεις, ανταμείβονται με ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις από τις επενδύσεις τους. Επίσης, κατά τη διάρκεια των προηγούμενων επτά μηνών κατά μέσο όρο από την τυπική αναγγελία της ενοποίησης, παρατηρούνται εξ ίσου θετικές αποδόσεις, αλλά χαμηλότερες με τις αντίστοιχες που συνδέονται με το μήνα ανακοίνωσης της ενοποίησης των τραπεζικών ιδρυμάτων. Ακόμη, προκύπτει ότι το άθροισμα των σωρευτικών αποδόσεων υπολογισμένων σε κοινή βάση για τους επτά αυτούς μήνες για την τράπεζα-στόχο, είναι κατά μέσο όρο 4,3%, υπερβαίνοντας κατά ένα μεγάλο περιθώριο κέρδους την τράπεζα που προβαίνει στην εξαγορά ή στη συγχώνευση, η οποία συγκεντρώνει ομολογιακές αποδόσεις της τάξης του 1,2% κατά μέσο όρο.
Μελετώντας τις ομολογιακές αξίες, διαπιστώθηκε ότι υπάρχει ένα οριακό σημείο για τα περιουσιακά στοιχεία μιας τράπεζας, μέχρι το οποίο οι αποδόσεις των ομολογιακών τίτλων είναι θετικές και τις περισσότερες φορές ανοδικές, ενώ αν υπερβληθεί αυξάνεται ο μη συστημικός κίνδυνος της ενοποιημένης τράπεζας και οι ομολογιακές αποδόσεις ακολουθούν φθίνουσα πορεία. Τέλος, σύμφωνα με τα ευρήματα, οι ομολογιούχοι τραπεζών μεσαίου μεγέθους, απολαμβάνουν διαχρονικά υψηλότερες αποδόσεις σε σχέση με τους ομολογιούχους των τραπεζών που χαρακτηρίζονται πολύ μεγάλες ώστε να πτωχεύσουν ή αντιθέτως των πολύ μικρών τραπεζών.
Νομικοί και ρυθμιστικοί περιορισμοί, τίθενται πάντα εμπόδιο σε απόπειρες τραπεζικής διαφοροποίησης. Ωστόσο, παρακάμπτοντας τους περιορισμούς αυτούς, οι εξαγορές - συγχωνεύσεις μπορούν να μεγεθύνουν την εταιρική αξία με την αύξηση της διαφοροποίησης της τράπεζας, κάτι το οποίο μπορεί να επιτευχθεί είτε με τη διεύρυνση της γεωγραφικής εμβέλειας των παρεχόμενων υπηρεσιών του πιστωτικού ιδρύματος είτε με την αύξηση του εύρους των προϊόντων και των υπηρεσιών που προσφέρονται.
Ξεμπλέκοντας από τους νομικούς και ρυθμιστικούς περιορισμούς, όσο μεγαλύτερη είναι η διαφοροποίηση, τόσο μεγαλύτερα είναι τα κέρδη από τη σταθεροποίηση των υψηλών αποδόσεων, ενώ η μικρότερη μεταβλητότητα μπορεί να αυξήσει τον πλούτο των μετόχων με διάφορους τρόπους. Πρώτον, η αποτίμηση μίας πιθανής πτώχευσης μπορεί να μειωθεί σε αξία και σε πιθανολογικά χαρακτηριστικά. Δεύτερον, τα κέρδη από τους σταθερούς πελάτες της τράπεζας, μπορεί να αυξηθούν στην ενοποιημένη τράπεζα, εκτός και αν αλλάξει δραστικά η πολιτική και η φιλοσοφία της τράπεζας. Τέλος, η αποδοτικότητα ορισμένων επιπέδων τραπεζικού κινδύνου, όπως ο δανεισμός σε συγκεκριμένο αριθμό πελατών που ικανοποιεί έναν αριθμό ποιοτικών χαρακτηριστικών, μπορεί να αυξηθεί χωρίς απαραίτητα να αυξηθεί και ο αριθμός των διαθέσιμων κεφαλαίων.


ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗΣ
Όμως, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι επιδράσεις των τραπεζικών ενοποιήσεων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν την πλειονότητα και τη θεμελιακή δυναμικότητα της οικονομίας. Οι τραπεζικές ενοποιήσεις, μπορούν να επηρεάσουν τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων μέσω της αύξησης του μεριδίου και της ισχύος στην αγορά, μέσω της εξάλειψης της πλεονάζουσας δυναμικότητας στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και τέλος μέσω των αλλαγών στην οργανωτική δομή που αυξάνουν το κόστος εύρεσης αποκλειστικών πληροφοριών και το κόστος των υπηρεσιών.
Πιο συγκεκριμένα, από έρευνες προέκυψε ότι οι συγχωνεύσεις δεν είχαν σημαντική επίδραση στις μεταβολές των επιτοκίων των χορηγούμενων δανείων, αλλά  λοιποί όροι σύμβασης όπως οι παροχές εγγυήσεων, όροι αποζημίωσης, ο αριθμός των υπηρεσιών επί πληρωμή, εξελίχθηκαν σε πιο επαχθείς και πιο περιοριστικοί για τις επιχειρήσεις Ενδιαφέρον είναι το συμπέρασμα ότι η ενοποίηση δύο τραπεζών μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κόστος κεφαλαίου, αυξημένες χρηματοοικονομικές δαπάνες και λειτουργικό κόστος και αυστηρότερα πιστωτικά πρότυπα, κάτι το οποίο μπορεί να μειώνει την καθαρή παρούσα αξία ορισμένων καταναλωτικών επιλογών, αλλά αντισταθμίζεται από τις ανταγωνιστικές προσφορές με αποτέλεσμα να μην είναι ευδιάκριτη η επίδραση στο δανεισμό των μικρών επιχειρήσεων. Ωστόσο ένα υψηλότερο κόστος το οποίο λαμβάνει τη μορφή είτε υψηλότερου επιτοκίου είτε περισσότερων εγγυητικών προϋποθέσεων, μπορεί να αναληφθεί από τις επιχειρήσεις που θέλουν να δημιουργήσουν μια νέα επιχειρηματική σχέση με τη νέα τράπεζα για την εξασφάλιση ευνοϊκότερων όρων δανείων στο μέλλον.
Ρίχνοντας μια προσεκτική ματιά σε ευρήματα ερευνών, προκύπτει ότι οι μικρού και μεσαίου μεγέθους συγχωνεύσεις τραπεζών, συνδέονται με μία αύξηση στο συνολικό ποσό δανείων που χορηγείται στις μικρές επιχειρήσεις. Αντιθέτως οι μεγαλύτερες τραπεζικές συγχωνεύσεις, συνοδεύονται από μια μείωση στο συγκεκριμένο ποσό και η μείωση εξαρτάται από το εύρος απόκλισης των λογιστικών μεγεθών των υπό συγχώνευση τραπεζών και των σχετικών μεγεθών της μεγαλύτερης κυρίως τράπεζας, με την απόκλιση να είναι θετικά συσχετισμένη με τη μείωση του συνολικού δανεισμού.
Συμπληρωματικά, οι μεγάλες εταιρείες χαρτοφυλακίου που προβαίνουν σε εξαγορές τραπεζών για αριστοποίηση χαρτοφυλακίου επενδυτικών επιλογών, φαίνεται ότι σχετίζονται με αύξηση στη δανειοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ενώ οι μικρού μεγέθους εξαγορές φαίνεται ότι μειώνουν το ποσό της δανειοδότησης.
Τέλος, όσον αφορά το δανεισμό μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς τα συστήματα αναλυτικών πληροφοριών, όπως τα credit scores, μειώνουν το κόστος χρήσης τραπεζικών κεφαλαίων για τις μικρές επιχειρήσεις, μπορεί να αποκατασταθεί η καταναλωτική εμπιστοσύνη των τραπεζών χωρίς να χάνεται κρίσιμος χρόνος μετά την ενοποίηση και να μεγιστοποιούνται οι ταμειακές ροές το ταχύτερο δυνατό, ενώ και η επιβάρυνση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων να ελαχιστοποιείται με τo μικρότερο κόστος ευκαιρίας.


ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ ΑΣΤΟΧΙΑΣ
Υποχρεωτική αλλά και αναγκαία είναι η κατάλληλη στρατηγική τραπεζική επενδυτική διαχείριση. Οι τρεις δυνατές περιπτώσεις μη αποτελεσματικής διαχείρισης είναι: η αναποτελεσματικότητα μείωσης λειτουργικού κόστους, η αναποτελεσματικότητα αύξησης ταμειακών εισροών και η αναποτελεσματικότητα μείωσης ταμειακών εκροών, κάτω από την υπόθεση ότι οι οικονομικές αποφάσεις αντανακλούν τις κύριες στρατηγικές επένδυσης των τραπεζών. Το είδος της αναποτελεσματικότητας διαχείρισης, θα κρίνει αν μία τράπεζα θα οδηγηθεί στην πτώχευση ή θα αποτελέσει στόχο για μία πιθανή εξαγορά ή συγχώνευση.
Φαινομενικά, όσο μικρότερη είναι η αναλογία του μετοχικού κεφαλαίου προς το σύνολο του ενεργητικού, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να αποκτηθεί μία τράπεζα μέσω εξαγοράς ή συγχώνευσης. Εκτός αυτού, τράπεζες με μακροχρόνια μικρή κεφαλαιοποίηση και ιδιαίτερα μικρή αποθεματοποίηση έχουν μεγάλες πιθανότητες να εμπλακούν σε μία εξαγορά ή συγχώνευση. Ακόμη, τράπεζες την μετοχική βάση απαρτίζουν κυρίως επενδυτές χαρτοφυλακίου, έχουν εξ ίσου μεγάλες πιθανότητες να αποκτηθούν όταν βρεθούν αντιμέτωπες με οικονομικές δυσκολίες, ενώ στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και οι ιδιωτικές τράπεζες που έχουν τεθεί υπό την επιτήρηση ενός δημόσιου κρατικού φορέα για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Χρήσιμα είναι και τα συμπεράσματα, από τη συγκριτική αξιολόγηση των ΗΠΑ και της ΕΕ. Η αναλογία των συγχωνεύσεων-εξαγορών που πραγματοποιούνται στην ΕΕ με διαφοροποίηση στον επιχειρηματικό σχεδιασμό, φαίνεται να είναι πολύ μεγαλύτερη από τις αντίστοιχες ενοποιήσεις τραπεζών με πανομοιότυπους στρατηγικούς σχεδιασμούς, ενώ και οι αντίστοιχες συγκριτικές αποδόσεις παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις, με τις διαφοροποιημένες τράπεζες να βρίσκονται με σημαντική συχνότητα πάνω από το μέσο όρο των μέσων αποδόσεων του τραπεζικού κλάδου, ευρήματα τα οποία είναι άκρως αντίθετα με τα αντίστοιχα στις ΗΠΑ. Επιπροσθέτως, όσον αφορά τις μη διαφοροποιημένες τραπεζικές ενοποιήσεις και τις εγχώριες συγχωνεύσεις-εξαγορές, οι διαφορές στον κύκλο εργασιών, στη σύνθεση των δανείων και στη στρατηγική των καταθέσεων, έχουν μεγάλες πιθανότητες να έχουν επιβλαβείς συνέπειες στην επιχειρηματική απόδοση, ενώ οι διαφορές στη κεφαλαιοποίηση, στις τεχνολογικές εφαρμογές και στις καινοτομικές στρατηγικές, φαίνεται να επηρεάζουν θετικά τις οικονομικές αποδόσεις της ενοποιημένης τράπεζας. Τα ακριβώς αντίθετα συμπεράσματα προέκυψαν για τις διαφοροποιημένες τράπεζες και για τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις-εξαγορές.


ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ
Ψάχνοντας για μοντέλα κατάλληλου επιχειρηματικού σχεδιασμού, τα τρέχοντα ευρήματα είναι πολλά και με επιτυχείς εφαρμογές. Οι εξαγορές και οι συγχωνεύσεις θα πρέπει στο πλαίσιο του επιχειρηματικού σχεδιασμού να αντιμετωπίζονται ως διαδικασίες και τα διευθυντικά στελέχη να τις διαχειρίζονται ως ένα θέμα ποσοτικοποίησης του αναμενόμενου κόστους και των αναμενόμενων κερδών, με στόχο να προσδιορισθεί η οριακή χρησιμότητα, η οποία θα λαμβάνει υπόψη της ένα επίπεδο σημαντικότητας και (με τη βοήθεια οικονομετρικών μοντέλων παλινδρόμησης) θα εξετάζονται διάφορα σενάρια ώστε να προσδιοριστεί η οικονομική αποδοτικότητα υπό τις εκάστοτε διαφοροποιημένες συνθήκες, αξιοποιώντας κάθε φορά τους διαφορετικούς τύπους  στρατηγικής αλληλεξάρτησης και οργανωτικής αυτονομίας.
Ωστόσο, ο τραπεζικός επενδυτικός σχεδιασμός, δεν παύει να είναι μια πολυσύνθετη διαδικασία που πρέπει να λαμβάνει υπόψη της πολλές παραμέτρους. Ορισμένα από τα βασικά στοιχεία τα οποία θα πρέπει να αποτελέσουν πυλώνα διερεύνησης και αξιολόγησης είναι οι λογιστικές και χρηματοοικονομικές πληροφορίες της τράπεζας-στόχου, η φιλοσοφία και η οργανωτική προσέγγιση των δομών των υπό συγχώνευση ή εξαγορά εταιρειών, ο βαθμός αλληλεπίδρασης των στρατηγικών επιχειρηματικών σχεδιασμών πριν και μετά την ολοκλήρωση της ενοποίησης, η εξέλιξη των διαπραγματευτικών συμφωνιών, η εμπειρία των διαχειριστών της ενοποίησης, η οργανωτική μάθηση, η οριακή χρησιμότητα της επένδυσης, η σαφήνεια και η δεσμευτική ισχύς των ρητρών υπαναχώρησης, η προϊστορία ανάλογων κινήσεων που έλαβαν μέρος στο πεδίο δραστηριοποίησης των υπό συγχώνευση εταιρειών, η συνεκτίμηση απρόβλεπτων παραγόντων που μπορεί να αναστείλουν τις επενδυτικές πρωτοβουλίες της εξαγοράζουσας τράπεζας, η ύπαρξη νομοθετικών περιορισμών και οι εναλλακτικές επεκτατικές λύσεις.


* Τμήμα Λογιστικής & Χρηματοοικονομικής, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

  Περιεχόμενα
ΕΝ ΑΡΧΗ: ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΜΑΘΗΜΑ;
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΓΟΡΑΣ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΑΝΔΑΚΑΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ PHARMA MONEY CONFERENCE 2010
ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΑΓΟΡΑ: ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ... ΚΡΙΣΗΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΑΓΟΡΑ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ
ΑΝΑΛΥΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΕΛΛΑΔΑΣ 2008-2013
ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ STAT BANK
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΑΓΟΡΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΑΓΟΡΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΙΣΗΓΜΕΝΕΣ ΜΕ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΓΟΡΕΣ
ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ EUROMONEY
ΑΝΑΛΥΣΗ JPMORGAN
ΑΡΘΡΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΕΣ ΕΞΑΓΟΡΕΣ & ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΕΙΣ
ΦΑΚΕΛΟΙ: ΣΑΡΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ, FASHION BOX
ΣΤΑ ΕΝΔΟΤΕΡΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΕ ΜΟΡΦΗ EBOOK

 Όροι και προϋποθέσεις του site